Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Γυναίκα αν έχω κάνει λάθος συγχώρα με, γυναίκα αν είμαι σωστός μη μου το πεις...


Να ‘μαι πάλι εδώ, να σε αναζητώ μέσα σε ένα πληκτρολόγιο. Να πληγώνω αργά, βασανιστικά τα γράμματα με τις άκρες των δακτύλων μου. Έτσι ακριβώς όπως πάντοτε ποθούσα να αγγίξω το κορμί σου, να γευτώ τα χείλη σου, να φιλάω το λαιμό σου, να αφήνω το χέρι μου να χάνεται μέσα στα μαλλιά σου. Αναζητώ λίγο από το χρώμα των ματιών σου, αναζητώ τις σκέψεις σου, τους μύχιους πόθους. Αφήνω το μυαλό μου να ταξιδεύει πλάι σου, να σε αγγίζει. Να κοιμάμαι και να ξυπνάω μαζί σου, να σε κοιτάζω το πρωί με πρησμένα μάτια, γεμάτα τσίμπλες. Να σε αναζητώ τις νύχτες, καπνίζοντας αμέτρητα τσιγάρα στο μπαλκόνι και πίνοντας ό,τι αλκοολούχο υπάρχει στο σπίτι. Αναζητώ τη μορφή σου, τη τόση φευγάτη ματιά σου, τα γέλια σου που πλημμυρίζουν το δωμάτιο. Την λάμψη σου, αυτή τη λάμψη που είναι σα να τη φυλάκισαν οι Θεοί του Ολύμπου λίγο πριν εξοριστούν για πάντα. Λες και ο Δίας σου χάρισε τους κεραυνούς του, ο Απόλλωνας το φως του, η Αθηνά τη σοφία της, ο Άρης τη μαχητικότητά του και η Αφροδίτη (αχ, αυτή η Αφροδίτη) όλη την ομορφιά που μια θεά θα μπορούσε να έχει.

Οι ώμοι σου γυμνοί, ακόμα κι όταν είσαι ντυμένη κάποιο πουλόβερ ή ένα ζιβάγκο. Τα μαλλιά σου να χύνονται πάνω τους, πάντα λυτά. Και τόσο κόκκινα. Τα χέρια σου δεν είναι δυο χέρια που κρέμονται σαν φυσική προέκταση των ώμων ή (ακόμα χειρότερα) σαν μέλη ενός αρτιμελούς ανθρώπου, σχεδόν άχρηστα για τους περισσότερους. Δεν εξαφανίζονται μέσα σε τσέπες παντελονιών ή σακακιών, δεν κρατούν ένα στυλό σαν την Έλλη Στάη ούτε κουνιούνται αδιάφορα. Προσθέτουν ένα τσιγάρο σαν έκτο δάχτυλο, τοποθετούν τα μαλλιά πίσω από το αυτί με αργές, σχεδόν κινηματογραφικές, κινήσεις. Η τελειότητα αποτυπωμένη επάνω σου. Ποιος ζωγράφος δε θα ζήλευε τη μήτρα που σε φιλοξενούσε? Ποιος ποιητής δε θα έκλαιγε αν σε αντίκριζε επειδή ποτέ του δε θα καταφέρει να σε ονειρευτεί? Ποιος συγγραφέας δε θα ήθελε να σε βάλει ηρωίδα, να γράψει το καλύτερό του βιβλίο για σένα? Να σε τοποθετήσει στο πιο ψηλό σκαλοπάτι? Να σε ονομάσει μούσα του?

Ποιος χωροχρόνος σε έκλεψε? Σε ποιο άστρο κρύβεσαι? Ποια νύχτα σε εξαφανίζει? Έλα, βγες στο φως. Φώτισέ μας. Κάνε μας να χαμογελάμε. Δε χρειάζεται να σε αγγίζουμε, δε χρειάζεται να μας κοιτάζεις. Αρκεί να ξέρουμε ότι είσαι εκεί, κάπου κοντά. Απρόσιτη μεν, αλλά τόσο δική μας, τόσο οικεία. Παρούσα κι απούσα συγχρόνως. Με μια σκέψη δίπλα μας, μα αδύνατο να σε αγγίξουμε. Εσύ, το λευκό σκοτάδι. Ο μικρός παιχνιδιάρης πρίγκιπας. Ο λύκος στη στέπα της Ρωσίας. Το πιο σπάνιο λουλούδι στα όρη του Θιβέτ. Μια ανάσα σου, είναι άνεμος δροσιάς, ένα ξεφύσημά σου αναστατώνει τις θάλασσες. Μας καις και μας φουρτουνιάζεις, μας σκορπάς σε ουρανούς, μας φέρνεις πίσω στη γη. Μας κάνεις να πιστεύουμε τα πιο όμορφα παραμύθια, μας διώχνεις τους εφιάλτες. Αναστατώνεις τα όνειρά μας, υγραίνεις τα σεντόνια μας. Σκορπάς μεθυστικά αρώματα στο χώρο. Χαρίζεις την ανάσα σου.

Μακρινή γυναίκα. Αγαπημένη γυναίκα. Ξένη γυναίκα. Ζωντανή γυναίκα. Λαμπερή γυναίκα. Απρόσιτη γυναίκα. Όμορφη γυναίκα. Τρυφερή γυναίκα. Αλλοπαρμένη γυναίκα. Αλλοτινών καιρών γυναίκα. Των μακρινών θαλασσών. Αφιερωμένη σε ανθρώπους που δεν μπορούν να αγαπήσουν. Δε θέλουν να σε νιώσουν. Γυναίκα, χαμένη σε σκέψεις, γυναίκα κρυμμένη σε λάθος σεντόνια. Γυναίκα, που αναζητάς την ευτυχία εκεί που οι άνθρωποι καίνε, σκοτώνουν και βιάζουν. Γυναίκα που ρουφάς ανάστροφες μορφές. Γυναίκα που ερωτεύεσαι εκείνους που δε σε θέλησαν. Μόνο για να έχεις τη χαρά να λες ότι εσύ δε φταις. Γυναίκα που έρχεσαι όταν εμείς λείπουμε, που φεύγεις λίγο πριν έρθουμε. Γυναίκα που δε θέλησες να γίνεις ευτυχισμένη, χαρούμενη. Που κρύβεσαι πίσω από τη σιωπή σου. Γυναίκα απαράμιλλης ομορφιάς. Γυναίκα, που ο μύχιος πόθος σου, λερώνει το σεντόνι σου, τα μαξιλάρια σου, το εσώρουχό σου.

Μη φύγεις. Μη χαθείς. Μην εξαφανιστείς. Μην κρυφτείς. Μείνε εδώ. Δίπλα. Στο δίπλα δωμάτιο. Στο πίσω μέρος του μυαλού. Γνώρισε τις σκέψεις μου. Αναγνώρισε ετούτο το είδωλο στον καθρέφτη. Άγγιξε το όλον μου. Άφησε τα μάτια σου να ταξιδέψουν στο άπειρο. Επέστρεφε στην αγκαλιά μου. Γυναίκα, που κοιμάσαι σε ξένα σεντόνια. Γυναίκα που φοβάσαι να αγαπήσεις πραγματικά. Γυναίκα που δε θα αφεθείς ποτέ σου. Γυναίκα που θέλησες να υπάρχεις για δυο στιγμές, ενώ εγώ σου χάριζα μια ζωή. Γυναίκα που έγινες τόσο διαφορετική από αυτό που η φαντασία μου αποφάσισε να σου δωρίσει. Γυναίκα που ταξιδεύεις στον καιρών τα χαλάσματα. Που ήρθες κι έφυγες για να με κάνεις να μείνω κενός. Ένα άδειο κορμί, να περιφέρομαι σε τούτη τη γη σαν άλλος Ιουδαίος. Να κρύβομαι από τα χρώματα και να αφήνω τον ήλιο να με κάψει. Γυναίκα που με άφησες να σε ζήσω τόσο λίγο, που με έκανες να κλαίω στης Ακρόπολης τα χαλάσματα. Γυναίκα που με ταξιδεύεις κάθε που ξαπλώνεις γυμνή δίπλα μου.

Γυναίκα αν έχω κάνει λάθος συγχώρα με, γυναίκα αν είμαι σωστός μη μου το πεις. Άσε με μόνο να σε αγγίζω. Να υπάρχω μέσα από σένα. Να αφήνω το δικό μου ένα, να ενώνεται με το δικό σου όλον και να ταξιδεύω με το άρωμά σου. Γυναίκα, που δε σε γνώρισα ακόμα, που δε σε έχω μάθει. Μην με εγκαταλείπεις. Όχι τώρα που καλοκαιριάζει. Μη φεύγεις, τώρα που σύννεφα μαζεύονται στον ουρανό και θα μας πνίξει η βροχή. Γυναίκα των ονείρων μου, γυναίκα της σιωπής, της απουσίας και της θλίψης. Γυναίκα που κρύβεσαι πίσω από το λαμπερό σου βλέμμα, καρυάτιδά μου, σφάλισέ μου τα μάτια σου με ένα σου φιλί κι άσε με να βουλιάξω στο πιο όμορφο όνειρο. Εκεί που μένεις δίπλα μου, που δε φεύγεις. Που με αγκαλιάζεις και με αφήνεις να γελώ και να χαίρομαι. Γυναίκα μου, σε ευχαριστώ για τις όμορφες σκέψεις. Κι ας μην σε άκουσα ποτέ, ας μη σε δω ποτέ, ας μη σε γνωρίσω. Αρκεί που υπάρχεις. Σε ευχαριστώ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: