Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

Γλυκιά μου αγάπη καληνύχτα...


Απόψε που ξέμεινα εδώ να ακούω τον εαυτό μου, φοβάμαι μήπως ξεχάσω όσα θέλω να σου πω, μήπως ο ύπνος τα πάρει μακριά και η αυριανή μέρα τα διαγράψει από τη μνήμη μου, όπως έκανε πάντα, όπως θα κάνει πάντα. Απόψε που το κρασί αρνείται να με μεθύσει και να με ρίξει σε λήθαργο, απόψε που οι σκέψεις τριγυρίζουν σαν πόρνες στο μυαλό μου, απόψε που όλα συγκρούονται με το τίποτα, θέλω να σου μιλήσω όπως δεν σου μίλησα ποτέ μου. Τι κι αν δεν είσαι εδώ, παρούσα? Σε φέρνω δίπλα μου όποτε θέλω. Κι αυτό είναι που με κάνει να σε αγαπάω τόσο, να σε λατρεύω τόσο. Αυτό είναι που με κάνει να σε αναζητώ κάθε που η ψυχή μου γεμίζει από σύννεφα και κάθε που ο ήλιος την φωτίζει, αυτό είναι που με κάνει να θέλω να τρέξω σαν παιδί και να κλάψω στην αγκαλιά σου ή να παίξουμε μαζί το πιο όμορφο παιχνίδι, εκείνο που δεν υπάρχουν νικητές και χαμένοι.

Λατρεύω εκείνες τις μέρες που μπαίνεις στο αυτοκίνητο και βγάζεις ένα cd από την τσάντα σου με τραγούδια που μόλις έγραψες. Το βάζεις να παίζει κι αναπαύεσαι στο κάθισμα. Μερικές φορές κλείνεις τα μάτια και αφουγκράζεσαι την μουσική, σιγοτραγουδάς τους στίχους. Κι είναι σα να υπάρχει μια ολόκληρη μπάντα μέσα στο αμάξι και παίζει μόνο για σένα. Ω, πόσο όμορφες είναι εκείνες οι στιγμές? Αληθινές, γεμάτες από σένα. Βλέπω στα μάτια σου την χαρά όταν με ρωτάς αν μου άρεσε και σου λέω ναι. Μερικές φορές δεν μου άρεσε απλά το τραγούδι, αλλά ο τρόπος που το έκανες να μοιάζει υπέροχο, λες και το έγραψες εσύ και πίσω από τους στίχους είχε μια ολόκληρη ιστορία. Άλλες φορές το βάζεις τέρμα, δυναμώνεις την ένταση στα ηχεία και το ακούν και τα άλλα αυτοκίνητα. Γεμίζει ο χώρος από μουσικές, από λόγια, από σένα.

Είναι και οι άλλες στιγμές. Εκείνες που πηγαίνουμε μαζί στο video-club και παίρνουμε να δούμε μια ταινία που εγώ δεν έχω δει. Πάμε στο σπίτι, ξαπλώνουμε στο κρεβάτι, εσύ από την έξω μεριά κι εγώ προς τον τοίχο. Σου παραχωρώ την θέση που λατρεύω, γιατί είμαστε τόσο όμοιοι που καταλαβαίνω τον λόγο που κι εσύ την λατρεύεις. Βάζουμε την ταινία να παίζει και συγχρόνως τρώμε. Άλλες φορές παραγγέλνουμε απέξω κάποια κρέπα ή σουβλάκια, τα οποία συνήθως δεν σου αρέσουν, γιατί εδώ τα κάνουν χάλια. Άλλες πάλι, τρώμε γαριδάκια, εσύ με γεύση πίτσας κι εγώ με γεύση μπέικον. Μ' αρέσει να σε πειράζω και να σου λέω ότι θα σου τα φάω όλα. Και τότε εσύ μου δίνεις ένα και μετά από λίγο άλλο ένα, όπως με τα nachos στο σινεμά. Μου αρέσει όταν κι εδώ γυρνάς και με ρωτάς αν η ταινία μου άρεσε. Μου αρέσει που νοιάζεσαι, τόσο που φοβάμαι ότι εγώ δε νοιάζομαι καθόλου μπροστά σ' αυτά που για μένα κάνεις.

Δεν ξέρω τι να πω. Νομίζω ότι είμαι καταδικασμένος να θέλω να πω όσα νιώθω μόνο όταν η απουσία σου γίνεται αφόρητη. Ξέρω όμως ότι δεν είναι ίδια τα συναισθήματα. Δεν λέω ότι δεν με αγαπάς, το ξέρω αυτό, το νιώθω, το βλέπω κι ας το αρνούμαι μερικές φορές. Τι να πω? Αν είσαι ένα στοίχημα, το έχω χάσει. Αν είσαι μία μικρή στιγμή ευτυχίας, χαίρομαι που την ζω. Αν είσαι ένας άγγελος που αναζητάει τα φτερά του, με χαρά θα σε πάρω αγκαλιά να πετάξουμε μαζί. Γιατί να νιώθω τόσο βαριά την απουσία σου ώστε η κάθε μου στιγμή να μοιάζει πέλεκυς? Δεν είναι ότι μακριά σου δεν μπορώ να αντέξω τίποτα, είναι ότι δίπλα σου δεν με νοιάζει τι θα μου συμβεί. Και πως να με νοιάξει? Όταν υπάρχεις εσύ, όταν υπάρχει η αγκαλιά σου να κρυφτώ, όταν υπάρχουν τα μάτια σου να βουλιάξω, όταν υπάρχουν τα χείλη σου να γαληνέψω, πως να με νοιάξει αν στο σπίτι με περιμένει η απομόνωση?

Κοιτάζω το τασάκι μου. Έχει γεμίσει αποτσίγαρα. Στρίβω ένα τσιγάρο. Γράφω πάνω το όνομά σου. Δεν θα το ανάψω, θα το κρατήσω εκεί, στο συρτάρι μου, θα το φυλάξω για πάντα, θα το κουβαλάω μαζί μου. Κι όταν κάποια στιγμή έρθει η ώρα να πεθάνω θα το καπνίσω, για να υπάρχεις μέσα μου αιώνια. Όταν έρθει η στιγμή να το ανάψω, θα νιώσω το μελάνι να εισχωρεί στους πνεύμονές μου και μαζί με την πίσσα και τη νικοτίνη θα κρατήσω την τελευταία μου ανάσα, δεν θα την βγάλω προς τα έξω, θα σε φυλακίσω μέσα μου, θα σε πάρω μαζί μου. Κι ίσως να μην το μάθεις ποτέ, ίσως να μην στο πει κανείς, αλλά θα ξέρεις πως κάποια στιγμή θα γίνει και δεν ξέρω πως θα νιώθεις, δεν ξέρω αν μπορείς να το φανταστείς και να μου το πεις, αλλά δεν με νοιάζει. Αυτό που με νοιάζει είναι ότι δεν θα είμαι μόνος μου.

Σκέφτομαι κι άλλες στιγμές. Όταν βγαίνουμε με μια παρέα για ποτό ή για καφέ. Σκέφτομαι όταν σε γυρίζω σπίτι, που γυρνάς χαρούμενη και με κοιτάς. Είσαι χαρούμενη, δείχνεις χαρούμενη κι είναι μαγικές οι στιγμές αυτές. Ή άλλες φορές που βγαίνουμε για φαΐ και μου κρατάς το χέρι, το χαϊδεύεις, το αγγίζεις και δεν θες να το αφήσεις, το νιώθω ότι δεν θες. Ή όταν κρυβόμαστε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Που πήγαν εκείνες οι στιγμές? Γιατί δεν αφήνω τον εαυτό μου να τις ξαναζήσει? Γιατί φοβάμαι μην χαθούν και γυρίσω σπίτι μου μόνος και κοιμηθώ έχοντας στο νου μου την ανάμνησή τους. Θυμάμαι κι εκείνη την φράση σου: "Το βασίλειό μου για την σκέψη σου...". Θυμάσαι τι σου είπα? "Κι εγώ..." Δεν μπορώ να σε βγάλω από το μυαλό μου και κυρίως, δεν θέλω. Γιατί όταν σε σκέφτομαι είμαι πλήρης, γιατί όταν λείπεις είμαι μόνος.

Είναι κι εκείνα τα τραγούδια που σου μάθαινα εγώ. Τώρα πια δεν μπορώ να τα ακούσω, δεν μπορώ να τα βάλω τέρμα και να χαρώ που τα ακούω. Ίσως να πρέπει να περιμένω να περάσει αρκετός καιρός, αλλά νομίζω ότι δεν θα μπορέσω να τα ξανακούσω ποτέ. Θα έχουν πάνω τους τη δική σου σφραγίδα, σα να μου τα έμαθες εσύ. Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Γλυκιά μου αγάπη καληνύχτα...

Δεν υπάρχουν σχόλια: