Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Κάθε μου σκέψη...


Πως να αρχίσω? Πως να ξεκινήσω να σου πω όσα με τρόπο σου δείχνω. Δεν είμαι καλός σ' αυτά, ποτέ δεν ήμουν. Ξέρω ότι όλα αυτά που νιώθω είναι δυνατά και προσπαθώ να βρω τρόπους να στο δείξω, συνεχώς ανακαλύπτω νέους, συνεχώς αναζητώ νέους. Δεν ξέρω αν θα τα πιστέψεις καν, φοβάμαι ότι σε πλήγωσαν τόσοι που τα δικά μου λόγια πέφτουν στο κενό. Δεν είναι ότι δεν ξέρω την αλήθεια, δεν είναι ότι δεν την βλέπω, δεν είναι ότι δεν τη νιώθω, είναι ότι φοβάμαι πιο πολύ κι από μικρό παιδί μήπως χαθούν όλα εκείνα που έψαχνα από τη μέρα που γεννήθηκα, μήπως εξαφανιστούν όλα εκείνα που κυνηγούσα, όλα εκείνα που ονειρευόμουν. Δεν θέλω να σε χάσω και κάθε μέρα που περνάει φοβάμαι περισσότερο μη σε χάσω. Είναι κι αυτή η σιωπή σου που με τρομάζει τόσο, που όσο κι αν την αναζητώ τόσο τη φοβάμαι.

Κλείνω τα μάτια μου και σε σκέφτομαι. Σε σκέφτομαι συνέχεια. Κοιτάζω τους τοίχους και βλέπω τα μαλλιά σου, εκείνα τα όμορφα μαλλιά που λατρεύω να τα αγγίζω, που μέσα τους βλέπω μια ολόκληρη ιστορία. Οι ανταύγειές σου είναι οι δρόμοι που θέλω να ταξιδέψουμε μαζί και τα υπόλοιπα είναι οι κάμποι που τους κοιτάζουμε για να μη χαθούμε στο ταξίδι. Κάθε που τα αγγίζω φεύγω μακριά, σε όλους εκείνους τους δρόμους που θέλω να περπατήσω, σε όλα εκείνα τα μέρη που θέλω να σε πάω, που θέλω να σου δείξω. Άλλες φορές πάλι νομίζω ότι είναι καταρράκτες κι ότι το τα νερά τους με δροσίζουν, με κάνουν να κολυμπώ μέσα τους, με λούζουν μέχρι να μουλιάσει το σώμα μου κι εσύ να έρθεις να το σκουπίσεις με τα φιλιά σου.

Σκέφτομαι τα δάχτυλά σου, τα νιώθω να τρέχουν πάνω στο σώμα μου, να ταξιδεύουν πάνω μου και να ανατριχιάζω ολόκληρος. Τα νιώθω να ανακαλύπτουν κάθε σπιθαμή του κορμιού μου και να ανεβαίνουν μέχρι τα χείλη μου. Κάθε δάχτυλο μια άλλη ιστορία. Τις γεύομαι αργά, τις αφήνω να γίνουν ένα με μένα. Τις αισθάνομαι όλες μέσα μου και ριγώ. Είναι όλα εκείνα που ήθελες να πεις, όλα εκείνα που θες να καταλάβω και όλα εκείνα που προσπαθείς να μου κρύψεις, αλλά με τρόπο εγώ τα μαθαίνω. Ξεκινώ με τον αντίχειρά σου, με την άκρη ων δαχτύλων σου, που εκτός από το να κρατάει ποτήρια και μολύβια είναι και μια μεγάλη πύλη για το υπόλοιπο χέρι σου. Κι ο δείκτης σου, που είναι σα να δείχνει την ηδονή όταν τον γεύομαι, εκείνος ο δείκτης που με κάνει να μπαίνω όλο και πιο βαθιά μέσα σου. Κατεβαίνω και φιλάω τις φλέβες σου, τις δαγκώνω, τις πιπιλάω και μετά τις ξαναφιλάω, μέχρι να ακούσω την ηδονή σου.

Ανακαλώ από τη μνήμη μου τα χείλη σου. Αχ, αυτά τα χείλη σου, όταν αγγίζουν τα δικά μου είναι σα να ήρθες για μένα. Μου αρέσει απλά να τα αγγίζω με τα δικά μου, να τα νιώθω πάνω στα χείλια μου και με κλειστά τα μάτια να ξεφεύγω από κάθε μαύρη σκέψη, να πηγαίνω σε έναν κόσμο όπου μόνο εσύ υπάρχεις και κανείς άλλος. Μόνο εσύ κι εγώ. Και ζούμε σε αυτό το κόσμο, μόνοι μας, χωρίς να έχουμε κανέναν άλλον ανάγκη. Ζούμε αυτό τον κόσμο μέσα από τα χείλη σου. Ταξιδεύουμε μέσα σ' αυτό τον κόσμο. Βρίσκουμε νέες πολιτείες, βρίσκουμε άλλους τρόπους έκφρασης, βρίσκουμε άλλους τρόπους να ηρεμήσουμε. Με ένα φιλί, με ένα άγγιγμα. Με μια λέξη που μπορεί να αφήσουμε την ώρα που αγγιζόμαστε, την ώρα που ενώνονται οι γλώσσες μας, την ώρα που τα υγρά μας αλλάζουν μέσα στα στόματά μας.

Σε φιλάω πίσω από το αυτί. Είναι σα να σου ψιθυρίζω λέξεις. Νομίζω ότι σε ακούω κιόλας να μου απαντάς. Νομίζω ότι σε ακούω να φωνάζεις με κλειστά τα μάτια. Αφήνω τη γλώσσα μου να παίξει με το λοβό του αυτιού σου. Αφήνω τα χείλη μου να φιλήσουν όλο σου το πτερύγιο και σε ακούω να αναστενάζεις. Μυρίζω όλα τα υγρά του σώματός σου. Γεύομαι όλο το άρωμα που αναδύει το κορμί σου. Το αφήνω να με γεμίσει, να με μεθύσει. Είναι σα να έχεις βάλει σε ένα μπουκάλι φύλλα από τριαντάφυλλα, από ορχιδέες, λίγο κόκκινο κρασί και τη μυρωδιά της άνοιξης. Κάθε που σε μυρίζω νομίζω ότι θα βρω μαργαρίτες και παπαρούνες σπαρμένες σε όλο σου το κορμί, νομίζω ότι θα βρω ένα λιβάδι γεμάτο λουλούδια, διαφορετικά λουλούδια. Το άρωμά σου μπορεί να κάνει και τον πιο φτωχό να γεμίσει λίρες τα μπαούλα του, μπορεί να κάνει τον πιο πλούσιο να χαρίσει τα λεφτά του, μπορεί να κάνει εμένα να σωπάσω για μέρες, για χρόνια, αρκεί να σε μυρίζω και να μεθάω.

Δεν ξέρω αν μπορώ να πω άλλα, δεν ξέρω αν το θέλω. Ξέρω μόνο ότι κάθε φορά που σε γεύομαι, κάθε φορά που σε νιώθω, κάθε φορά που τα υγρά σου κολλάνε πάνω μου, ανασταίνομαι. Ταξιδεύω πιο μακριά και από τα αστέρια. Ανακαλύπτω ένα νέο σύμπαν, ένα νέο κόσμο που μαζί ζούμε. Δεν θέλω να σταματήσω να σου μιλάω, αλλά δεν θέλω και να στερέψω. Και κάθε φορά που νομίζω ότι δεν έχω τίποτε άλλο να πω, μου λες μια λέξη, με κοιτάς με ένα βλέμμα, αναδύεις μία νέα μυρωδιά που μου γεννάει χίλιες δυο νέες λέξεις, με κάνει να δημιουργώ νέες λέξεις, με κάνει να θέλω να μάθω νέες λέξεις, σαν αυτές που εσύ ξεστομίζεις σε άσχετες στιγμές και με κρατάς πάλι κοντά σου, πάλι δίπλα σου, με τραβάς μέσα σου, με αφήνεις να μπω μέσα σου και να ακούω κάθε σου σκέψη, να ακούς κάθε μου σκέψη και να με κοιτάς με εκείνο το ανεξήγητο και μυστήριο βλέμμα που με τίποτα στον κόσμο δεν θα άλλαζα. Ούτε με τη ζωή μου.