Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2008

Σήκω και ντύσου, καιρός να ζήσουμε παιδί μου, ξημερώνει...


Να 'μαι εδώ, μπροστά σε μια λευκή οθόνη που πληγώνεται από το μαύρο των γραμμάτων. Τα χέρια μου διαγράφουν ανεξέλεγκτες πορείες επάνω στο πληκτρολόγιο προσπαθώντας να αποτυπώσουν την σκέψη μου. Αυτή τη σκέψη που κάποτε με λύτρωνε και τώρα με πνίγει σαν θηλιά στο λαιμό μου. Οι λέξεις βγαίνουν μόνες τους, αβίαστα, ο νους τρέχει ασταμάτητα, χιλιάδες θέματα πλημμυρίζουν το μυαλό μου, μα ένα μόνο μπορεί να με ρίξει ακόμα πιο κάτω, ακόμα πιο βαθιά, ένα θέμα μόνο μπορεί να με οδηγήσει ολοκληρωτικά στην τρέλα: Η απουσία σου και μαζί μ' αυτήν, η απουσία όλων των συναισθημάτων που μου δημιουργείς και μαζί μ' αυτά, η απουσία όλων των στιγμών που μου χαρίζεις και μαζί μ' αυτές, τα βράδια που ξαπλώνω και σε αγκαλιάζω χωρίς να είσαι δίπλα μου.

Παλιά η σιωπή υπήρξε σύμμαχός μου, τώρα με κυνηγάει αδυσώπητα, προσπαθώντας να ξεσκίσει τις σάρκες μου. Αν είχα την δύναμη να πάρω ένα ξυραφάκι να χαρακώσω το κορμί μου θα το έκανα, φοβάμαι όμως το εύκολο συμπέρασμα: Κατάθλιψη, ψυχολογική και ψυχιατρική υποστήριξη, νους σε καταστολή, επιθυμίες ανύπαρκτες. Κοιτάζω γύρω μου τους ανθρώπους, ντυμένοι όλοι τα όμορφα ρούχα τους, έχουν το βάδισμα της ευτυχίας, το βλέμμα της λύπης, της συμπόνιας όταν με αντικρίζουν, αλλά από μέσα τους ευχαριστούν τον Θεό, την τύχη ή τον ίδιο τους τον εαυτό που δεν είναι σαν εμένα. Άλλοι πάλι με αντικρίζουν με αντιπάθεια, χαρακώνουν το πρόσωπό τους με τις ρυτίδες του μίσους και μου επιτίθενται ανελέητα με μαστίγια, μαχαίρια και γροθιές. Αυτούς δεν τους φοβάμαι, γιατί όλοι αυτοί, αν κοιτάξουν μέσα τους θα βρουν εμένα ή έστω, κομμάτια από μένα, γι αυτό με μισούν, επειδή μου μοιάζουν.

Γέρνω δίπλα σου και σωπαίνω, αφουγκράζομαι τη φλέβα που χτυπάει στο λαιμό σου, ακολουθώ τον ρυθμό της, πότε αργά, ήρεμα και σταθερά και πότε βιαστικά, να περάσει η στιγμή ή, ακόμα χειρότερα, να ξεφύγει ο νους από αυτή την σκέψη. Αφήνομαι πάνω σου ολοκληρωτικά, δεν έχω δύναμη να επιλέξω, δεν έχω διάθεση να επιλέξω, κλειδώνω την ψυχή μου και σου δίνω το κλειδί χωρίς δεύτερη σκέψη. Μπορείς να ανοίξεις και να μπεις μέσα όποτε θες, μπορείς να μείνεις εκεί για όσο θες, μπορείς να φύγεις παίρνοντας μαζί σου το κλειδί και αφήνοντάς με χωρίς αισθήματα και ευαισθησίες. Δε με νοιάζει όμως, γιατί εσύ μόνο κατάφερες να με κάνεις να δω πιο βαθιά, εσύ μόνο κατάφερες να με κάνεις να πάω πιο πέρα. Εσύ με πήρες από το χέρι, με οδηγείς σε μονοπάτια που δεν ήθελα να δω, με ανεβάζεις ψηλά, με σπρώχνεις όταν σου φωνάζω ότι είμαι κουρασμένος, δεν σε φοβάμαι, σε σέβομαι και σε αγαπάω, μα πάνω απ' όλα σε εμπιστεύομαι αφάνταστα.

Κάποτε τρόμαζα στη σκέψη ότι κάποιος άνθρωπος μπορεί να έχει την δύναμη να με επηρεάσει, φοβόμουν όταν ερχόταν να με βρει για να μου μιλήσει, τον έβλεπα να αγγίζει την ψυχή μου και έκανα χιλιάδες βήματα προς τα πίσω. Τώρα εκπλήσσομαι ευχάριστα από τον εαυτό μου που δεν φοβάμαι να σε βλέπω να αλωνίζεις στα πιο βαθιά μου υπόγεια. Δεν φοβάμαι να σε βλέπω να τρέχεις στην κορυφή του κάστρου μου και να κοιτάζεις τις θάλασσες και τις πεδιάδες, όχι ως νικήτρια, αλλά ως επισκέπτης που απολαμβάνει τη θέα. Είναι περίεργη η ψυχή των ανθρώπων, κλειδώνει μονομιάς στον πρώτο φόβο και ξεκλειδώνει στο πρώτο αληθινό χάδι. Ψάχνω στο λεξικό να βρω την λέξη που υποδηλώνει πόσο χαίρομαι που με αγγίζεις τόσο αγνά και αληθινά και δεν υπάρχει ούτε μία, ξαφνικά η ελληνική γλώσσα φαντάζει φτωχή στα μάτια μου.

Ξεφυλλίζω τις σελίδες του μυαλού σου, διαβάζω όσα μπορώ να καταλάβω από τις σκέψεις σου, χαζεύω τις λέξεις που χρησιμοποιείς, θαυμάζω τον αριστοτεχνικό τρόπο που τις τοποθετείς, κοιτάζω τα κόμματα, τις τελείες, τα αποσιωπητικά, χαϊδεύω τα ερωτηματικά και χαμογελώ στα θαυμαστικά. Ενώνω όλα τα σημεία στίξης, καταγράφω με απίστευτη τάξη και αφοσίωση τις εντυπωσιακά όμορφες λέξεις, δημιουργώ την τέλεια εικόνα, εκείνη που δεν μπορεί να σβήσει με τίποτα, δεν ξεθωριάζει στο πέρασμα του χρόνου, αλλά γίνεται όλο και πιο φωτεινή, όλο και πιο αληθινή. Βουτάω μέσα της, τα χρώματα βάφουν τα ρούχα μου και τα γυμνά μέρη του σώματός μου. Αισθάνομαι πάνω μου το σκούρο μπλε, το βαθύ γαλάζιο, το φωτεινό πράσινο, το κατάλευκο και το μαύρο, το κίτρινο του ήλιου και το πορτοκαλί του ουρανού, το μωβ που βάφει την μπλούζα σου και εκείνο το κόκκινο που βάφεις τα νύχια σου.

Μακάρι να είχα την αρχιτεκτονική που χρησιμοποιείς στα κείμενά σου, να έκανα τα δικά μου να μοιάζουν ομορφότερα, να σου μοιάζουν. Μακάρι να ήμουν και ζωγράφος και να έβαζα ένα χρώμα σε κάθε κείμενο: Κίτρινο για τα μαλλιά σου, γαλαζοπράσινο για τα μάτια σου, ανοιχτό μπεζ για το δέρμα σου και ένα φανταχτερό κόκκινο για την ψυχή σου. Δεν είμαι όμως και οι λέξεις είναι φτωχές, τα γράμματα είναι μόνο εικοσιτέσσερα και ο χρόνος δεν μπορεί να μου χαρίσει παραπάνω από τριακόσιες εξήντα πέντε ημέρες, παρά μόνο κάθε τέσσερα χρόνια κι αυτό γιατί δεν βγαίνει σωστός στο μέτρημα. Σκληρός ο χρόνος με τους ανθρώπους κι ας λένε ότι είναι ο καλύτερος γιατρός.

Ακούω βήματα στο σκοτάδι, η πόρτα ανοίγει, κουλουριάζομαι στο κρεβάτι μου, κολλάω την πλάτη μου στον τοίχο, σφαλίζω τα μάτια μου, σφίγγω τα βλέφαρά μου, ετοιμάζομαι για το χειρότερο. Νιώθω το στρώμα να βουλιάζει από την αριστερή μεριά, ένα χέρι πλησιάζει το πρόσωπό μου, πέντε δάχτυλα το αγγίζουν, συνεχίζω να φοβάμαι, νομίζω ότι ζω εφιάλτη ή ότι η μέχρι τώρα ζωή μου ήταν όνειρο και πρέπει να ξυπνήσω στην πιο άγρια στιγμή της νύχτας. Και τότε ακούω την γαλήνη της φωνής σου: "Σήκω και ντύσου, καιρός να ζήσουμε παιδί μου, ξημερώνει..."

Δεν υπάρχουν σχόλια: