Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2008

Τι τραγούδι να σου πω που να σε ξέρει?


Υπάρχουν μέρες σαν κι αυτή, που θέλω να βγω έξω να γλεντήσω, να χορέψω και να γελάσω με όλους εκείνους που νιώθω τόσο κοντά μου ώστε θα τολμούσα να κόψω το χέρι μου για να μπορέσουν να κάνουν κάτι παραπάνω από αυτό που μπορούν. Υπάρχουν νύχτες σαν κι αυτή που τελικά καταλήγω να κάτσω μόνος μου στο σπίτι και πίνοντας λίγο κρασί να εμπεδωθώ στο γράψιμο που τόσο λατρεύω. Δεν με πνίγουν οι νύχτες αυτές, δεν με κατακεραυνώνουν και οι σκέψεις μου δεν είναι άσχημες, δεν έχουν ούτε μια σταλιά εκδίκησης. Ίσα ίσα, θα έλεγα ότι στις σκέψεις μου κυριαρχεί η ηρεμία και η αγάπη. Έτσι ήμουν πάντα και τελικά έτσι θα είμαι. Όταν γύρω μου οι άνθρωποι θα με περικυκλώνουν ασφυκτικά νομίζοντας ότι έχω καταστρέψει το σύμπαν ή όταν θα έχω εγώ αυτή την εντύπωση για τον εαυτό μου, θα κάθομαι μόνος μου σε μια γωνιά, θα επιλέγω την σιωπή και θα γλεντάω με τραγούδια που η μνήμη μου τα είχε σβήσει.

Δεν είναι κακή η απομόνωση και δεν είναι καθόλου άσχημη η αποξένωση. Το να ξέρεις πότε ήρθε η στιγμή που η μοναξιά σου χτυπάει την πόρτα για να νιώσεις λίγο καλύτερα είναι ευλογία. Μην με ρωτήσετε από ποιον, ποτέ μου δεν πίστευα σε θεούς και έπαψα εδώ και χρόνια να τους αναζητώ. Ανθρώπους ψάχνω και τολμώ να πω ότι δεν βρήκα πολλούς, αλλά αυτούς που βρήκα θέλω με όλη την δύναμη της ψυχής μου να τους κρατήσω δίπλα μου. Και τότε είναι που βουλιάζω στην ανασφάλεια. Μην τυχόν και χάσω αυτούς που με κάνουν να γελάω και να νιώθω όμορφα. Τότε είναι που βάζω το μυαλό μου να σκεφτεί και που οι γκάφες διαδέχονται η μία την άλλη. Τότε είναι που καταλαβαίνω ότι ή είμαι ηλίθιος ή ανήμπορος να κρατήσω αυτά που με κόπο προσπαθώ να αποκτήσω. Δεν πτοούμαι όμως, γιατί ξέρω πως όλα είναι για καλό ή έτσι μου είπε κάποιος κάποτε. Εδώ που τα λέμε όμως, οι άνθρωποι που αγαπώ δεν έφυγαν ποτέ κι όσοι για κάποιο λόγο χάθηκαν τους είδα να επιστρέφουν στην πιο δύσκολη στιγμή μου και να με γεμίζουν χαρά.

Ανάβω ένα τσιγάρο και το αφήνω στο τασάκι, δίπλα είναι το κρασί και ακόμα πιο πέρα το ημερολόγιό μου. Ω, ναι, κρατώ ημερολόγιο, ξέχωρα από ετούτο εδώ. Μοιάζω με κοριτσάκι δώδεκα χρόνων κι ας είμαι ένας μαντράχαλος στα είκοσι-οχτώ του. Τι είναι αυτό που με οδηγεί στο να είμαι τόσο μυστικοπαθής? Τι είναι αυτό που με κάνει να κρατάω για τον εαυτό μου τα σημαντικά και να αφήνω στους άλλους τα πιο ασήμαντα, εκείνα που και να τα μάθουν δεν θα με πειράξει και τόσο? Είμαι μόνο εγώ έτσι ή όλοι οι άνθρωποι κινούνται σαν εμένα? Κι αν είμαι μόνος μου τι θα έκανα όταν θα έβρισκα κάποιον σαν εμένα? Θα τον κατηγορούσα ως στρείδι ή θα τον καλοδεχόμουν? Γιατί πάντα ζητώ από τους άλλους να μιλήσουν κι εγώ βουλιάζω στην σιωπή? Κάποιοι με είπαν εγωιστή κι όταν γύρισα σπίτι μου έπεσα με δύναμη στο κρεβάτι βάζοντας τα κλάματα. Και τότε άκουσα το μαξιλάρι να μου λέει όσο πιο σιγά μπορούσε: "Όλοι εγωιστές είναι, όλοι τον εαυτό τους κοιτούν, απλά εσύ το ξέρεις και δεν το κρύβεις, ενώ οι άλλοι κρύβονται πίσω από το καλό της ανθρωπότητας και προσπαθούν να φανούν Μεσσίες."

Δεν θέλω να το πιστέψω. Όχι, δεν είναι αλήθεια αυτό. Δεν μπορεί όλοι να κοιτάμε τον εαυτό μας και κανείς να μη νοιάζεται για τον άλλο. "Ποιος σου είπε ότι κανείς δε νοιάζεται", μου απαντάει και πάλι, "αν δε νοιαζόταν δεν θα κοιτούσε τον εαυτό του. Ακούγεται οξύμωρο, και ίσως να είναι, αλλά μόνο όταν νοιάζεσαι για σένα, όταν προσπαθείς να είσαι ο εαυτός σου μπορείς να κάνεις και όλους τους άλλους ευτυχισμένους. Δες την ζωή σου μέχρι σήμερα, όσες φορές έκανες πράγματα που ήθελες κανείς δεν σε κατηγόρησε, κανείς δεν σε είπε εγωιστή και όλοι ήταν δίπλα σου ευτυχισμένοι. Όταν άρχισες να σκέφτεσαι τους άλλους και την ευτυχία τους, τότε έκανες πράγματα που δεν τους άρεσαν, τότε τους πίεσες και τους ζητούσες ανταμοιβή για όλα εκείνα που νόμιζες ότι θα τους κάνουν να χαρούν."

Απόρησα, στ' αλήθεια, δεν πίστεψα ποτέ μου ότι ένα μαξιλάρι θα μπορούσε να έχει τόσο δίκιο. Εκείνο και πάλι μου απάντησε, λες και διάβαζε την σκέψη μου ή λες και την φώναξα τόσο δυνατά ώστε να ακουστεί σε όλο το δωμάτιο. "Έχω νιώσει το κεφάλι πολλών ανθρώπων, έχουν ξαπλώσει πάνω μου, δουλειά μου είναι να τους ξεκουράζω. Μερικές φορές αφήνουν πάνω μου αρώματα, δάκρυα κι ιδρώτα, άλλες πάλι με πλακώνουν με άλλα μαξιλάρια, για να είναι εκείνοι πιο άνετοι. Αυτός είναι ο προορισμός μου. Ποτέ μου όμως δεν διαμαρτυρήθηκα. Τους άφησα να κλαίνε και να γελάνε, ένιωσα την ανάσα τους, ένιωσα τις φλέβες τους να χτυπάνε ρυθμικά, πότε ήρεμα κι αργά και πότε μανιασμένα και γρήγορα. Είμαι εκεί όταν με ζητάνε, ξέρουν πως όταν θα ξαπλώσουν θα υπάρχω και θα τους περιμένω, χωρίς να ζητήσω τίποτα ως αντάλλαγμα. Είμαι περισσότερο άνθρωπος απ' ότι εσύ."

Κι είναι αλήθεια. Πότε βρέθηκα δίπλα στους άλλους? Όχι ως παρουσία, αυτό δεν λέει τίποτα, αλλά ως συμπεριφορά. Πότε τους αφουγκράστηκα, πότε προσπάθησα να τους νιώσω, πότε τους άκουσα? Πότε βρήκα τα συναισθήματα πίσω από τις λέξεις? Ίσως και ποτέ να μην το έκανα. Και φταίω πολύ περισσότερο απ' όσο εκείνοι που κατηγορώ. Εκείνοι είχαν λόγους και αιτίες. Εγώ τι είχα? Ένα σωρό δικαιολογίες και τίποτε άλλο. Ψεύτης ως το τέλος. Ψεύτης και μνησίκακος. Να κρύβομαι πίσω από την ζωή μου και να λέω ότι εγώ ξέρω και κανείς άλλος δεν μπορεί να καταλάβει. Δεν είναι αλήθεια αυτό όμως και το έμαθα από ένα μαξιλάρι.

Πόσο μικρός είμαι? Πόσα πράγματα πρέπει ακόμα να μάθω? Νόμιζα ότι μεγάλωσα απότομα, ότι τα ήξερα όλα, μα τώρα είναι που αρχίζω να μαθαίνω, τώρα είναι που περπατάω λίγο καλύτερα, τώρα, που συνειδητοποιώ ότι δεν ξέρω τίποτα. Νόμιζα πως ήμουν καλός, ότι μπορούσα να σταθώ δίπλα σε όλους με τα χέρια ανοιχτά, να τους καλωσορίσω και να τους υποδεχτώ με χαρά. Νόμιζα χιλιάδες πράγματα για μένα και απόψε ένα μαξιλάρι μου έδειξε ότι είμαι ένας ακόμη κοινός θνητός, που δεν καταλαβαίνει, που δεν σκέφτεται. Που ακόμα κι ένα άψυχο αντικείμενο έχει περισσότερη κατανόηση και νιώθει περισσότερα από μένα. Πίστεψα τις ψευδαισθήσεις μου και κρύφτηκα πίσω από λόγια. Είπα χιλιάδες λέξεις χωρίς να κατανοώ την σημασία τους. Ψεύτης κι ας έλεγα ότι η αλήθεια μετράει για μένα. Ψεύτης για όλους, μα πιο πολύ για τον εαυτό μου. Κι απόψε, κανένα τραγούδι, κανένας στίχος δεν μπορεί να περιγράψει τι συνειδητοποίησα. Ούτε καν αυτό το κείμενο.

Τι τραγούδι να σου πω που να σε ξέρει?

Δεν υπάρχουν σχόλια: