Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Πέμπτη, 23 Ιουλίου 2009

Δεν είναι η ανάγκη, δεν είναι η μοναξιά...


ΕΚΕΙΝΟΣ: Έρχονται στιγμές που κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη και λέω «κουράστηκα». Κουράστηκα να σκαλίζω το παρελθόν, να φοβάμαι το μέλλον, να αρχίζω κάτι νέο, να συνεχίζω κάτι παλιό. Κουράστηκα να παίρνω την ζωή μου στα χέρια μου σε κάθε στραβό και κάθε άσχημο. Είναι οι στιγμές που νιώθω ότι κανείς άλλος δεν μπορεί να καταλάβει τι κρύβεται βαθιά μέσα στο μυαλό μου, οι στιγμές που σωπαίνω ακόμα κι απέναντι στο είδωλό μου, οι στιγμές που προσπαθώ να ανακάμψω, να βρω δύναμη να συνεχίσω, να πάψω να φοβάμαι και να αγωνίζομαι.

ΕΚΕΙΝΗ: Οι ίδιες σκέψεις βασανίζουν και μένα την ώρα που οι στιγμές αυτές καθρεφτίζουν όλα εκείνα που φοβόμουν. Οι φόβοι μας είναι ένα ταξίδι ανίερο, σκοτεινό. Σα το Γκολουμ που προσπαθεί να ξεφύγει από την σκιά. Μερικοί άνθρωποι εγκλωβίζονται σε αυτή γιατί έτσι έμαθαν. Στη σκιά πολεμάς καλύτερα, οι φόβοι έχουν το μέγεθος νυχτερίδας και κανείς δεν προσπαθεί να στους γιατρέψει.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Ακολουθώ τα βήματά σου. Περπατώ εκεί που με έμαθες να μπουσουλάω. Κρύβομαι πίσω από γωνίες και κολώνες που δεν μπορείς να δεις. Σε βλέπω σκυφτή να προσπερνάς, με μια τσάντα, μάλλον γεμάτη χαρτιά ή και άδεια, να προχωράς και να περιμένεις να μπεις σε ένα αμάξι ή να ανέβεις σε μια μηχανή. Δε με νοιάζει ποιος είναι ο οδηγός, με νοιάζουν οι σκέψεις σου. Υπάρχω μέσα σ’ αυτές?

ΕΚΕΙΝΗ: Υπάρχεις, όσο υπάρχω κι εγώ στις δικές σου. Όσο με αναφέρεις στα γραπτά σου. Όσο με αναζητάς στους εφιάλτες σου. Όσο με ξυπνούν οι κραυγές σου. Υπάρχεις όταν υπάρχουν δάκρυα στο μαξιλάρι σου ή όταν τα μυστικά σου αποκαλύπτονται. Όταν νιώθεις μόνος σε ένα καυτό δωμάτιο. Όταν περιμένεις στη γωνία ακούγοντας μουσική να κατέβω. Όταν περπατάς κι εσύ με σκυφτό κεφάλι. Εγώ? Υπάρχω?

ΕΚΕΙΝΟΣ: Υπάρχεις. Γιατί υπήρχες πριν σε συναντήσω. Υπάρχεις, γιατί αφού σε συνάντησα είδα ότι δεν ήμουν μόνος. Ότι εκείνο το αστέρι που κοίταζα μικρός, το κοιτούσες και εσύ. Αναρωτιόσουν κι εσύ, όπως κι εγώ, αν κάποιο άλλο βλέμμα κοιτάζει αυτό το αστέρι, αν κάποιος άλλος νους σκέφτεται όσα εγώ. Κι ας φαντάζανε άδειες οι σκέψεις. Η σιωπή ουρλιάζει περισσότερο από μία κραυγή. Η φωνή ακούγεται καλύτερα όταν κανείς δεν μιλάει. Κι αυτό που τα χείλη δε λένε, το λένε τα γράμματα που δε στείλαμε ποτέ, το τηλέφωνο που δεν χτύπησε, οι τυχαίες συναντήσεις που δε θα γίνουν.

ΕΚΕΙΝΗ: Πάντα σου άρεσε να κρύβεσαι πίσω από ονειρεμένα τοπία. Ένας Μικρός Πρίγκιπας που ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο, αλλά στο ταξίδι του ξέχασε γιατί ξεκίνησε. Τώρα, στη μικρή Γη, αναπολεί ένα τριαντάφυλλο μέσα σε μια γυάλα. Κι ούτε ποτέ φανταζόταν ότι θα πέθαινε σε μιαν έρημο. Εκείνος που ήθελε να γνωρίσει κόσμο, έφυγε από τον μοναχικό του πλανήτη για να πεθάνει πάλι μόνος.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Δεν είμαι τόσο αφελής κι εσύ δεν είσαι τόσο ρομαντική. Πίσω από αυτό που γίναμε κρύβεται αυτό που νομίζαμε ότι θα γίνουμε και πίσω από αυτό κρύβεται εκείνο που θέλαμε να γίνουμε. Τώρα ταξιδεύουμε χωρίς σκοπούς κι αιτίες. Ένα σεντόνι νομίζουμε ότι κρύβει το σώμα μας, μα δημιουργεί το πιο αισθησιακό θέατρο σκιών κι εμείς δίνουμε τη μεγαλοπρεπέστατη παράσταση της καριέρας μας. Όχι πιόνια, μα φιγούρες. Ποιος είναι συμπαθής και ποιος όχι θα φανεί στο τέλος. Η φυσαρμόνικα σώπασε, η φλόγα έσβησε, οι ουρανοί στερέψανε και το ρολόι ξεκουρδίστηκε.

ΕΚΕΙΝΗ: Μικρέ μου, πότε έγινες απαισιόδοξος? Κρύβεσαι πίσω από το όνειρο και δε ζεις καμία πραγματικότητα. Τα σχέδιά σου έγιναν στάχτη, οι σκέψεις σου ειπώθηκαν και αποκαλύφτηκες. Είσαι ένα μικρό συναισθηματικό παιδάκι. Αρνείσαι να μεγαλώσεις. Αρνείσαι να δεχτείς το τέλος. Αρνείσαι τα πάντα. Ακόμα και τον εαυτό σου. Και αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν ψυχανάλυση, εσύ το βάφτισες συναίσθημα.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Μη με κρίνεις. Ό,τι κι αν είμαι, όπως κι αν έγινα, είμαι κάποιος που προσπαθεί. Από μικρό παιδί, από τη μέρα που γεννήθηκε. Και τώρα που τριανταρίζω, είμαι κάποιος που κοιτάζει πίσω να δει αν τα λάθη μπορούν να τον διδάξουν, αν οι ανασφάλειες έγιναν συναισθήματα και αν οι φόβοι αυτοκτόνησαν.

ΕΚΕΙΝΗ: Κλείσε τα μάτια σου και φαντάσου τον εαυτό σου. δεν είσαι μικρός, μα δεν είσαι και μεγάλος. Θα κάνεις κι άλλα λάθη, θα βρεις κι άλλους τρόπους να ξεπεράσεις το παρελθόν και οι ανασφάλειές σου θα καούν, έτσι ώστε να ξαναγεννηθούν κάποια άλλη μέρα. Είσαι ό,τι είσαι, γιατί το επέλεξες. Κι αν δεν ήσουν αυτός, δε θα σε συναντούσα, έστω για λίγο.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Έλα δίπλα μου...

ΕΚΕΙΝΗ: Δε με έχεις ανάγκη...

ΕΚΕΙΝΟΣ: Δεν είναι η ανάγκη, δεν είναι η μοναξιά, ποτέ δεν ήταν...

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

Καθρέφτης...


Σιωπή, εικόνες, λέξεις, σκέψεις. Κάπου στο υπερπέραν χάνουμε τον εαυτό μας, τον ξαναβρίσκουμε στη γη. Πως αλλιώς? Είμαστε ό,τι είμαστε, κάνουμε ό,τι κάνουμε είτε μέσα από μία ουδέτερη παρόρμηση είτε μέσα από μια βαθιά επιθυμία. Η ουσία όμως χάνεται στο πλήθος, όπως στο πλήθος χάνονται και τα λόγια μιας αιωνιότητας, για τη μέρα ούτε λόγος. Το ρήμα «σ’ αγαπάω» παίρνει σάρκα και οστά για κάποια δευτερόλεπτα μόνο και μετά όλα γκρεμίζονται. Οι λέξεις βυθίζονται μέσα σε ένα ποτάμι δάκρια, μέσα σε μερικές απουσίες, που παρόν και μέλλον αδυνατούν να θυμηθούν και να καταλάβουν αντιστοίχως. Κρινόμαστε γι αυτό που ο πολύς κόσμος δε θέλει να συνειδητοποιήσει: το βαθύτερο είναι μας καθρεφτίζεται στα μάτια του άλλου. Οι μόνες λέξεις που θα μπορούσαν να αποκτήσουν αξία είναι εκείνες που κανένα βλέμμα και κανένα στόμα δε θα προδώσει ποτέ. Εκείνες που προτιμούμε να θάψουμε για να μην ξεχαστούμε, για να υπάρξουμε έτσι όπως θέλουμε, έτσι όπως επιθυμούμε και έτσι όπως θα ήθελαν οι άλλοι να είμαστε.

Η επιθυμία του ενός, χάνεται μέσα στο απέραντο γκρίζο των δρόμο, η μοναξιά τρέχει μαζί με τις διακεκομμένες γραμμές των λωρίδων, την ώρα που τις κοιτάζεις από το τζάμι, ως συνοδηγός και την ώρα που σκέφτεσαι κάτι εντελώς ξένο. Μέσα από αυτές ταξιδεύεις, μαζί με αυτές ταξιδεύεις. Γίνεσαι ένα με το μικρό κόψιμό τους. Αναπολείς όλα όσα εσύ επέλεξες να κόψεις. Και πας παρακάτω, παραπέρα, πιο μπροστά. Ο διπλανός σου θα σε ρωτήσει τι έχεις κι εσύ με ένα αποστομωτικό τίποτα θα του γυρίσεις την πλάτη. Το πρώτο σημάδι της μοναξιάς, της αποξένωσης. Αύριο θα τον κατηγορήσεις ότι δε νοιάζεται, δεν ενδιαφέρεται, ότι είναι εγωιστής. Μα το δικό σου τίποτα, ήταν το κλειδί που κλείδωσε την πόρτα μια για πάντα. Κι εκείνος ο ξένος έφυγε, όπως φεύγουν όλοι, όπως φεύγεις εσύ, όπως φεύγουν οι γραμμές.

Τι να αρχίσεις και τι να τελειώσεις? Στο δίπλα δωμάτιο γονείς συζητούν για το άλλο παιδί, εκείνο που πάντοτε τους έκανε να ασχοληθούν μαζί τους. Κι εσύ, στο δικό σου δωμάτιο, προσπαθείς να ανακαλύψεις πότε υπήρξες παιδί. Μία και μόνο απάντηση όμως στροβιλίζει στα αυτιά σου, μία και μόνο σκέψη κατοικεί στο μυαλό σου, μία και μόνο έκφραση στοιχειώνει το βλέμμα σου. Ποτέ. Το ποτέ συνάντησε το τίποτα κι όλα μαζί αναζητούν το πάντα. Τι κι αν αρνείσαι το προφανές? Τι κι αν δε θες να δεις την πραγματικότητα. Όλοι εκείνοι, που πεισματικά αρνήθηκαν να σου ανοίξουν τη δική τους πόρτα, θα σε αναζητήσουν αύριο. Δε θα σου χτυπήσουν ποτέ το κουδούνι, φτάνει μια σκέψη τους. Μα εσύ θα βρίσκεσαι χαμένος στη δική σου σκέψη. Εσύ θα αναζητάς τα αίτια κι εκείνοι εσένα. Γι αυτό είσαι πάντα λάθος. Γιατί εσύ ψάχνεις μια λέξη ή μια φράση, ενώ εκείνοι ένα υποκείμενο, ένα φάντασμα του παρελθόντος, που χάνεται μέσα στις αιώνιες απορίες.

Προσπαθείς να θυμηθείς τα πως και τα που και τα πότε. Κι απέναντί σου στέκονται μάρτυρες κατηγορίας ο Ελύτης, ο Νταλί, ο Καββαδίας, ο Σικελιανός, ο Παλαμάς, ο Πικάσο, ο Μοντιλιάνι, ο Μότσαρτ, ο Μπετόβεν. Κι εσύ προσπαθείς να μιλήσεις. Μα τι να πεις? Πώς να το πεις? Σε ποιον? Ο χρόνος όμως, είναι ο πιο αδυσώπητος εχθρός και ο πιο καλός σου φίλος. Μόνο ο χρόνος μπορεί να σε κάνει να καταλάβεις κάτι, να λάβεις την απάντηση που πάντα ήθελες. Αυτό αναζητούμε όλοι, μία απάντηση. Απλά τις περισσότερες φορές δεν είμαστε σε θέση να την καταλάβουμε, εκείνη όμως ριζώνει και την δεχόμαστε σιγά σιγά, σταθερά. Οι γρήγορες αναζητήσεις είναι πολυσύνθετες και καθόλου άμεσες. Οι ιδέες, οι σκέψεις και τα συναισθήματα πρέπει πάντοτε να μεστώνουν. Μόνο έτσι καταλαβαίνουμε τα γιατί των πράξεών μας. Μια στροφή λοιπόν, είναι αρκετή για να πετάξει το αμάξι εκτός δρόμου, όπως και μια ματιά είναι αρκετή για να περικλείσει ένα συναίσθημα. Όπως και μια λέξη είναι αρκετή για να καταστρέψει τα πάντα. Γι αυτό λοιπόν, ας προσέχουμε τι λέμε και κυρίως, ας προσέχουμε τι σκεφτόμαστε. Γιατί ας μην ξεχνάμε, ότι ο άνθρωπος που έχουμε απέναντί μας για κάτι μάχεται, όπως κι εμείς άλλωστε!

Τετάρτη, 8 Ιουλίου 2009

Ο εφιάλτης του Οδυσσέα...


Είμαστε άνθρωποι κι ως άνθρωποι είμαστε αφημένοι στο έλεος του Θεού, του σύμπαντος των άστρων και του Καραμανλή. Υπάρχει πάντα μία ανώτερη αρχή που μας καθοδηγεί. Υπό προϋποθέσεις ο κάθε ένας από εμάς μπορεί να είναι τέλειος, αληθινός, χαρούμενος και γενικότερα ο πιο cool άνθρωπος. Επειδή όμως shit happens, κι επειδή όπως είπαμε στην αρχή είμαστε αφημένοι στο έλεος της κάθε θεομηνίας και αναξιοπρεπούς βλακείας που σφηνώνεται στο κεφάλι του καθενός μας, οφείλουμε να ανταπεξέλθουμε στα προβλήματά μας με τους άλλους με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Φωνές, αψιμαχίες και άσχημες διαθέσεις δεν έχουν καμία θέση στην παρούσα στιγμή. Το γεγονός ότι ο κάθε ένας από εμάς βρίσκεται σε κάποια άσχημη ψυχολογική κατάσταση δε σημαίνει ότι οι υπόλοιποι μπορούν να του την πέσουν με τον οποιοδήποτε τρόπο. Όταν κοιτάζουμε τους εαυτούς και αντιλαμβανόμαστε ότι έχουμε νεύρα δεν είναι δυνατό να τα βγάλουμε από μέσα μας όποτε μας έρθει. Χρειάζονται πάντα οι κατάλληλες προϋποθέσεις. Και αυτές τις φτιάχνουμε, δεν τις βρίσκουμε έτοιμες.

Σε τέτοιες περιπτώσεις η σιωπή είναι ο καλύτερος σύμμαχος και μέσα από εκείνη κάνουμε ό,τι μπορούμε. Αν την ώρα που μας χτυπάνε δεν δεχτούμε τα όποια χτυπήματα και προσπαθήσουμε να το αποκρούσουμε τότε χέσε μέσα Πολυχρόνη. Θα χάσουμε ανθρώπους που δε θέλουμε με τρόπους που δεν μας αρέσουν. Κι επειδή αυτός που πληγώνεται πάντα είμαστε εμείς, τότε καλό θα είναι να σκεφτούμε τις συνέπειες μιας παράλογης αντίδρασης, ακόμη κι αν είναι μέσα σε καλώς εννοούμενα (ή ευνομούμενα) πλαίσια. Μέσα από φωνές, κόντρες και διάφορους άλλους κοκκορισμούς και κατινισμούς δεν οδηγούμαστε πουθενά. Όχι στις μεταξύ μας σχέσεις, αλλά και εμείς οι ίδιοι ως προσωπικότητες. Στον τσακωμό δύο ανθρώπων δε φταίει ο ένας, αλλά και οι δύο και οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση έχει να κάνει με τις απλές υποδείξεις των άλλων προς εμάς. Η αλλαγή τόνου στη φωνή δεν υποδηλώνει κατηγορία, αλλά άμυνα. Δε μας κατηγορεί ο άλλος επειδή είμαστε αυτό που είμαστε, αλλά επειδή πρέπει με κάποιον τρόπο να αμυνθεί. Έτσι λειτουργούν πάντα οι άνθρωποι και θα συνεχίσουν να λειτουργούν τοιουτοτρόπως. Είναι στη φύση μας και στο ανθρώπινο DNA. Δε διαφέρουμε από τα άλλα ζώα μόνο στο μέγεθος του εγκεφάλου, στη μνήμη και στον αντίχειρα, αλλά και στο γεγονός ότι δεχόμαστε, ζητούμε/επιδιώκουμε και θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε κάποιο μέρος του εγκεφάλου.

Ας επιλέγουμε πάντα λοιπόν τη σιωπή ως άμυνα, ας ακούσουμε ό,τι πρέπει να ειπωθεί και ας λειτουργήσουμε ως άνθρωποι απέναντι σε άλλους ανθρώπους. Δυσκολία σε τούτο δεν υπάρχει. Μόνο άρνηση και η άρνηση δεν είναι σημάδι θέλησης ή προόδου, αλλά σημάδι απομόνωσης και ανασφάλειας. Δεν αρνούμαστε γιατί δεν το κάναμε, αλλά γιατί δεν θέλουμε να το δεχτούμε. Εφόσον λοιπόν δε θέλουμε να δεχτούμε την όποια κατηγορία ας μείνουμε σιωπηλοί, να την ακούσουμε, να δούμε κατά πόσο ισχύει κι ας αντιδράσουμε σε αυτό ή όχι. Πρέπει όμως να δεχτούμε τα όσα μας λέει ο άλλος. Δε σημαίνει ότι είναι η πραγματικότητα, σίγουρα όμως είναι η άποψή του και η άποψη εκείνων που διαλέξαμε να έχουμε δίπλα μας, πρέπει να ακούγεται πάντα. Αλλιώς ας τους διώξουμε. Αλλά να σκεφτούμε πρώτα τα γιατί και να μην είναι κάποιες μικρές και παρορμητικές αποφάσεις, αλλά κάποιοι πραγματικοί και λογικοί λόγοι –αδόκιμος όρος, καθώς ο «λόγος» εμπεριέχει τη λογική, ή μήπως όχι?

Η πραγματικότητα της ζωής λοιπόν, είναι πολύ διαφορετική από ό,τι μέχρι σήμερα πιστεύαμε ή νομίζαμε. Οι εσώτερες αναζητήσεις δε μας άφηναν συνήθως να δούμε την όποια αλήθεια. Σημασία δεν έχει όμως τι δεν είδαμε, αλλά τι καταλάβαμε και κατά πόσο οφείλουμε να το αλλάξουμε ή να το αφήσουμε να διαιωνίζεται. Οι μεγάλες αλλαγές έρχονται όταν κόβουμε τους ομφάλιους λώρους κι όχι όταν κρατιόμαστε από εκείνους σφιχταγκαλιασμένοι. Πίσω από τη σφαλιάρα που μας έριχνε ο πατέρας μας δεν υπήρξε οργή, αλλά αφύπνιση (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ξύλο είναι η καλύτερη μέθοδος εκμάθησης, υπάρχουν καλύτεροι τρόποι κι όχι να καταλήξουμε σε αυτό ούτε καν ως έσχατη λύση). Ας δεχτούμε λοιπόν την πραγματικότητα, ας γίνουμε κοινωνοί του μοναδικού σκοπού που μπορεί να έχει η ουσία της απώλειας, ας παρακολουθήσουμε τις όποιες αλλαγές επέρχονται κι ας αδράξουμε τις ευκαιρίες από τα μαλλιά και να προχωρήσουμε λίγο πιο πέρα. Σε όλα τα επίπεδα όμως, χωρίς να φοβηθούμε τίποτα. Ούτε καν την αποτυχία. Κι αυτή στο παιχνίδι είναι.

Ας αφήσομε λοιπόν στην άκρη τις όποιες ακραίες ή μέσες εντυπώσεις κι ας προχωρήσουμε σε εκείνο που πάνω απ’ όλα πιστεύουμε: Στην ίδια τη ζωή. Δεν είμαστε τόσο μικροί όσο νομίζουμε ούτε τόσο μεγάλοι όσο θέλουμε να διαλαλούμε. Είμαστε αυτό που είμαστε κι είμαστε έτσι, γιατί απλούστατα αυτό αποφασίσαμε ότι θέλουμε να είμαστε. Δεν έχει να κάνει με την πραγματικότητα ούτε με την φαντασία. Έχει να κάνει με το πώς θέλουμε να μας δούμε κάποια μέρα. Έχει να κάνει με το ποιοι θέλουμε να είμαστε και με το πώς θέλουμε να είμαστε. Πίσω από όλα τα φώτα που αναβοσβήνουν, υπάρχει μία (και μόνο μία) αλήθεια: Ο κόσμος βλέπει αυτό που θέλουμε να δει και αντιλαμβάνεται αυτό που του δείχνουμε. Η φυγή σημαίνει φυγή, η παύση παύση κι η σιωπή σιωπή. Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο. Εμείς, ο εαυτός μας και τίποτε άλλο. Όλοι οι άλλοι είναι επισκέπτες, που τους δεχόμαστε ως έχουν κι ως είναι ή τους απορρίπτουμε. Για να μη χαλιέται κανένας μας λοιπόν, ας ορίσουμε τα όρια (εξ ορισμού αδόκιμο κι αυτό), ας πούμε ό,τι μας ενοχλεί κι ας συνεχίσουμε με αμείωτο κέφι!

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2009

Εγώ είμαι εγώ...


Μέσα ή έξω? Σιωπή ή φωνές? Γέλιο ή δάκρυα? Πόσα διλήμματα έχουμε να αντιμετωπίσουμε σε καθημερινή βάση? Πολλές φορές παίρνουμε λάθος αποφάσεις, μα πάντα, πάντα όμως, η ζωή μας οδηγεί στα μονοπάτια που θελήσαμε να αποφύγουμε. Έρωτες που προσπαθήσαμε να ξεπεράσουμε, δουλειές που παρατήσαμε για κάποιες άλλες. Ο εαυτός μας όμως ή η ζωή, πες το όπως θες, μας βγάζει πάντα στην εκκίνηση. Από εκεί που ξεκινήσαμε ή στο σημείο που είχαμε σταματήσει. Δεν είναι κακό. Αρκεί να ξέρεις τι θα κάνεις, να είσαι ξεκάθαρος, στους άλλους και στον εαυτό σου, να προχωράς σταθερά και να ξέρεις γιατί κάνεις την οποιαδήποτε επιλογή. Κακά τα ψέματα, αν δεν ξέρεις ποιος και τι είσαι, αν δεν ξέρεις τι θες και τι ζητάς, δεν παίρνεις τίποτα. Ούτε καν τα προβλεπόμενα.

Από την άλλη προσπαθώ να καταλάβω τους ανθρώπους που ψάχνουν να βρουν τον εαυτό τους, τους συμμερίζομαι, συμπάσχω και καταλήγω να τους λατρεύω. Όχι γιατί φοβάμαι μη βρεθώ στην ίδια φάση, αλλά για τον απλούστατο λόγο ότι θυμάμαι πως ήμουν εγώ τότε. Ήταν ωραία εμπειρία, η καλύτερη της ζωής μου. Ήταν σα να έκανα πρώτη φορά σεξ. Μόνο με αυτό μπορεί να συγκριθεί. Γι αυτό λοιπόν λατρεύω τους ανθρώπους που βρίσκονται σε αυτή τη διαδικασία και προσπαθώ να τους βοηθήσω, όσο μπορώ βέβαια. Από την άλλη όμως αναρωτιέμαι τι θα γινόμασταν αν όταν βρισκόμαστε σε αυτή τη φάση δεν είχαμε κανέναν να μας βοηθήσει. Θα ήταν καλύτερα ή χειρότερα? Θα το παλεύαμε το ίδιο καλά ή όχι?

Τελικά δεν μετράει η απάντηση τόσο. Ο κάθε ένας από εμάς βρίσκει τον εαυτό του. Δεν έχει σημασία αν παλεύει χρόνια γι αυτό ή κάποιες μέρες μόνο, σημασία έχει ότι παλεύει γι αυτό. Δε λέω, καλύτερα να το παλέψεις μικρός παρά μεγάλος, γιατί ναι μεν πιο δύσκολα θα βρεις την άκρη, αλλά πιο εύκολα θα μπορείς να ξεκινήσεις κάτι. Αλλά ακόμα κι αν αργήσεις να βρεις την άκρη, σημασία έχει ότι προσπάθησες. Υπάρχει βέβαια και η άλλη άποψη, που λέει ότι την άκρη την βρίσκουμε μόνο όταν είμαστε έτοιμοι να την βρούμε. Και τελικά ίσως να είναι και η σωστή. Γιατί, τι ρόλο παίζει αν όλοι σου λένε ότι το τάδε χρώμα είναι κίτρινο? Σημασία έχει να μπορείς να το δεις κι εσύ! Μόνο τότε θα εκτιμήσεις το χρώμα ή την κατάσταση που σε έκανε να το δεις. Έτσι είναι, όσο απόλυτος κι αν φαίνομαι. Οι άνθρωποι βρίσκουμε την άκρη μόνο όταν είμαστε να την αποδεχθούμε. Το θέμα είναι τελικά να την αποδεχθούμε όμως. Όχι να κοιτάξουμε κάπου αλλού.

Λοιπόν φίλοι μου, δεν έχω πολλά ακόμα να πω. Η δική μου ψυχανάλυση τελειώνει κάπου εδώ. Αποδέχτηκα τα λάθη μου, τις αδυναμίες μου, τις ανασφάλειες μου, τα ψέματά μου, τους φόβους μου και τελικά είμαι αυτός που είμαι. Χωρίς πολλά λόγια, χωρίς πολλές φανφάρες και λοιπές παπαρδολογίες. Ήρθα, είδα και δεν ξέρω αν νίκησα. Αλλά δε με νοιάζει κιόλας. Έζησα, ζω, θα ζω. Ό,τι κι αν γίνει θα υπάρχω, θα αναπνέω και δε θα πάψω να χαίρομαι για τα λάθη μου. Τα σωστά σας τα χαρίζω. Τα λάθη μου ανήκουν και δε θα μου τα πάρει κανείς. Γιατί όσο εσωστρεφή κι αν με έκαναν, είμαι αυτός που είμαι. Δε θέλω να με αλλάξω. Θέλω απλά να με δεχτούν. Και κάπου εκεί έξω θα υπάρξουν κάποιοι που θα με δεχτούν. Σας ευχαριστώ που με ανεχτήκατε!