Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τετάρτη, 3 Δεκεμβρίου 2008

Σαν σύννεφα χάνονται στον ουρανό...


Σαν σήμερα λοιπόν... Ούτε ξέρω πόσα χρόνια πέρασαν, έπαψα να τα μετράω, αποφάσισα να τα αποβάλλω από την μνήμη, αποφάσισα να θεωρήσω το γεγονός ως μη γενόμενο. Μα πάντα έρχεται στην άκρη του μυαλού μου όταν διαγράφω εκείνη την διαδρομή, σπάνια πια. Άφησα τα χρόνια να διαγράψουν αυτήν την ημέρα, έτσι νόμιζα...

Σήμερα, τυχαία, πέρασα από εκείνο το σημείο. Στο μυαλό μου ήρθατε εσείς. Ήρθε εκείνη η στιγμή που στις ειδήσεις άκουσα το όνομά σας, μα δεν πίστεψα πως ήσασταν εσείς. Προσπέρασα το κανάλι με την ανάλυση των γεγονότων και το διέγραψα αυτόματα από το μυαλό μου. Αργότερα χτύπησε το τηλέφωνο. Στην άλλη άκρη ακουγόταν μία φωνή γεμάτη αγωνία που με ρωτούσε αν αυτό που έλεγαν οι ειδήσεις αλήθευε. Άρχισα τα τηλέφωνα σε γνωστούς, φίλους και συγγενείς. Κανείς δεν ήξερε τίποτα. Όμως μέσα μου κάτι με έτρωγε. Μετά από λίγο το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Απλώς μου επιβεβαίωσαν το περιστατικό.

Ο κόσμος μου κλονίστηκε. Ήρθα πρώτη φορά αντιμέτωπος με τον θάνατο. Έναν τόσο βίαιο θάνατο. Το αυτοκίνητο ολοκαίνουριο κι εσείς αποφασίσατε να κατεβείτε στην Πάτρα για να το στρώσετε. Ο πατέρας σου, η μητέρα σου κι εσύ. Η αδερφή σου έμεινε στην Ελευσίνα, είχε αποφασίσει να πάει για καφέ. Χωρίς να το ξέρει είχε αποφασίσει να ζήσει. Κι αν δεν το αποφάσισε αυτή, το αποφάσισε ο άγγελός της.

Κάπου κοντά στο Αίγιο, ο οδηγός ενός αυτοκινήτου που εκτελούσε την αντίθετη διαδρομή, από Πάτρα προς Αθήνα, έπαθε καρδιακή προσβολή και έπεσε πάνω στο τιμόνι. Το αμάξι του έφυγε στο αντίθετο ρεύμα, εκεί όπου βρισκόσασταν εσείς. Και η σύγκρουση ήταν μετωπική. Εσύ και η μητέρα σου δεν ξανανοίξατε τα μάτια σας, ο πατέρας σου βγήκε πολλούς μήνες μετά από την εντατική.

Στο μυαλό μου έρχονται τα καλοκαίρια μας στο χωριό. Τις μέρες που ερχόμουν σπίτι σου και η μητέρα σου μου έβγαζε ένα μεγάλο μπολ με αμύγδαλα. Τα βράδια που όλη η παρέα περπατούσαμε στους σκοτεινούς δόμους του χωριού. Τις στιγμές που σου κρυβόμουν και σε φόβιζα. Τα βράδια που σας γυρνούσα στο σπίτι, εσένα και την αδερφή σου. Την αμηχανία που και οι δυο μας νιώσαμε όταν μάθαμε ότι είμαστε ξαδέρφια.

Και τώρα... Και τώρα περνάω από το νεκροταφείο όποτε το θυμάμαι. Μα όταν σας κοιτώ μου λείπετε. Πραγματικά μου λείπετε. Μου λείπουν όλα εκείνα που σαν παιδιά ζήσαμε. Μου λείπουν οι επιπλήξεις σου για το τσιγάρο κι ας κάπνιζες κι εσύ. Μου λείπουν τα απρόσμενα ραντεβού μας στα ηλεκτρονικά, όταν ερχόσουν και μου έκανες παρέα.

Θυμάμαι πάλι την ημέρα που θα σε έβλεπα τελευταία φορά. Δεν ήξερα αν ήθελα να σε δω ή αν ήθελα να κρατήσω σαν τελευταία ανάμνηση το ζωντανό σου πρόσωπο. Μαζευτήκαμε, σχεδόν όλο το χωριό. Ήρθε ο Δημήτρης με την Μυρτώ (το ξέρεις ότι τώρα πια δεν είναι μαζί?), ήρθε ο Χριστόφορος, ο Βελλιός, ο Θωμάς, ο Βαγγέλης. Ήρθαν όλοι σου οι συμμαθητές. Αλήθεια, τους είδες? Χάρηκες που τους είδες? Χάρηκες που κατάφερες να τους ενώσεις όλους σε μια αγκαλιά?

Είδες τι κάνουν κάποια κλάσματα δευτερολέπτου? Είδες τι κακό μπορούν να προξενήσουν? Αφανίζουν ανθρώπους, διαλύουν οικογένειες, κόβουν τα νήματα της ζωής απότομα. Ανάθεμα σ' εκείνους που κρατούν το ψαλίδι. Δεν ξέρω τι να πω. Κολλάω... Σκέφτομαι ότι θα ήταν διαφορετικά τα πράγματα αν μια μέρα σε έβλεπα, έστω και στο όνειρό μου.

Σαν σήμερα λοιπόν... Κι ας μην το πίστεψα ποτέ, κι ας μην θέλω ακόμα να το πιστέψω. Στο μυαλό μου έχω την δικαιολογία. Δεν τελείωσες ακόμα την σχολή στην Πάτρα. Έκλεισε το μαγαζί με τα ηλεκτρονικά και δεν μπορούμε να βρεθούμε. Αλλάξαμε παρέες και δεν πάμε στο χωριό τις ίδιες ημερομηνίες. Μα όταν καμιά φορά πετυχαίνω την αδερφή σου στο περίπτερο της παραλίας κάνω ότι δεν έγινε τίποτα. Δεν την ρωτάω για σένα.

Κάπου εδώ τελειώνω. Κάπου εδώ θα σου πω καληνύχτα. Ελπίζω απόψε να τα πούμε, ελπίζω να σε δω, να με δεις. Ελπίζω για λίγα δευτερόλεπτα να σε νοιώσω και να με νοιώσεις. Λίγα δευτερόλεπτα μόνο, τίποτε άλλο, λίγα δευτερόλεπτα... Καληνύχτα Φιλιώ...

Δεν υπάρχουν σχόλια: