Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Με καφέ και τσιγάρο...


Σήμερα αποφάσισα να κάνω κάτι που έχω πολύ καιρό να κάνω. Έφτιαξα έναν καφέ, πήρα και τα τσιγάρα μου και ακούγοντας μουσική κάθισα στον υπολογιστή να γράψω όλα όσα μου παιδεύουν το μυαλό. Είναι πολλές εκείνες οι φορές που νιώθω σαν στιχάκι του Λειβαδίτη, αλλά λίγες αυτές που το αξιοποιώ. Τώρα πια δεν με νοιάζει να ξεφύγω από την τρέλα μου, αλλά από την λογική μου. Αυτήν δεν αντέχω τώρα πια. Έγινα αυτό που μισούσα: Ένας λογικός μισάνθρωπος που μόνο με τον εαυτό του τα βγάζει πέρα. Αντιφατικό, ε? Το ξέρω, όλο το είναι μου είναι αντιφατικό. Από την μια βάζω φωτιές κι από την άλλη τρέχω σαν τρελός να τις σβήσω. Ανεβαίνω στο βουνό κι αγναντεύοντας την θάλασσα ζηλεύω όλους αυτούς που κολυμπούν. Τρέχω μακριά από έρωτες και πάνω στην τρεχάλα μου αναζητώ έναν ακόμα έρωτα να με πλανέψει. Την ξέρω την τρέλα μου, την ξέρω και την λογική μου, ξέρω και τα συναισθήματά μου. Μερικές φορές νομίζω ότι ξέρω και το μέλλον μου. Άλλες πάλι, φοβάμαι ότι το μέλλον μου δεν με ξέρει και τόσο καλά κι ότι θα το αλλάξω έτσι όπως θέλω εγώ. Μόνο που ξέχασα πως το δικό μου θέλω είναι αντιφατικό με τα θέλω των άλλων.

Τι λέγαμε? Α, ναι, για αυτά τα απογεύματα που ο ήλιος έξω καίει, εγώ βουλιάζω σε μια κούπα καφέ και σε ένα πακέτο τσιγάρα που ποτέ δεν τελειώνει. Έτσι λοιπόν και σήμερα, ο καφές με έχει πνίξει κι ο καπνός με έχει βρωμίσει από τα μαλλιά ως τα νύχια με πίσσα και νικοτίνη. Και το χειρότερο δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι ότι σκέφτομαι πως η τεχνολογία είναι εκείνη που μας έφερε τόσο κοντά και αυτή είναι που μας διώχνει μακριά τον έναν απ' τον άλλο. Παλιά δεν θα το άφηνα να περάσει έτσι, θα κυνηγούσα όποιο σημάδι έβρισκα και θα άρπαζα την κάθε ευκαιρία που θα μου δινόταν. Τώρα δεν έχω δύναμη να το κάνω. Θα ακουστεί εγωιστικό, αλλά εδώ είμαι, όποιος με θέλει ας με ψάξει. Δεν θα τρέξω πίσω από τίποτα κι από κανέναν. Αυτά που είχα να πω τα είπα, σειρά σου τώρα.

Θα τα διαβάζεις όλα ετούτα και θα νομίζεις ότι είμαι οργισμένος. Λάθος, ήρεμος είμαι, γαλήνιος. Ζω την απογοήτευσή μου, αλλά δε με νοιάζει. Αυτό που με νοιάζει είναι ότι πίσω από αυτήν την απογοήτευση κρύβεται η μεγαλύτερη χαρά όλου του κόσμου. Τώρα πια δεν πέφτω, έπιασα τον πάτο και άρχισε η ανόρθωση. Ανεβαίνω με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Δε με νοιάζει αν θα παρασύρω κόσμο στο πέρασμά μου ούτε αν θα φτάσω κάπου ούτε βέβαια αν θα φτάσω σώος και αβλαβής. Αυτό που τώρα πια με νοιάζει είναι όποιος έρθει να έρθει ξεκαθαρισμένος από την αρχή και χωρίς πολλά πρέπει, γιατί το ταξίδι είναι δικό μου κι όποιος μπαίνει μέσα στο αμάξι μου ακολουθεί τους δικούς μου κανόνες. Άντε το πολύ να σταματήσουμε για κανένα κατούρημα. Τον καφέ θα τον πίνουμε σε πλαστικό και τα σκουπίδια θα τα πετάξουμε όταν φτάσουμε. Τι? Διαφωνείς? Κατέβα.

Ξέρω καλά τι θα πεις, ότι είμαι εγωιστής, ότι με νοιάζει μόνο ο εαυτός μου, ότι καλό θα ήταν να ασχοληθώ και λίγο με τους άλλους. Θα σου πω ένα μικρό μυστικό, τόσο χρόνια με τους άλλους ασχολιόμουν. Έγινα ψυχαναλυτής τους, τους άφησα να μου μιλάνε για ώρες, να μου λένε ό,τι τους βαραίνει και κάποια στιγμή εξαφανίστηκαν, σαν καπνός, σαν αυτόν που βγαίνει τώρα από το τσιγάρο μου. Και επειδή ξέρω από μόνος μου ότι αυτό δεν είναι δικαιολογία, θα σου πω ένα ακόμα μυστικό: Μόνοι μας ήρθαμε εδώ, μόνοι μας περάσαμε όσα περάσαμε, μόνοι μας γίναμε ό,τι γίναμε και μόνοι μας θα φύγουμε. Με λίγα λόγια αυτή τη ζωή μόνοι μας την ανεχόμαστε και κανένας δεν μπορεί να μας πει ότι έχουμε δυο-τρεις ανθρώπους να λέμε τα προβλήματά μας. Τον εαυτό μας έχουμε μόνο και τις άλλες ώρες φοράμε την μάσκα του καλού και του ευδιάθετου. Αυτόν γουστάρει ο κόσμος, αυτόν τους δίνουμε. Και τελικά δεν με φοβίζει ότι είμαι μόνος μου, με φοβίζει ότι αύριο θα έρθουν χιλιάδες να μου πουν ότι δεν είμαι.

Αλήθεια, πόσο ψεύτες είμαστε? Όλοι θέλουμε την αλήθεια, δεν ψάχνουμε ούτε ένα ψέμα, ζητάμε την αλήθεια, όλη την σκληρή αλήθεια κι όταν μας την δώσουν δεν την αντέχουμε, λέμε ότι ο άλλος μας λέει ψέματα. Φάτα γέρο μου τώρα. Ζήσε με όλη την αλήθεια που έψαχνες, βούλιαξε μέσα της και κάνε κωλοτούμπες μαζί της. Παίξε, γέλασε, αλλά μην την πάρεις μαζί σου, δε σου ανήκει. Άστην εδώ, κάποιος άλλος βλάκας θα την βρει και θα την κάνει δική του, μέχρι που θα την βαρεθεί και θα αναζητήσει κάποια άλλη αλήθεια, κάποιου άλλου και πάει λέγοντας. Έλα τώρα, μην μου πεις ότι δεν το ήξερες. Το ήξερες από την αρχή, το έβλεπες, το ζούσες, απλά έπεισες τον εαυτό σου ότι μόνο αυτή δεν είναι η αλήθεια. Κανένας δεν θα σε ψάξει, κανείς δεν θα ανησυχήσει για σένα, κανείς δε νοιάζεται ρε. Στην εποχή που ζούμε, ο μικρόκοσμός σου είναι μικρότερος από τον μικρόκοσμο του άλλου.

Διαβάζω όλα αυτά που γράφω και αναρωτιέμαι πως έφτασα εδώ. Εγώ για τον καφέ μου ήθελα να μιλήσω και για τα τσιγάρα που με συντροφεύουν χρόνια τώρα. Περίεργο πράγμα η σκέψη του ανθρώπου. Ταξιδεύει χιλιόμετρα, σε πετάει στους πιο όμορφους ουρανούς, σε βουλιάζει στις πιο βαθιές θάλασσες, σε σέρνει στον πιο απομακρυσμένο χωματόδρομο και σε φέρνει πάλι πίσω, από εκεί που ξεκίνησες, στον καφέ και στα τσιγάρα. Θα νομίζεις πως είμαι πιωμένος, ναι, με καφέ και τσιγάρο. Έτσι έκανα πάντα, έτσι περνούσα τις ώρες μου, δε με ένοιαζε κανείς. Μόνο να ακούσω λίγη καλή μουσική, να πιω τον καφέ μου και να κάνω το τσιγάρο μου. Αυτή είναι όλη η αξία της ζωής μου πλέον, αυτά τα απογεύματα στο μπαλκονάκι μου, συντροφιά με τις σκέψεις μου, τη λογική μου και την τρέλα μου.

Αυτό το απόγευμα θα πάω πάλι στον καθρέφτη μου, θα κοιτάξω το ξυρισμένο μου είδωλο, θα τραβήξω την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο και λίγο πριν πατήσω το κουμπί που λέει "καταχώρηση" θα σβήσω κάθε θολή μου ανάμνηση, θα ανοίξω το παντζούρι να μπει μέσα όλη η ζέστη, θα πιω μια ακόμα γουλιά καφέ και θα επιστρέψω στον καθρέφτη μου. Αχ, αυτός ο καθρέφτης, δεν μου είπε ποτέ ούτε ένα ψέμα, δεν με έκανε να αισθανθώ ποτέ καλύτερα και πάντα μου έλεγε "προχώρα, κάνε όσα λάθη θες, αλλά ποτέ μην ξεχάσεις να επιστρέψεις σε μένα". Μόνο που σήμερα πάλι τον ακούω να ουρλιάζει στο δωμάτιο:
-Γιατί είσαι λυπημένος?
-Γιατί μου μιλάς με λέξεις κι εγώ βλέπω αισθήματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: