Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Στη μάχη που θέλεις να πας, έχεις χάσει από πριν, φύγε, μην πολεμάς...


Ανοίγω την πόρτα του σπιτιού και κατεβαίνω γρήγορα τα σκαλιά, προσπερνώ τους ορόφους σα να μην υπήρξαν ποτέ, δεν πρόλαβα να καταλάβω καν πως μπήκα τόσο γρήγορα στο αμάξι, δεν κατάλαβα πότε έβαλα μπρος και ξεκίνησα. Θέλω απελπισμένα να φύγω, μα είμαι σίγουρος πως αύριο το πρωί θα θέλω το ίδιο απελπισμένα να γυρίσω. Κλείνω το κινητό, βάζω ένα cd να παίξει και βγαίνω στον γνωστό δρόμο της αβεβαιότητας. Στα σταυροδρόμια δεν ξέρω που να στρίψω, δε με νοιάζει ποιον δρόμο θα επιλέξω και φυσικά δε με νοιάζει που θα με βγάλει ο δρόμος αυτός. Θέλω μόνο να ξεφύγω, όχι από όλους και από όλα, αλλά από μένα, από τον ίδιο μου τον εαυτό. Ξέρω ότι το πρωί θα το μετανιώσω και θα γυρίσω πίσω, αλλά δε με νοιάζει προς το παρόν, αυτό που νοιάζει είναι να με βγάλει κάπου τούτος ο δρόμος.

Κοιτάζω γύρω μου τα δέντρα, τα αυτοκίνητα που με προσπερνάνε με σα να είμαι σταματημένος. Νιώθω σταματημένος κι αυτή για μένα είναι η μεγάλη μου καταστροφή. Χίλιες φορές να πηγαίνω προς τα πίσω παρά να μην κινούμαι καν. Το κοντέρ του αυτοκινήτου γράφει 110 χιλιόμετρα την ώρα, το δικό μου δεν γράφει ούτε πέντε. Ανοίγω το τηλέφωνο και περιμένω, σιωπή. Μετά από ένα τέταρτο το ακούω που χτυπάει, στο ακουστικό ακούγεται η φωνή σου, απροσδιόριστη. Φτάνω στη γνωστή στροφή, μακάρι να έβρεχε, τα λάστιχα να ήταν παλιά και το αυτοκίνητο να μην άκουγε τις εντολές μου. Μακάρι να πατούσα ένα φρένο εδώ, στο εικονοστάσι και να έφευγα πάνω στην κολώνα.

Έχω ακούσει ότι οι άνθρωποι μετανιώνουμε για τις επιλογές μας όταν δούμε ότι χάσαμε την ευκαιρία να επανορθώσουμε. Το έχω ακούσει? Λάθος, μέγα ψέμα. Το έχω ζήσει. Ορκίστηκα έκτοτε στον εαυτό μου να μην το νιώσει ξανά. Έβγαλα εκτός τις ηθικές μου αξίες, κατέβασα τον διακόπτη και πήγα πολλά βήματα πίσω, τώρα πια δεν αναγνωρίζω καν τον εαυτό μου. Κοιτάζομαι στον καθρέφτη και αντί να δω το είδωλό μου, βλέπω έναν ξένο, κάποιον που μοιάζει περισσότερο με το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέυ παρά με μένα. Πισοπατώ, ζαλίζομαι, αναγούλα κυριεύει το στομάχι μου και ό,τι έφαγα φτάνει στο στόμα μου. Δεν προλαβαίνω να τρέξω στην τουαλέτα και τα βγάζω εκεί που είμαι, λιποθυμώ.

Συνέρχομαι και δεν ξέρω πόση ώρα έχει περάσει. Τα χέρια μου είναι βρώμικα από τα ίδια τα υγρά του στομαχιού μου και το κεφάλι μου πονάει. Η πτώση ήταν σκληρή, κάπου θα χτύπησα. Ο πόνος από το χτύπημα με φέρνει στην σκληρή πραγματικότητα. Ο εαυτός μου με χτυπάει ανελέητα. Η μάχη άρχισε, οι άγγελοι του σκότους επιτίθενται ανελέητα με φωτιές και σπαθιά. Από την άλλη, οι άγγελοι του φωτός υπομένουν καρτερικά τα χτυπήματα. Με έχω χάσει, δεν ξέρω ποιος θέλει να νικήσει. Από την μια τρέμω στην ιδέα να έχω ανάγκη κάποια που παραδίδοντάς της τη καρδιά μου μπορεί να μου την επιστρέψει οποιαδήποτε στιγμή πίσω σε μορφή χάμπουργκερ και από την άλλη θέλω μια σχέση συντροφικότητας που κανείς από τους δύο δεν θα αντιμετωπίζει τον άλλο σαν πατερίτσα για την προσωπική του αναπηρία.

Κατεβαίνω και πάλι τα σκαλιά και μπαίνω τρομαγμένος στο αυτοκίνητο. Η ώρα είναι δύο και μισή τη νύχτα και οι δρόμοι είναι θεοσκότεινοι. Ανεβαίνω προς τον Παρνασσό, φτάνω στην Αράχοβα και σκέφτομαι να συνεχίσω προς τους Δελφούς, ώσπου βλέπω ένα “μπαλκόνι”. Σταματάω δεξιά και ανάβω τα αλαρμ, στρίβω ένα τσιγάρο και το ανάβω, η κάφτρα του μόνο προδίδει την παρουσία μου. Μόνο η κάφτρα του τσιγάρου και τα αλαρμ του αυτοκινήτου. Κατεβαίνω από το αμάξι και ουρλιάζω με όλη μου την δύναμη, δεν με λυτρώνει, αλλά δεν με φυλακίζει κιόλας. Ουρλιάζω ξανά και ξανά, μόνο ένα γάβγισμα μου απαντάει, σα να παραπονιέται το καημένο το ζωντανό που το ξύπνησα και μου γαβγίζει για να βγάλω τον σκασμό.

Κοιτάζω τα βουνά, ξέρω ότι πέρα από το V που σχηματίζουν οι παρυφές τους είναι η θάλασσα. Μέσα στο σκοτάδι όμως δεν μπορώ να την διακρίνω. Σκέφτομαι να περιμένω μέχρι την αυγή για να την αντικρύσω. Ξέρω όμως καλύτερα από τον καθένα ότι δεν θα με γαληνέψει αυτή τη φορά. Απόψε, όπως και χθες, όπως και προχθές, όπως και μια βδομάδα πριν, ξέρω ότι μόνο εσύ μπορείς να με γαληνέψεις. Προσπαθώ να σε σκεφτώ, να σε σκεφτώ τόσο δυνατά ώστε να με αναζητήσεις. Σιωπή και πάλι. Τα βουνά γύρω μου ίσως να κόβουν τους διαύλους επικοινωνίας. Ίσως πάλι να έχουμε υψώσει μπροστά μας χιλιάδες τοίχους για να προστατευθούμε αμφότεροι, που τώρα πια να μην χρειαστεί να τους γκρεμίσουμε, αλλά να περιμένουμε τον πρώτο καταστροφικό σεισμό που θα τους ρίξει.

Μπαίνω πάλι στο αμάξι και επιστρέφω στο σπίτι. Διασχίζοντας την Αράχοβα βλέπω την μαρκίζα ενός μαγαζιού: “Το κουτί της Πανδώρας”. Καταραμένη Πανδώρα με την ανελέητη περιέργειά σου. Δεν με πειράζει που άνοιξες το κουτί και ελευθέρωσες όλα τα κακά, δεν με πειράζει ούτε που έκλεισες μέσα την Ελπίδα. Αποτελεί κι αυτή ένα από τα δεινά του κόσμου. Περισσότερο απ' όλα με πειράζει που κλείνοντας μέσα την Ελπίδα έκανες τους δασκάλους στο σχολείο να την θεωρούν αγαθό. Κι όμως, η Ελπίδα είναι η μεγαλύτερη πόρνη του κόσμου. Ξεσκίζει τις σάρκες σου, τρώει τα σωθικά σου, σε κάνει να πιστεύεις σε όνειρα, σε παραμύθια, σε κάνει να ξυπνάς το πρωί και να χαμογελάς, ελπίζοντας ότι η καινούρια μέρα θα είναι πιο όμορφη.

Φτάνω σπίτι, καταλήγω κουρασμένος στο κρεβάτι. Κλείνω το κινητό, η αναμονή με σκοτώνει περισσότερο και από την απόρριψη. Στο στομάχι μου μια θάλασσα ξεσπάει σε κύματα, στο μυαλό μου μια φωτιά καίει και τα τελευταία απομεινάρια της λογικής μου και στην ψυχή μου ένα όνομα με κάνει να νιώθω νεκρός. Η μάχη μέσα μου μαίνεται, το πήρα απόφαση, φορτώνομαι τα όπλα μου και πάω να πολεμήσω. Μπαίνω ξανά στο αμάξι, ανοίγω το ράδιο, ο στίχος κατάλληλος: “Στη μάχη που θέλεις να πας, έχεις χάσει από πριν, φύγε, μην πολεμάς”...

Δεν υπάρχουν σχόλια: