Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τρίτη, 28 Απριλίου 2009

Λάθος ραντεβού σε λάθος καφενεία...


Είναι τόσος καιρός που γράφω σε αυτό το blog, που έχει τον γενικό τίτλο «Αιτίες φευγιού» και μόλις σήμερα κατάλαβα ότι δεν έχω μιλήσει ποτέ για τις πραγματικές αιτίες. Πάντα μιλάω για το μετά, για το πριν, για το τώρα, αλλά ποτέ δεν μίλησα για όλα εκείνα που οδήγησαν στο οποιοδήποτε φευγιό. Ούτε βέβαια έκανα ποτέ λόγο για τα συναισθήματα του «ηττημένου» ή του νικητή. Έχοντας πάντα ως επιλογή να μένω στην πλευρά των χαμένων, να συμπορεύομαι με αδικημένους, ξέχασα να δω ποιοι ήταν οι πραγματικοί αδικημένοι. Μέσα στο μικρό μου μυαλουδάκι νόμιζα ότι χαμένος είναι αυτός που μένει πίσω και προσπαθεί να ακολουθήσει τα ίχνη και τα σημάδια του παρελθόντος. Όμως εδώ είναι κι η ουσία. Ο νικημένος δεν ψάχνει να βρει ουσιαστικά το γιατί έχασε, αλλά γιατί δεν κέρδισε. Δεν ακολουθεί την ιστορία για να δει τα λάθη της ήττας του, αλλά για να δει τα όπλα του «αντιπάλου», να καταλάβει πως αποκρούστηκαν οι δικές του επιθέσεις κι ίσως έτσι να αποκτήσει κι εκείνος τα οπλικά συστήματα του αντιπάλου ή τις άμυνές του.

Είμαι αστείος, ε? Γράφω τόση ώρα για όπλα, αμυντικά συστήματα, επιθέσεις, νικητές και ηττημένους και μιλάω για τις σχέσεις, τις ανθρώπινες σχέσεις. Τις ερωτικές επαφές. Έτσι γίναμε, έτσι καταλήξαμε. Να βλέπουμε το άλλο φύλο σαν έναν αντίπαλο, τον οποίο πρέπει να κατατροπώσουμε, να νικήσουμε. Μα έτσι είναι οι σχέσεις? Έτσι είναι οι άνθρωποι? Αυτό θέλουμε από τους άλλους? Εκδίκηση? Κι αν ναι, γιατί? Επειδή του δώσαμε συναισθήματα? Ε, και? Μήπως εκείνος δεν τα ανταπέδωσε. Ο κάθε ένας από εμάς, δίνει στον βαθμό που θέλει (γι αρχή), που μπορεί (για συνέχεια) και όταν μάθει ότι αγαπώντας κάποιον, δεν έχει τίποτα να χάσει, τότε χαρίζει και τον κόσμο του (η ολοκλήρωση). Όλοι μας ψάχνουμε να βρούμε την αδελφή ψυχή, το άλλο μισό. Μερικοί το ειρωνεύονται, αλλά το ζητάνε κατά βάθος. Ίσως με τους πιο λάθος τρόπους, αλλά σημασία έχει η ουσία, το αποτέλεσμα. Η ολοκλήρωση ενός ανθρώπου υπάρχει όταν δεν είμαστε μόνοι μας, όταν έχουμε και κάποιον δίπλα μας να αντέχει τον εαυτό μας όπως κι εμείς τον δικό του.

Δε θα μιλήσω για λουλούδια, για βεγγαλικά και για λέξεις. Όλα αυτά είναι junk food για μύτες, μάτια και αυτιά. Θα μιλήσω για εκείνα που δεν μπορούμε να μυρίσουμε, να δούμε και ν’ ακούσουμε. Τη στιγμή που όλες οι αισθήσεις κοιμούνται και το μοναδικό πράγμα που λειτουργεί είναι το υποσυνείδητο (ζητώ συγγνώμη για την αλλαγή του ασυνειδήτου κύριε Freud). Τη στιγμή που η αντίληψη είναι αφιερωμένη στην ταινία, ή στο τραγούδι και τα σώματα εκφράζουν τις δικές τους λέξεις, βλέπουν αυτά που τα μάτια αρνούνται να αντικρύσουν, εκείνα που το στόμα δεν γεύεται. Σα να βλέπεις ένα θριλερ και στην πιο τρομαχτική σκηνή να γαντζώνεσαι από τον άλλο, για να σε προστατεύσει, από έναν ηθοποιό που δεν σε ξέρει και που δε θα σε γνωρίσει ποτέ. Ποιος νους όμως, είναι τόσο δυνατός ώστε να αντιληφθεί εκείνα που στη συνέχεια θα επιλέξει να αρνηθεί? Σαν τον Πέτρο κι εμείς, πρώτα αρνούμαστε τρεις χιλιάδες φορές κι έπειτα δεχόμαστε, παραδεχόμαστε και τολμάμε.

Η ζωή είναι σα νόμος του Μέρφυ. Σα να δίνεις λάθος ραντεβού σε λάθος καφενεία. Όλα έρχονται τη στιγμή που δεν τα περιμένεις και που είσαι ανίκανος να τα δεχτείς, ανήμπορος για να τα καταλάβεις, αναίσθητος για να τα νιώσεις. Εξηγείς τις πράξεις όλων των άλλων, το πώς κινούνται, τι κάνουν, πως νιώθουν, μα εσύ, είσαι τόσο μικρός για να καταλάβεις τον εαυτό σου. Λες άλλα από αυτά που θες να πεις και νιώθεις άλλα από εκείνα που νομίζεις. Το τι είμαστε δεν το βλέπουν πάντα οι άλλοι και απέχει παρασάγγας από αυτό που επιθυμούμε να γίνουμε. Θέλει υπερπροσπάθεια, να πηδήσεις εμπόδια, να προχωρήσεις πολύ περισσότερο. Να δεχτείς ότι εσύ δεν είσαι το κέντρο του κόσμου. Ούτε καν για τη μάνα σου. και να προχωρήσεις έτσι, προς τη δική σου ολοκλήρωση. Αφήνοντας πίσω άγραφους νόμους, ανήθικες αυταπάτες και ουτοπικές ηθικές. Ο κάθε ένας από εμάς δεν είναι αυτό που δηλώνει ούτε αυτό που ονειρεύεται. Είναι εκείνα που αφήνει τους άλλους να δουν κι εκείνα που οι άλλοι νομίζουν ή φαντάζονται.

Είμαστε απλά τα πιόνια, ανάλογα με τις ορέξεις μας, με τις διαθέσεις μας. Είμαστε παρόντες μέχρι ο άλλος να αντιληφθεί κάτι περισσότερο. Αν γίνουμε ανοιχτό βιβλίο, τρομάζουμε τους άλλους. Αν πάλι κλειδωθούμε μόνοι μας, τους αποκόβουμε. Θέλει σύνεση, αντοχές και πίστη. Όχι στους άλλους ούτε στον Θεό. Μα πάνω απ’ όλα στα δικά μας συναισθήματα. Να τα αμφισβητούμε πάντα και πάντα να βρίσκουμε έναν ακόμη λόγο για να καταρρίψουμε την όποια αμφισβήτηση. Να επιχειρηματολογεί η καρδιά απέναντι στη λογική και ποτέ το αντίστροφο. Κι αν κάποια στιγμή νομίζουμε πως ο άλλος θέλει το κακό μας, αρκεί να καταλάβουμε ότι θέλει λίγο περισσότερο καλό για τον εαυτό του. Κι αν το έχουμε και θέλουμε να το δώσουμε, γιατί να μην το κάνουμε? Αν όχι, ας του δείξουμε και μετά βλέπουμε. Ένας διάλογος λύνει τα πάντα. Ακόμα κι ένας διάλογος με τον εαυτό μας. Τι κι αν ξεφεύγουμε από το θέμα? Οι απαντήσεις κρύβονται πίσω από την λογική. Και το μόνο σίγουρο είναι ότι για ακόμα μία φορά δεν μίλησα για καμία αιτία φευγιού.

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

Χρώματα κι αρώματα...


Να ‘μαι ξανά εδώ. Στα πιο γνώριμά μου μονοπάτια. Εκεί που δεν φοβάμαι να μιλήσω, που δεν φοβάμαι μην ακούσω την ηχώ του εαυτού μου. Εκεί που δεν φοβάμαι μήπως κάποιος απαντήσει. Κι αν απαντήσει, δεν έχω λόγους να αρχίσω και διάλογο μαζί του. Για άλλη μια φορά με κυκλώνει ο στίχος του Λειβαδίτη. Ναυαγισμένα καράβια, σκέψεις που μαίνονται. Είναι κι εκείνη η ρήση, που κυκλώνει τις απαντήσεις: Αν αποτύχεις δεύτερη φορά, τότε αυτό είναι το στυλ σου. Οι αποτυχίες, τα ψέματα, οι ανασφάλειες. Οι φόβοι που άφησα να με κυριεύσουν. Πότε έγινε αυτό? Νομίζουμε ότι αλλάζουμε, αλλά επιστρέφουμε πάλι στην αρχή. Αν δεν ξεπεράσεις εκείνα που σε κυνηγούν, πάντα ο ίδιος θα είσαι. Τα ίδια λάθη θα κάνεις. Τα ίδια ψέματα θα λες. Τις ίδιες αλήθειες θα κρύβεις. Πάντα ο εαυτός μας θα μας κυνηγάει και πάντα από εκείνον θα κρυβόμαστε. Τα θέλω μας, τα πρέπει μας, τα «όχι» και τα «ίσως» που ξεστομίζουμε. Είμαστε αυτοί που δείχνουμε? Είμαστε οι επιθυμίες μας? Είμαστε τα λάθη μας? Οι αποτυχίες μας? Αν δεν βουτήξεις βαθιά μέσα σου, δε θα μπορέσεις να αναδυθείς ξανά.

Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται τυχεροί. Κάποιοι άλλοι άτυχοι. Όλοι μας όμως, έχουμε ζήσει άσχημες και όμορφες στιγμές. Όλοι μας έχουμε χάσει ανθρώπους που αγαπήσαμε. Είτε έφυγαν είτε «έφυγαν». Εκείνους που χάθηκαν για πάντα τους αφήνω να μπαινοβγαίνουν στο μυαλό μου. Άνθρωποι που λάτρευα, που τους αισθάνθηκα τόσο κοντά μου: Ο Αντρέας, η Φιλιώ κι η Βίκυ, η Μαρία. Όλοι χάθηκαν λίγο πριν ή λίγο μετά τα Χριστούγεννα. Από την άλλη είναι κι όλοι εκείνοι που αποφάσισαν να φύγουν. Δίκασαν, αποφάσισαν και εκτέλεσαν. Ο καθένας για το δικό του καλό. Για το δικό του καλό. Για το δικό του καλό? Αυτοί οι άνθρωποι σε κάνουν να νομίζεις ότι είσαι δολοφόνος, εγκληματίας, ψεύτης, κάθαρμα. Κι όμως, όση οργή κι αν σου βγαίνει, αν κάποιος της βγάλει τα αγκάθια, θα βρει ένα πανέμορφο τριαντάφυλλο. Αυτό που η φύση έφτιαξε με τόση τελειότητα και το άφησε μόνο του, να μεγαλώσει, να φυτρώσει όπου εκείνο μπορεί και να προστατευθεί. Μα πάντα θα υπάρχει εκείνος ο άνθρωπος που θα το κόψει, για να το χαρίσει κάπου αλλού.

Γιατί να μην μπορώ να συμφιλιωθώ με τους ανθρώπους? Με τον Ηλία, τον Λάμπρο, τον Φίλιππο, την Ελένη. Γιατί να τρέχω πίσω για να τους βρω? Γιατί να μην μπορώ να συνεχίσω πιο κάτω, να πάω παραπέρα? Το παρελθόν με κατατρέχει. Μια μάνα που με έπνιγε με την αγάπη της, ένας πατέρας που ήθελε να γίνονται τα πράγματα με τον δικό του τρόπο, ένας βιαστής αδερφός. Συγγενείς που έκριναν με βάση αυτό που νόμιζαν. Μα πάνω απ’ όλους, ένα κατασκότεινο εγώ, που κυριαρχούσε μέσα μου, χωρίς ελπίδες. Οι φόβοι με κυρίευσαν, τους άφησα να με κάνουν ό,τι θέλουν, να υπάρχουν για πάντα παρόντες. Εμμονές που δεν θέλησα να ξεπεράσω, να αποφύγω. Το δύσκολο δεν είναι να ακούσεις τους φόβους σου και να νικήσεις την ελπίδα, το δύσκολο είναι να πιστέψεις στο αδύνατο, στο ακατόρθωτο, σε εκείνη τη φωνούλα που ουρλιάζει νυχθημερόν κι εσύ προσπαθείς να την κάνεις να σωπάσει. Ελπίδα την λένε, σαν την ξαδέρφη μου, σαν την αδερφή του παππού μου.

Ανοίγονται δρόμοι μπροστά μου κι εγώ τους κλείνω γιατί έτσι έμαθα. Δεν δικαιολογώ τον εαυτό μου τώρα πια όμως. Τι πάει να πει έτσι έμαθα? Καιρός να ξεμάθω. Να αρχίσω κάτι άλλο, κάτι καινούριο, κάτι διαφορετικό. Να αφήσω πίσω την μαυρίλα και να προχωρήσω προς εκείνα τα χρώματα που πάντα με χαροποιούσαν. Στον κήπο του Επίκουρου θα φυτρώσουν τριαντάφυλλα, όλων των ειδών κι όλων των χρωμάτων. Κόκκινα, κίτρινα, λευκά, ροζ. Θα γεμίσει χρώματα, χρώματα κι αρώματα. Θα έρθει και μια κοπέλα, θα ξαπλώσει δίπλα μου και όταν της πω «σε αγαπάω», θα την ακούσω να μου απαντάει κι εκείνη «κι εγώ σε αγαπάω κι ας είμαστε τόσο ίδιοι και τόσο ανόμοιοι».

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Δεν είναι αργά για θαύματα...


-Την είδες την βροχή? Ήρθε πάλι ο χειμώνας. Κι εμείς μείναμε στην σιωπή να χαϊδεύουμε τα αυτιά μας και να αφουγκραζόμαστε την άνοιξη. Την άνοιξη που ακόμα και τώρα, που ο Απρίλης χάνεται στο φως των κεριών της ανάστασης, εκείνη δεν λέει να έρθει. Και παραμένεις άμοιρος και άγνωστος περιπατητής του μοναδικού σου φόβου. Ακούς τις καμπάνες; Νιώθω σαν το σήμαντρο. Έτσι, να χτυπιέμαι πάνω στο κρύο μέταλλο και να με ζεσταίνει με τους ήχους του. Εκείνο όμως κρύο και άψυχο, σαν μέταλλο. Βλέπεις τα φώτα στο δάσος; Αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται. Ψάχνουν να βρουν τον Ιούδα. Μα εκείνος φέτος δεν θα προδώσει τον Χριστό. Βαρέθηκε τόσα χρόνια να είναι ο προδότης. Έτσι λοιπόν δεν στοιχειοθετείται κατηγορία εναντίον του. Λες να βρεθεί άλλος προδότης; Αλίμονο. Ο κόσμος διψάει για προδοσία αλλά απεχθάνεται τους προδότες. Ακούς τις φωνές των παιδιών? Χαίρονται τον λίγο ήλιο που πηγάζει από μέσα τους. Παίζουν και νιώθουν την χαρά. Είναι παιδιά μα σε κάποια άλλη μεριά του κόσμου τα ίδια παιδιά θα μπορούσαν να είναι άντρες.

~Τα τελευταία χρόνια ο χειμώνας διαδέχεται τον ίδιο του τον εαυτό. Μόλις τέλειωσε και μπήκε ένας νέος, πιο βαρύς. Έβγαλες τις κουβέρτες από τη ναφθαλίνη; Τα χαλιά τα έστρωσες; Τα χειμωνιάτικα ρούχα να βγάλεις από το μπαούλο. Μην ξεχάσεις να πλέξεις και αρκετά πουλόβερ για τα παιδιά. Τα περσινά τα έσκισαν στο παιχνίδι τους. Πλέξε κι ένα για μένα. Εδώ πάνω στο καμπαναριό κάνει πολύ κρύο. Και οι φλόγες των κεριών δεν με φτάνουν. Έχω αγωνία. Πες μου, τι γίνεται με τον Ιούδα? Θα τον προδώσει τον Χριστό?

-Κοίτα κάτω στα χωράφια. Τα παιδιά μαζεύουν άχερα. Θα γεμίσουν τον Ιούδα και μετά θα τον κάψουν. Κάτι μου λέει ότι φέτος δεν θα παίξουν. Δεν έχει κάψιμο του Ιούδα φέτος στο χωριό. Άκουσα ότι ο παπάς το έμαθε και δεν θα την κάνει την ανάσταση φέτος. Άσχημο πράγμα να σου γκρεμίζουν τον θεό. Γκρεμίζονται όσα πιστεύεις. Μα ο παπάς του χωριού δεν πίστευε πουθενά. Ένας κερδοσκόπος ήταν. Ένας μέθυσος που όταν έμπαινε στην εκκλησία θυμόταν ότι κάποτε έκαιγε κι εκείνος τον Ιούδα και τώρα σταυρώνει τον Χριστό για να τον αναστήσει.

~Έχω άσχημα νέα γέρο μου. Έμαθα ότι ο Χριστός έδωσε τριάντα αργύρια στον Ιούδα για να μην τον προδώσει. Φοβούνται οι θεοί. Χάνουν την θέση τους στον ουρανό. Σειέται ο θρόνος τους. Θα πέσουν και θ’ ανέβουν άλλοι θεοί. Κι εκείνοι μετά δύο χιλιάδες χρόνια θα πέσουν.

-Η εκκλησία γέμισε κόσμο. Μεγάλη Πέμπτη και ο Χριστός απόψε πρέπει να σταυρωθεί. Αλλιώς εγώ θα γίνω ένα παλιοσίδερο που θα το πετάξουν και θα το στοιβάξουν μαζί με άλλα να σκουριάσει. Κι όταν πλέον αποφασιστεί ότι είμαι παντελώς άχρηστο θα με λιώσουν και θα μου δώσουν άλλη μορφή. Δεν θα βγάζω πια ήχο. Δεν θα έχω μέσα μου την μουσική. Θα είμαι ένα μπρίκι για τον καφέ εκείνου που δεν πρόδωσε τον Χριστό. Τα παιδιά μάζεψαν τα άχερα και ετοίμασαν τον Ιούδα. Λες εκείνος να προδώσει τελικά τον Χριστό? Λες τα παιδιά να χαρούν και φέτος το παιχνίδι τους? Ο χειμώνας δεν λέει να φύγει. Κάθομαι εδώ πάνω και κουρνιάζω στην αγκαλιά του σκοινιού. Μα εκείνο με απεχθάνεται γιατί, λέει, είμαι άγγελος κακών ειδήσεων. Κι εγώ που είχα την εντύπωση ότι είμαι ο άγγελος της αλήθειας? Γκρεμίζουν ακόμα και τον δικό μου θεό. Κατάλαβα. Φέτος δεν θα γίνει η σταύρωση. Φέτος τα παιδιά δεν θα τον κάψουν τον Ιούδα.

~Ξύπνα. Ώρα για δουλειά. Τον σταύρωσαν τον Χριστό. Ο Ιούδας πληρώθηκε από τον ίδιο τον Χριστό για να τον προδώσει. Τα παιδιά καίνε τον Ιούδα. Οι θεοί δεν έπεσαν. Νίκησαν. Κι εγώ; Γιατί νιώθω νικημένος? Όλοι είναι χαρούμενοι. Ο Χριστός σταυρώθηκε. Σε τρεις ημέρες θα αναστηθεί. Ο Ιούδας δεν έγινε προδότης. Θα έχει ψηλά το κεφάλι. Οι θεοί παραμένουν θεοί. Τα παιδιά καίνε τον Ιούδα. Ο παπάς είναι πλέον περισσότερο σεβάσμιος στο χωριό. Ήρθε και η άνοιξη. Και το σκοινί να με κοιτάζει με οίκτο και να μου λέει ότι είμαι πολύ συναισθηματικός. Γιατί νομίζω ότι ο δικός μου θεός έχει γκρεμιστεί; Γιατί κανείς δεν με έπεισε ότι ο Χριστός σταυρώθηκε, ότι ο Ιούδας τον πρόδωσε, ότι δίκαια θα τον κάψουν τα παιδιά? Γιατί η μουσική που βγάζω μου μοιάζει ψεύτικη? Είμαι κρεμασμένος και δεν πεθαίνω. Χίλια πεντακόσια χρόνια κρεμιέμαι και ζω. Δεν είμαι άνθρωπος? Τι είμαι? Τι? Η καμπάνα? Και γιατί σου μιλάω? Γιατί οι αλήθειες μου μοιάζουν ψεύτικες?

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Πες μου, ποιος φόβος σε νίκησε πάλι?


ΕΚΕΙΝΗ: Σε βλέπω να κάθεσαι στο γραφείο σου, να καπνίζεις ασταμάτητα και να ακούς μουσική όλη τη μέρα. Να διαβάζεις βιβλία, κείμενα, να προσπαθείς να αποκωδικοποιήσεις τις σιωπές των άλλων, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μου. Τι είναι αυτό που σε κάνει να γυρίζεις πίσω? Να πισωπατάς κάθε φορά? Τι είναι αυτό που τόσο σε τρομάζει? Είμαι εγώ? Είναι όλα εκείνα που κρύβεις μέσα σου? Είναι όλα αυτά που μπορείς να πετύχεις, αλλά βαριέσαι να τα κυνηγήσεις? Πες μου τι είναι κι εγώ θα στο γιατρέψω, στο υπόσχομαι...

ΕΚΕΙΝΟΣ: Πόσο σπάνια ακούει κανείς αυτές τις λέξεις πια? Πόσο σπάνια έρχονται οι άνθρωποι τόσο δίπλα? Τόσο, που ακόμα κι αν είναι αλήθεια, ο μικρός μας εαυτός αρνείται να το πιστέψει. Μέσα μου υπάρχει αυτό το παιδί που αρνείται πεισματικά να μεγαλώσει και εκείνος ο ενήλικας που αρνείται πεισματικά α θυμηθεί πως ήταν παιδί. Η φωτιά και το νερό. Η σιωπή και οι κραυγές. Τρομάζω και μόνο στη σκέψη πως αν αφεθώ θα σε αγαπήσω περισσότερο, τρομάζω στην ιδέα πως εσύ ίσως να μην αφεθείς.

ΕΚΕΙΝΗ: Δεν προσπαθώ να σου ξεφύγω. Με διώχνεις συνεχώς και εγώ παραμένω εδώ. Έρχομαι όταν με καλείς. Υπάρχω όταν με φωνάζεις. Εμφανίζομαι σε κάθε σου αναζήτηση. Μα σε φοβάμαι, όσο εσύ φοβάσαι τον εαυτό σου, όσο φοβάσαι εμένα. Γιατί δεν μπορούμε να νικήσουμε αυτούς τους φόβους? Γιατί κάθε μέρα πηγαίνουμε πιο μακριά ο ένας από τον άλλο? Τι είναι αυτό που μας διώχνει και που μας φέρνει κοντά συγχρόνως? Πες μου, ποιος φόβος σε νίκησε πάλι?

ΕΚΕΙΝΟΣ: Δεν είναι μόνο ο φόβος, δεν είναι μόνο οι σιωπές, η απουσία, οι σκέψεις, τα οράματα, τα όνειρα. Με νικάει ο εαυτός μου. Χάνω κάθε μέρα. Προσπαθώ να ανασηκωθώ, να επιβιώσω σε μια μάχη που δεν ξέρω γιατί την ξεκίνησα, δεν ξέρω γιατί την συντηρώ και δεν ξέρω γιατί δεν την τελειώνω. Βλέπω όλους αυτούς τους νεκρούς έρωτες, όλες αυτές τις σκέψεις που πεθαμένες κείτονται στην πεδιάδα των ονείρων μου. Αδυνατώ να ανταπεξέλθω στο ύστερα, στο μετά, στο αύριο. Χάνω το οποιοδήποτε παρόν, το οποιοδήποτε μέλλον συντηρώντας τα σημάδια στο κορμί μου, στην ψυχή μου. Τραυματίζομαι τις νύχτες και το πρωί σηκώνομαι γιατρεμένος, από χάδια που δεν ξέρω, που δεν τα νιώθω, που δεν προέρχονται από χέρια που γνωρίζω.

ΕΚΕΙΝΗ: Μα δεν βλέπεις? Πως μπορείς να είσαι τόσο τυφλός? Πως μπορείς να απολογείσαι σε ένα λευκό χαρτί κι όχι σε μένα? Δεν βλέπεις τι χάνεις, τι κυνηγάς και τι σε κερδίζει? Που θες να πας? Δες από πού ξεκίνησες και που οδεύεις. Δες το μονοπάτι που ακολουθείς χρόνια τώρα. Έχεις ξεστρατέψει. Σε ξέρω, σε ξέρω καλά. Δεν ήσουν αυτός που έγινες. Εκείνο το παιδάκι που θυσίασες δεν θα το ανεχόταν αυτό. Θα στεκόταν μπροστά σου, θα σε κοίταζε και θα σε χτυπούσε με λέξεις, με παράπονα. Γύρνα πίσω σε αυτό το παιδάκι, μην φεύγεις όλο και πιο μακριά του.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Δεν το βλέπεις που κλαίει? Δεν το ακούς? Τι άλλο πρέπει να κάνει? Το έθαψα, όταν χρόνια πριν έθαψα και τον εαυτό μου. Είναι σκληρό να μένεις ίδιος σε έναν κόσμο που αλλάζει. Δεν ήθελα να είμαι κομμένος, απομονωμένος από όλους εκείνους που προσπάθησα να πλησιάσω για να γευτώ λίγες λέξεις, κάποια χάδια, μια αγκαλιά. Δεν ήθελα να ξανακλάψει αυτό το παιδάκι, δεν ήθελα να ξαναπονέσει. Πάντα έχανε όσους αγαπούσε. Αυτό το παιδάκι δεν μεγάλωσε ποτέ, δε θα μεγαλώσει ποτέ. Δεν θέλει να μεγαλώσει.

ΕΚΕΙΝΗ: Τότε που είναι εκείνος που αγάπησα? Που βρίσκεται? Σε ποια άλλη γη περιφέρεται? Εκείνος που αγάπησα ήταν πιστός στον εαυτό του, στις δυνάμεις του. πίστευε ότι θα πετύχει πολλά. Δεν βλέπεις για ποια πράγματα γεννήθηκες? Ακολούθησέ τα, ακολούθησε τον εαυτό σου. μπορεί εγώ να μην είμαι εδώ, είναι όμως η θύμησή μου. Κράτα τις αναμνήσεις, βάλτες σημαία σου, σήκωσέ την ψηλά, κάνε τα όμορφα και τα άσχημα να γίνουν ένα. Να λες ότι γελάς, γιατί έμαθες να κλαις. Να λες ότι κλαις, γιατί ξέρεις να γελάς. Πες μου, που χάνεσαι, που κρύβεσαι? Γιατί δεν μπορώ να σε βρω? Γιατί νομίζω ότι σε έχω χάσει πια?

ΕΚΕΙΝΟΣ: Γιατί δεν με έψαξες εκεί που κρύφτηκα. Είμαι εκεί που με άφησες. Είμαι εκεί που με βρήκες εξαρχής. Κλεισμένος στον εαυτό μου. Ψάξε με εκεί και θα με βρεις. Ή ακόμα καλύτερα, ψάξε εκεί τον εαυτό σου και θα με βρεις. Απόψε θα πάρω αγκαλιά το μαξιλάρι μου, θα του δώσω το όνομά σου, θα ακούσουμε μαζί τα τραγούδια που μας άρεσαν. Θα το καληνυχτίσω και θα κοιμηθούμε. Το ξέρω ότι έφυγες, αλλά δεν με πειράζει. Αρκεί που υπάρχει η ανάμνησή σου και κάποιες φωτογραφίες σου. Δε θα χαθούμε. Ποτέ δεν χαθήκαμε. Κράτα μου μόνο το χέρι και πες μέσα σου ένα «αχ», σαν εκείνο που μου έλεγες κάποτε. Σε ευχαριστώ και γι αυτό και για όλα...