Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Σ' όποια αγκαλιά και να κοιμάσαι, εγώ μαζί σου θα ξυπνάω...


Η ζωή μας είναι ένα πάρτι από στιγμές που χάνονται, που εξαφανίζονται. Φευγαλέες εικόνες, άνθρωποι που σιγά σιγά φεύγουν, άλλοι που φεύγουν απότομα, αυτοκίνητα, πλοία και τρένα να χάνονται στον ορίζοντα. Κι εκείνες τις ώρες στέκεις και τους κοιτάς να σε αφήνουν ή να αφήνουν τον εαυτό τους σε σένα, χτίζοντας εκείνοι έναν καινούριο. Αν οι σχέσεις των ανθρώπων είναι δόσιμο, αν το δούναι και λαβείν ισχύει, τότε η προσωπικότητά μας μόνο δική μας δεν είναι. Είναι όλοι οι άνθρωποι που γνωρίσαμε, που αγαπήσαμε, είναι όλοι εκείνοι που μας λείπουν, είναι το άρωμα που λατρεύαμε να μυρίζουμε, είναι το χρώμα των ματιών που έλαμπε, είναι το χαμόγελο που στόλιζε το πρόσωπο. Δεν μιλάω μόνο για σχέσεις ερωτικές, αλλά και για φιλικές. Τελικά εμείς, μόνο εμείς δεν είμαστε. Συνάπτουμε σχέσεις, γνωρίζουμε προσωπικότητες, ταυτιζόμαστε μ' αυτές, τις μυθοποιούμε και τις απομυθοποιούμε, τις αγαπάμε, τις νοιαζόμαστε, τις προσέχουμε και μερικές φορές τις προστατεύουμε, άλλοτε πάλι όχι, τις αφήνουμε να εκτεθούν και τελικά, τις διαγράφουμε.

Κλείνεις τα μάτια και θυμάσαι στιγμές, ονειρεύεσαι, φαντάζεσαι, αναπολείς και τελικά καταλήγεις από εκεί που ξεκίνησες, άδειος. Έχεις δώσει, πήρες, επέστρεψες ό,τι πήρες και ξαναδίνεις ό,τι σου απέμεινε, παρακαλώντας να πάρεις κάτι ακόμα. Η μπαταρία όμως τελειώνει φίλε μου και ή την αφήνεις να ξαναγεμίσει ή αγοράζεις άλλη. Βουλιάζεις στα ψέματα που έφτιαξες ο ίδιος, ζεις όλες σου τις ψευδαισθήσεις, ανασηκώνεις την κουβέρτα και χώνεσαι βαθιά μέσα, παρακαλώντας τον ύπνο να σε πάρει και να ξημερώσει η επόμενη μέρα ελπίζοντας ότι θα είσαι γεμάτος, ότι οι μπαταρίες σου φόρτισαν και τώρα πια μπορείς να κάνεις ακόμα περισσότερα, ότι μπορείς τώρα πια να γνωρίσεις μια άλλη μπαταρία και να την αδειάσεις, μέχρι να πας στην επόμενη.

Πόσο λάθος είμαστε? Φεύγουμε γιατί ο άλλος δεν έχει τίποτα πλέον να δώσει, ρουφάμε την ενέργειά του, τον αδειάζουμε, τον κάνουμε να είναι λάθος, να είναι κενός κι εμείς, γεμάτοι από αυτά που του πήραμε προχωρούμε στο επόμενο στάδιο. Κι αν καμιά φορά αναλογιστούμε εκείνα που αφήσαμε πίσω μας, θα δούμε ένα πέπλο εγωισμού να καλύπτει τα δικά μας λάθη. Κι αυτό το πέπλο δεν θα το αφήσουμε ποτέ να φύγει, θα παραμείνει εκεί, να, λες και θέλουμε να υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας τις στιγμές που επιλέξαμε να μην ζούμε. Υπάρχουν τόσες σιωπές που αποφύγαμε να απολαύσουμε, που τις σπάσαμε με ένα στεντόρειο "τι", λες και πρέπει να ξέρουμε πάντα την σκέψη του άλλου. Όχι, η σκέψη δεν μαθαίνεται μέσα από τα λόγια, τα συναισθήματα δεν τα ακούει κανένα αυτί. Η σκέψη βρίσκεται μέσα στην ίδια την σιωπή, όλα εκείνα που μπορώ να σκεφτώ βρίσκονται μέσα στην σιωπή μου κι όλα εκείνα που νιώθω για σένα βρίσκονται στην απόσταση που έχουν τα κορμιά μας.

Όσο πιο κοντά είμαστε, τόσο δυνατά είναι και τα συναισθήματά μου για σένα. Υπάρχουν όμως φορές που τα κορμιά μας έχουν απόσταση χιλιομέτρων κι εγώ σε νιώθω δίπλα μου, όχι γιατί είσαι ή γιατί νιώθω ότι με σκέφτεσαι, αλλά γιατί εγώ σε σκέφτομαι. Κλείνω τα μάτια μου και σε βλέπω μπρος μου, απλώνω το χέρι μου και αγγίζω εσένα, νιώθω στο πρόσωπό μου την διαδρομή των δακτύλων σου, ψηλαφώντας έτσι κάθε μου ρυτίδα και αγγίζοντας κάθε μου πόρο. Σε νιώθω να γαντζώνεσαι, να χώνεις τα νύχια σου στο δέρμα μου, προσπαθώντας έτσι να αποφύγεις κάθε πόθο και θάβοντάς τον να κρατήσεις ψηλά την ηθική σου, σβήνοντας συγχρόνως κάθε συναίσθημα, κάθε σκέψη. Είμαι σίγουρος ότι όλα αυτά δεν τα σκέφτεσαι, ότι πλέον δεν με αναζητάς το ξημέρωμα κι ότι τα πρωινά δεν περιμένεις την καλημέρα μου, όπως περιμένω εγώ την καληνύχτα σου τα βράδια, που ποτέ όμως δεν έρχεται. Μα όσο μακριά μου κι αν βρίσκεσαι, σ' όποια αγκαλιά και να κοιμάσαι, εγώ μαζί σου θα ξυπνάω.

Χαζεύω την πόλη από το τζάμι, την κοιτάζω να σωπαίνει κάθε μεσημέρι, ακούω τα αδέσποτα κάθε νύχτα να γαβγίζουν, τα τρένα να φρενάρουν γιατί φτάνουν στον σταθμό. Βγαίνω στο μπαλκόνι και παρατηρώ τους ανθρώπους που αγκαλιάζονται όταν συναντιούνται. Δυο φίλοι που συναντήθηκαν μετά από χρόνια, μια οικογένεια το απολωλός πρόβατο, ένας άντρας μια γυναίκα. Μένουν για αρκετά λεπτά αγκαλιασμένοι, λες και θα τους εκτελέσουν ή κάποιος τους είπε ότι τελειώνει ο κόσμος κι εκείνοι βουλιάζουν στην αγκαλιά που ποθούν να έχουν ως τελευταία. Είναι στ' αλήθεια υπέροχες αυτές οι αγκαλιές. Δεν είναι αγκαλιές θλίψης και αποχωρισμού, αλλά χαράς και συνάντησης. Είναι οι αγκαλιές που ζεις για να τις χαίρεσαι, είναι οι αγκαλιές που αύριο θα τις ξεχάσεις, γιατί θα τις επισκιάσει η αγκαλιά του αποχωρισμού, γεμάτη θλίψη, γεμάτη δάκρυα και απόγνωση. Αυτές τις αγκαλιές, δεν τις θυμάσαι ποτέ. Κι όμως, είναι οι αγκαλιές που έχουν μέσα τους όσα πρέπει να κρύβει ένας δυνατός δεσμός: την χαρά της συνεύρεσης και την λύπη που η φράση "μου έλειψες" κρύβει.

Προσπαθώ να σου μιλήσω κι εσύ είσαι απασχολημένη με το τείχος που χτίζεις. Οχυρώνεσαι πίσω από ένα φρούριο ψηλό, βάζεις συρματοπλέγματα και σκοπούς στις πολεμίστρες, γεμίζεις τις στιγμές με πολεμοφόδια, έτοιμη πλέον να με πολεμήσεις. Κι εκεί που έρχομαι να σου χτυπήσω την πόρτα για να μου ανοίξεις, βλέπω πίσω μου στρατό, έτοιμο για μάχη. Σαστίζω, νομίζω ότι είναι δικός σου και πάω να αμυνθώ από διπλά πυρά. Μόνο που ξαφνικά βλέπω ότι ο στρατός είναι δικός μου, ότι έρχομαι να σε πολεμήσω, ότι έρχομαι να σου ζητήσω να παραδοθείς αμαχητί. Μα η πλάνη είναι μεγαλύτερη, τόσο που δεν μπορούσα να την φανταστώ. Είμαι φυλακισμένος στο ίδιο μου το κάστρο, όπως κι εσύ στο δικό σου. Έχω βάλει σκοπούς να φρουρούν όχι εσένα, αλλά εμένα. Έχω κλειδαμπαρώσει κι έχω δώσει το κλειδί στον πρώτο φρουρό που βρήκα δίπλα μου.

Πάω στον καθρέφτη μου, κοιτάζω το είδωλό μου ειρωνικά και το φτύνω. Το καταδικάζω, το κατηγορώ, του απευθύνω χιλιάδες ερωτήσεις και απάντηση καμία, μόνο οι ίδιες ερωτήσεις στροβιλίζουν στο κεφάλι μου. Είναι ο τρόπος μου για να σου μιλήσω, είναι η οδός προς την ελευθερία μου και μέσα από αυτήν ίσως να βρεθώ στην δική σου οδό ελευθερίας. Μόνο σε μια ερώτηση ακούω την φωνή σου να ουρλιάζει στα αυτιά μου:
-Πως μπορείς και κοιμάσαι τα βράδια?
-Ποιος σου είπε ότι μπορώ?

Δεν υπάρχουν σχόλια: