Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2008

ΜΕΡΟΣ 1ο: Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω?


Μπήκες μέσα στο σπίτι. Εγώ ήμουν στην κουζίνα και πετάχτηκα τρομαγμένη. Σπάνια άκουγα κλειδιά στην πόρτα μου. Συγκεκριμένα, δε νομίζω να άκουσα ποτέ το κλειδί να γυρνάει κι εγώ να είμαι μέσα. Βγήκα στον διάδρομο και σε είδα να περπατάς. Πήγες κατευθείαν στο δωμάτιό σου. Η έκπληξή μου ήταν τόση που δεν πρόλαβα στιγμή να σε ρωτήσω γιατί γύρισες. Βγήκες από το δωμάτιο και νευριασμένος φώναξες “αμάν πια με αυτά τα τριαντάφυλλα, δεν βαρέθηκες?”. Ήθελα τόσο να σου εξηγήσω ότι δεν βαρέθηκα, αλλά δεν βρήκα λόγια να στο πω. Έχασα την ψυχραιμία μου. Ήρθες στην κουζίνα, κάθισες στο τραπέζι και στον ίδιο τόνο μου είπες να σου βάλω να φας. Έμεινα να σε κοιτάζω, δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε γίνει. Ούτε ένα “γεια” ούτε ένα “τι κάνεις”, τίποτα. Μόνο νεύρα και διαταγές. “Πάψε να με κοιτάς και βάλε μου να φάω, δεν θα το ξημερώσουμε, θέλω να κοιμηθώ”, μου είπες και κοίταξες αλλού.

Σου έβαλα να φας, πήγα άναψα το θερμοσίφωνο και ξάπλωσα στο δωμάτιό μου. Άνοιξα την τηλεόραση μόνο για να υπάρχει φως και πήρα ένα βιβλίο να διαβάσω. Μόλις έφαγες σηκώθηκες από το τραπέζι κι ήρθες δίπλα μου και ξάπλωσες. “Ελπίζω να μην θες να δεις όλη τη νύχτα τηλεόραση, νυστάζω, πρέπει να κοιμηθώ. Άντε, κλείστην και ξάπλωσε κι εσύ.” Την έκλεισα, άφησα και το βιβλίο στο κομοδίνο, γύρισα να σε αγκαλιάσω, αλλά εσύ μου γύρισες την πλάτη. Δεν σε ακούμπησα, σε άφησα εκεί. Σκέφτηκα πως αν ήθελες μια αγκαλιά θα γυρνούσες να με πάρεις εσύ. Μου είχες λείψει τόσο, μα δεν μπόρεσα να πω ούτε μία κουβέντα. Απλά σκέφτηκα πόσο όμορφα ήταν τότε που πονούσες και αναζητούσες την αγκαλιά μου. Τότε που κάθε βράδυ με περίμενες υπομονετικά να ξαπλώσω και με αγκάλιαζες λες και το πρωί θα με έχανες. Δεν ήταν μόνο όμορφα, αλλά μου έδειχνες την αγάπη σου χωρίς να χρειαστεί να χρησιμοποιήσεις μία λέξη.

Την άλλη μέρα το πρωί σηκώθηκα από το κρεβάτι όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Μόλις άνοιξα την πόρτα σε άκουσα να παραπονιέσαι: “Δεν μπορείς μια φορά να σηκωθείς χωρίς να κάνεις φασαρία?” Πήγα μέσα στην κουζίνα και έφτιαξα καφέδες. Μάζεψα το πιάτο από χθες και άρχισα να το πλένω. Έκανα τις δουλειές που κάνω κάθε πρωί πριν πάω στη δουλειά. Κάθισα στο τραπέζι, άναψα ένα τσιγάρο και άρχισα ήρεμα να πίνω τον καφέ μου. Μετά από λίγα λεπτά ήρθες κι εσύ μέσα. Κάθισες σε μια καρέκλα απέναντί μου και άρχισες να πίνεις τον καφέ σου χωρίς να μιλάς. Μόνο προς το τέλος γύρισες και μου είπες να σβήσω τον θερμοσίφωνα γιατί τον είχα αφήσει ανοιχτό από το προηγούμενο βράδυ και να μην σου ξαναφτιάξω καφέ, γιατί τον κάνω χάλια. Πήγα μέσα και ντύθηκα, πήρα τα κλειδιά κι έφυγα. Όταν έφτασα στο γραφείο σου έστειλα ένα μήνυμα που έλεγε ότι αν χρειαστείς λεφτά έχω στο πρώτο συρτάρι του γραφείου μου.

Όλη τη μέρα στη δουλειά σε σκεφτόμουν. Έγραφα επιστολές κι έβαζα παραλήπτη εσένα. Τηλεφωνούσα σε πελάτες και ζητούσα εσένα. Δεν είναι ότι μου έγινες έμμονη ιδέα, είναι ότι δεν μπορούσα να καταλάβω την συμπεριφορά σου, την οργή σου, την επίθεσή σου. Είπα να ξεχαστώ λίγο, να σε βγάλω κάπως από το μυαλό μου. Βγήκα και πήγα στις τράπεζες, πλήρωσα γραμμάτια, δάνεια, μισθούς. Όταν επέστρεψα στο γραφείο βρήκα ένα μήνυμά σου στον τηλεφωνητή. “Που είσαι πάλι? Όλο σε μηχανήματα θα μιλάω? Τέλος πάντων. Βαριόμουν να μαγειρέψω, καθώς θα έρχεσαι φέρε κάτι να φάω. Και μην αργήσεις γιατί πεινάω.” Αναρωτιόμουν γιατί δεν σου απαντάω. Γιατί δεν σου λέω ένα “άντε γαμήσου” και να πετάξω τα πράγματά σου έξω. Να δεις πως είναι να σε διώχνουν. Απάντηση δεν πήρα, αλλά ξέρω πως όσο το μυαλό μου, μου έλεγε να στο πω, άλλο τόσο η καρδιά μου, μου έφραζε το στόμα. Λες και ήξερα ότι δεν έπρεπε όχι μόνο να σε βρίσω, αλλά ούτε να σου απαντήσω.

Γύρισα σπίτι και έφερα φαΐ. Καθίσαμε μαζί στο τραπέζι. Περίμενα να σηκωθείς να βγάλεις τα πιρούνια, αλλά εις μάτην, μέχρι που γύρισες νευριασμένος και μου είπες ότι έχεις πάψει να τρως με τα χέρια από τα τρία σου. Άνοιξα το συρτάρι, έβγαλα μαχαιροπίρουνα και κάθισα πάλι στο τραπέζι. Τρώγαμε αμίλητοι, λες και οι λέξεις ήταν εκείνη την ώρα τόσο ασήμαντες, λες και αν μιλούσαμε θα καταστρέφαμε την αιώνια σιωπή, λες και παίζαμε μουγκοθόδωρο. Μόλις τελειώσαμε μου είπες να σου φέρω ένα τσιγάρο και να κάτσω γιατί ήθελες να μου μιλήσεις. “Επιτέλους”, σκέφτηκα, “θα αρχίσει να μου μιλάει.” Άρχισες να μιλάς. Το μόνο που πετούσες ήταν κατηγορίες. Ότι δεν μιλάω, ότι έπαψα να λέω τι σκέφτομαι, ότι έτσι όπως είναι τα πράγματα θα χρειαστεί να φύγεις. Το μόνο που σκέφτηκα να πω είναι ότι δεν σου ζήτησα εγώ να γυρίσεις, αλλά και πάλι το έπνιξα. Εσύ δεν κατάλαβες τίποτα από τις σκέψεις μου. Μόνο μιλούσες και με κατηγορούσες. Έλεγες, έλεγες, έλεγες...

Έλεγες για πράγματα ακατανόητα. Δεν ήξερα και δεν καταλάβαινα πως προέκυψαν όλα αυτά σε μια μέρα. Με ρώτησες γιατί δεν σε αγκάλιασα το βράδυ, γιατί δεν σου έδωσα ένα φιλί όταν ήρθες, γιατί δεν σου έφερα σήμερα ένα καινούριο τριαντάφυλλο. Μίλαγες, φώναζες και κάπνιζες. Κάπνιζες ασταμάτητα. Φώναζες χωρίς συναίσθηση. Και μιλούσες ακατάπαυστα. Κάποια στιγμή με κοίταξες. Εγώ είχα σκύψει το κεφάλι και σε άκουγα, δεν έλεγα λέξη. Μου είπες ότι πας στην τουαλέτα και σηκώθηκες. Μόλις άκουσα το κλειδί να γυρίζει δυο φορές στην κλειδαριά ήρθα κι έστησα αυτί. Σε άκουσα μέσα να κλαις, να κλαις ασταμάτητα. Σοκαρίστηκα. Δεν ήξερα τι να κάνω. Δεν ήξερα αν έπρεπε να χτυπήσω την πόρτα να μου ανοίξεις ή αν έπρεπε να σου μιλήσω. Δεν έκανα τίποτα από τα δύο, πήγα στην κουζίνα και ξανακάθισα στο τραπέζι. Σε άκουσα να βγαίνεις. Ήρθες πάλι μέσα. Κάθισες κι εσύ και άρχισες να μιλάς πάλι. Μιλούσες, έβριζες, φώναζες. Δεν σταματούσες, δεν ηρεμούσες. Είχες βγει εκτός εαυτού. Άρχισες πάλι τις κατηγορίες. Αυτή τη φορά ήσουν πιο σκληρός.

Γιατί δεν έρχεσαι ποτέ όταν σε θέλω? Γιατί με κάνεις να νιώθω σαν μαλάκας και σαν ηλίθιος? Πες μου τώρα τι σου έχω κάνει. Έχεις την ευκαιρία σου. Μπορείς να πεις ό,τι θες. Έλα, πες μου όσα έχεις μέσα σου, βγάλτα. Μόνο σταμάτα να με κάνεις να νιώθω σαν κάποιος που σου καταστρέφει την ζωή. Πάλι δεν μιλάς? Ως πότε θα τραβήξει αυτό? Σταμάτα τώρα, δεν βλέπεις που φτάσαμε? Δεν βλέπεις πως ζούμε? Σου αρέσει όλο αυτό που γίνεται? Πες μου, σου αρέσει? Μα καλά, τόσο ηλίθια είσαι? Δεν μπορείς τίποτα να καταλάβεις πια? Τι έχει μέσα το κεφάλι σου? Πίτουρα? Ένα παιδάκι δύο ετών είναι πιο έξυπνο από σένα, θα πει μια λέξη, θα πει κάτι. Θα βάλει έστω τα κλάματα. Εσύ όμως όχι. Εκεί στέκεις αναίσθητη. Το παίζεις ψύχραιμη, μα μέσα σου βράζεις.” Πλησίασα και σε αγκάλιασα, άρχισα να κλαίω, έκλαψες κι εσύ. Μόνο κάποια στιγμή ψέλλισα ξεψυχισμένα “όχι αγάπη μου, όχι”. “Επιτέλους”, μου είπες και με έσφιξες περισσότερο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: