Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2009

ΜΕΡΟΣ 2ο: Θα ‘μαι κοντά σου όταν με θες...


Καθίσαμε στο τραπέζι. Κοιταχτήκαμε στα μάτια. Δεν μιλούσε κανείς. Απλώς με κοίταζες, έτσι όπως σπάνια με κοιτάς. Μπορώ να ανεχτώ την απουσία σου μόνο για να είμαι παρούσα όταν με κοιτάζεις έτσι. Όπως τώρα. Αν υπάρχει Θεός, τότε ετούτη τη στιγμή την έφτιαξε για να με κοιτάζεις έτσι. Ξέρω τι σκέφτεσαι, τι αισθάνεσαι, τι νιώθεις. Ξέρω πόσο πονάς, πόσο πολύ πληγώνεσαι όταν μου μιλάς έτσι. Ξέρεις εσύ όμως πως νιώθω εγώ? Όχι αγαπημένε μου, δεν μπορώ να αντέξω τα λόγια σου για μια ζωή, δεν μπορώ να υποφέρω τις πληγές που μου ανοίγεις για ένα μόνο βλέμμα. Στο έδειξα, στο έδειχνα. Κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή που με μαχαίρωνες σου έδειχνα ότι αν σταματήσεις θα βουλιάξω στην αγκαλιά σου, θα ηρεμήσω εκεί μέσα. Μα εσύ επέλεγες να με χτυπάς. Με έβλεπες πεσμένη κάτω και δεν με αγκάλιαζες. Με κλωτσούσες, με πονούσες, με πλήγωνες. Μόνο και μόνο γιατί φοβόσουν, γιατί η σκέψη σου πρόδιδε την καρδιά σου. Γιατί είσαι ανίκανος να πιστέψεις τα λόγια μου, γιατί είσαι ανίκανος να καταλάβεις την αγάπη μου. Μου φώναζες, με κατηγορούσες, με έστηνες στον τοίχο και με εκτελούσες κι εγώ σιωπούσα. Κι εσύ ετούτη την σιωπή την εκλάμβανες ως λόγο να συνεχίσεις, ετούτη τη σιωπή που απλόχερα στην χάριζα για να καταλάβεις ότι με πονάς κι ότι προτιμώ να σε δω να τα βγάλεις από μέσα σου και να ηρεμήσεις, εσύ την εκμεταλλεύθηκες και την σκόρπισες.

Δεν θέλω να φύγω μακριά σου. Δεν υπάρχει όμως άλλη οδός. Βαλτώσαμε, βγήκαμε σε αδιέξοδο. Κι αν κάποιος από τους δυο μας πονάει περισσότερο είμαι εγώ και όχι εσύ. Εγώ που πίστεψα σε σένα, που νόμιζα ότι μόνο εσύ μπορούσες με την αγάπη σου να με γιατρέψεις από όλους εκείνους που άνοιξαν σημάδια στο κορμί μου και στην ψυχή μου. Δεν σε κατηγορώ που δεν με κατάλαβες, δεν σε κατηγορώ που με έκανες να πονέσω. Με πειράζει που σε καταλαβαίνω τόσο, με ενοχλεί που ξέρω ότι πονάς κι εσύ. Πονάω και για σένα μικρέ, πονάω για όλα εκείνα που εσύ φοβάσαι να δεχθείς και να καταλάβεις. Πονάω εις διπλούν. Γιατί αυτό μου έμεινε πια, ο πόνος μου. Ο πόνος μου και η αγάπη μου για σένα. Έλα, σκούπισε τα μάτια σου, σταμάτα να κλαις. Απόψε που φεύγω είναι κρίμα να σε θυμάμαι κλαμένο. Προτιμώ να έχω στο μυαλό μου το πρόσωπό σου να χαμογελάει, παρά να βλέπω τα μάτια σου να τρέχουν δάκρυα. Μη νομίζεις ότι δεν σε αγαπάω. Όλη μου η αγάπη για σένα είναι εδώ, δεν πρόκειται να φύγει. Μπορεί εσύ τώρα να μην την βλέπεις, μα ξέρω ότι κάποια μέρα, όταν θα ηρεμήσεις θα καταλάβεις ότι αυτό που σου έδινα ήταν μια απλόχερη αγάπη.

Συνέχισες να με κοιτάζεις με τέτοιο τρόπο που δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί πονάς τόσο. Ήμουν εδώ, δεν σου είπα λέξη, δεν σου είπα ούτε μια στιγμή όλα αυτά που σκεφτόμουν. Δεν έβγαλα λέξη από το στόμα μου. Αρκέστηκα στο να σε κοιτάζω, δεν ήθελα να σου δείξω ότι με πονάς, δεν ήθελα να στο δείξω, γιατί ήξερα ότι εσύ θα πονέσεις περισσότερο. Προτίμησα να κρατήσω τις σκέψεις μου για μένα, να μην στις δείξω, να μην σε αφήσω να πληγώνεις περισσότερο τον εαυτό σου. Ήθελα να φανώ δυνατή στα μάτια σου, όχι για να συνεχίσεις, μα για να πάψεις. Να δεις ότι ακόμα κι όταν με χτυπάς εγώ σε αγκαλιάζω, γιατί αυτό είναι αγάπη καλέ μου. Αυτό σημαίνει να μένεις ακόμα κι όταν πονάς. Σηκώθηκες όρθιος, με κοίταξες με βλέμμα μίσους. Μου είπες ότι με αγαπάς. Περίμενες, συνέχισες να με κοιτάζεις. Το ξέρω ότι περίμενες να στο πω. Όχι όμως, δεν θα στο έλεγα, γιατί με είχες πονέσει και ένα “σ’ αγαπάω” δεν μπορεί να πάρει πίσω τα λόγια που μου είπες πριν λίγο. Μα η αγκαλιά μου, η παρουσία μου κοντά σου έδειχναν ότι κι εγώ σ’ αγαπάω. Οι πράξεις μου σου έλεγαν αυτό το “σ’ αγαπάω”. Ούρλιαζαν οι αγκαλιές μου και η παρουσία μου, μα εσύ προτιμούσες έναν λόγο, μια κουβέντα που δεν θα σήμαινε τίποτα. Η αγκαλιά μου δεν μπορούσε να σε ηρεμήσει, γιατί ήσουν τυφλωμένος, γιατί δεν είχες καταλάβει το λάθος σου.

Ξανακάθισες, πήγες να μιλήσεις, μα σταμάτησες. Ώρες ώρες δεν μπορώ να σε καταλάβω. Με κοιτούσες πάλι με εκείνο το βλέμμα του μίσους. Σα να έλεγες μέσα σου “γιατί δεν μου το λες, αφού το νιώθεις”. Ναι μικρέ, το νιώθω, το ένιωθα και το νιώθω ακόμα, μα δεν μπορώ από τη μια στιγμή στην άλλη να ξεπεράσω τον εαυτό μου. Ηρέμησε για λίγο και δες με, δες που κάθομαι εδώ και σε κοιτάζω. Δες που αντί να σηκωθώ και να φύγω περιμένω να απλώσεις το χέρι σου, περιμένω να σωπάσεις και να ηρεμήσεις. Με λίγα λόγια περιμένω για μια φορά στη ζωή σου να σκάσεις και να ακούσεις την σιωπή μου. Δεν αντιδρούν όλοι οι άνθρωποι όπως εσύ, δεν διορθώνονται όλα με ένα “σ’ αγαπάω” ή με την πίεση του να βρεθούμε. Χρειαζόμαστε χρόνο, τον έχουμε ανάγκη αν θέλουμε να προχωρήσουμε. Προτιμάς να έχεις δίπλα σου κάποια που πονάει? Δεν θες να με βλέπεις χαρούμενη? Δεν θες να με νιώθεις ζωντανή? Αν πάντα στηρίζομαι σε σένα για να περνάω καλά, για να είμαι καλά, αν κάποια στιγμή νιώσω από μόνη μου καλά δεν θα σε έχω ανάγκη, θα σε αφήσω δίχως τύψεις και θα πάω παρακάτω, σε κάποιον άλλο. Το ίδιο άλλωστε θα κάνεις κι εσύ. Το ίδιο θα κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Άσε με να είμαι δίπλα σου επειδή σε αγαπάω και όχι επειδή σε έχω ανάγκη. Και το ίδιο θέλω από σένα, να είσαι δίπλα μου επειδή με αγαπάς και όχι επειδή με έχεις ανάγκη.

Έκανες να μιλήσεις πάλι. Μα γιατί το κάνεις αυτό? Γιατί δεν σκας? Τι σε κάνει να θες να με πονέσεις τόσο? Τι σε κάνει να διώχνεις από δίπλα σου όσους πραγματικά σε αγαπάνε? Έλα μικρέ μου, έχε μου εμπιστοσύνη. Αφέσου σε αυτά που σου δείχνω. Αφέσου σε αυτά που καιρό προσπαθώ να σου δείξω. Θέλω απίστευτα να λειτουργήσει όλο αυτό με μας, θέλω απίστευτα να είμαστε εδώ μαζί. Τον εαυτό μου κι εγώ προσπαθώ να νικήσω. Την σκέψη μου προσπαθώ να προσπεράσω και όχι όσα νιώθω για σένα. Μα αν δεν σκάσεις, αν δεν πάψεις να με χτυπάς, αν δεν πάψεις να με πονάς θα προτιμήσω να ακούσω το μυαλό μου, παρά την αγάπη που έχω για σένα. Έλα μικρέ, στο έδειξα τόσες φορές. Έλα μικρέ μου κι εγώ θα ‘μαι κοντά σου όταν με θες...

Δεν υπάρχουν σχόλια: