Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2009

Φτιάξε καρδιά μου το δικό σου παραμύθι...


Σήμερα θα σας πω ένα παραμύθι. Ένα παραμύθι λίγο διαφορετικό από όλα τα άλλα. Ένα αυτοβιογραφικό παραμύθι με πολλές δόσεις αλήθειες και πραγματικότητας. Ένα παραμύθι που έχει σκοπό να κάνει μερικούς που είναι ή ήταν κάποιο διάστημα κοντά μου να σκεφτούν. Δεν έχει σημασία αν θα το διαβάσουν αυτό το παραμύθι αυτοί οι άνθρωποι, σημασία έχει να ειπωθεί και να το δουν έστω κάποιοι άλλοι. Γιατί μερικές φορές τις απαντήσεις που αναζητούμε τις παίρνουμε από αγνώστους ή από ανθρώπους που δεν το περιμένουμε. Το δικό μου παραμύθι λοιπόν, ξεκινάει όπως όλα τα παραμύθια. Κάντε ησυχία να το ακούσετε...

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα παιδάκι, καθόλου συνηθισμένο, λίγο πιο ευαίσθητο, λίγο πιο ρομαντικό. Ένα παιδάκι που δεν ήθελε να βλέπει πληγωμένους ανθρώπους και που το μόνο που το ένοιαζε ήταν να κάνει τους άλλους να χαίρονται, να περνάνε όμορφα, να γελάνε. Αυτό το παιδάκι είχε μέσα του πολλή αγάπη. Κάθε άνθρωπο που γνώριζε τον συμπαθούσε αμέσως, τον λάτρευε. Ήθελε οι άνθρωποι που ήταν γύρω του να είναι χαρούμενοι, γιατί έτσι γινόταν κι εκείνος χαρούμενος. Το μόνο που ζητούσε, ως «αντάλλαγμα» ας πούμε, ήταν να του επιστρέφουν λίγη από την αγάπη τους. Ήθελε να μην φοβηθούν οι άλλοι να ξεπεράσουν τον εαυτό τους, γιατί κι εκείνος δε φοβόταν να ξεπεράσει τον εαυτό του. Μοίραζε ό,τι είχε μέσα του απλόχερα δεξιά κι αριστερά, το χάριζε. Και έτσι πάντα άδειαζε. Κλεινόταν για λίγες μέρες στον εαυτό του κι αφού είχε γεμίσει τις μπαταρίες του, έβγαινε και ξαναμοίραζε. Συνέχεια, χωρίς σταματημό. Μέχρι που πάλι άδειαζε. Σαν τον Σίσυφο, ήξερε από μικρός ότι αυτή ήταν η ευχή και η κατάρα του.

Κάποια μέρα αυτό το παιδάκι ερωτεύτηκε. Ένιωσε ότι είναι κι εκείνο ερωτεύσιμο. Και τα έδωσε όλα. Δεν κράτησε τίποτα. Κάποιες στιγμές, που ένιωθε άδειος πλακωνόταν στο φαγητό, γέμιζε τα κενά του δωμάτια και πάλι έδινε και έδινε. Έδωσε τόσα πολλά που η κοπέλα δίπλα του δεν άντεξε, δεν μπόρεσε να δεχτεί όσα δεχόταν, δε μπορούσε να αναπνεύσει. Κι έτσι έφυγε, μακριά του. Το παιδάκι έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. μα πως ήταν δυνατό να μην το θέλει, γιατί να φύγει, τι είχε κάνει? Βούλιαξε μέσα στον εαυτό του, χάθηκε στο κενό του, στα συναισθήματα που το κατέκλυζαν και δεν το άφηναν να προχωρήσει. Το κεφάλι του άρχισε να βουίζει. Σώθηκε όμως, κατάφερε να αναδυθεί και να πάει λίγο πιο πάνω. Μέχρι που κάποια στιγμή βγήκε ολόκληρο από το πηγάδι που είχε βυθιστεί κι άρχισε να περπατάει. Περπάταγε, περπάταγε, περπάταγε κι έφτασε στη μέση μιας πόλης και κοιτώντας πίσω του είδε ότι είχαν έρθει κι άλλοι μαζί του, μα δεν τους ήθελε όλους αυτούς. Σάστισε, δεν ήξερε τι να κάνει. Να τους κρατήσει? Να τους διώξει? Τι να κάνει?

Αποφάσισε λοιπόν ότι έπρεπε να τους διώξει. Γι αυτό, πήγε σε ένα μαγαζί, αγόρασε μία πανοπλία, όπλα, σπαθιά, πυρομαχικά και βγήκε έξω, εκεί που ήταν όλοι όσοι είχαν έρθει μαζί του. Ανέβηκε σε έναν βράχο και σάστισε με τον κόσμο. Έπιασε τον εαυτό του να του αρέσει. Η ιδέα του να τους διώξει μετατράπηκε. Μα ποιος ήταν αυτός που μπορούσε να διώξει κάποιους ανθρώπους από τη ζωή του? Αντ’ αυτού, άνοιξε το στόμα του και ξεστόμισε ένα δυνατό «σας αγαπάω όλους». Δεν πίστευε όμως στα αυτιά του. Δεν περίμενε ποτέ κάτι τέτοιο από τον εαυτό του. Ναι, τελικά μπορούσε να ξαναγαπήσει, την είχε τη δύναμη μέσα του. Κατέβηκε κι άρχισε να χορεύει μαζί τους. Τους έπιανε και τους φιλούσε όλους έναν ένα. Τους αγαπούσε, πραγματικά το ένιωθε. Μόνο που το βράδυ, όταν πήγε σπίτι του, ένιωσε μόνος. Τόσο μόνος που άρχισε να κρυώνει και μετά να κλαίει και μετά να σπάει πράγματα. Δεν άντεχε τον εαυτό του, τη μοναξιά του. Πέρασαν ώρες έτσι και βγήκε στο δρόμο, την πρώτη κοπέλα που βρήκε τη φίλησε, την αγκάλιασε. Κατέληξαν στο κρεβάτι του. εκείνη ζητούσε περιστασιακό σεξ για να νιώσει επιθυμητή, εκείνος ζητούσε συντροφιά για τις νύχτες. Έδεσαν τα χνώτα τους, έμειναν λίγο καιρό μαζί. Μα μετά, η ζωή απέδειξε το σκληρό της πρόσωπο. Εκείνος είχε άλλες προτεραιότητες, εκείνη άλλες. Κι έτσι χώρισαν.

Την επόμενη μέρα διασκέδασε πάλι με το πλήθος που τον ακολουθούσε. Και το βράδυ επέστρεψε μόνος του σπίτι. Πήγε να ξανακυλήσει, μα σκέφτηκε πως έπρεπε να μάθει να αντέχει τον εαυτό του. Κι έτσι έκανε υπομονή. Είδε μια ταινία στην τηλεόραση, άκουσε μουσική, διάβασε βιβλία. Έμαθε να αντέχει τον εαυτό του. Κι ο καιρός περνούσε. Και το παιδάκι άντεχε τον εαυτό του, με τα στραβά του, με τα καλά του. Τον είχε μάθει καλά τον εαυτό του πλέον, μα δεν είχε μάθει καλά κανένα άλλο άνθρωπο. Πέρα από τον εαυτό του, δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος. Κάποια μέρα όμως ξαναερωτεύτηκε και αποφάσισε να ασχοληθεί με εκείνη την κοπέλα, ώστε να την μάθει καλά. Ασχολήθηκε τόσο πολύ μαζί της, που πλέον εκείνη, δεν ήθελε να ζει φυλακισμένη στο συναίσθημα ενός ανθρώπου. Κι έτσι έφυγε κι εκείνη, όπως κι η προηγούμενη, όπως κι η επόμενη. Κι έμεινε μόνος, σε ένα κλειστό δωμάτιο να προσπαθεί να γεμίσει τα κενά του. Να καλύψει την ματαιοδοξία του. εις μάτην όμως. Του έμελλε να ζει έτσι, μέχρι να μάθει καλά το μάθημά του. Το πρόβλημα, ήταν ότι εκείνος δεν ήξερε ότι η ζωή μας διδάσκει...

Το παραμύθι δεν τελείωσε. Το παιδάκι εκείνο συνεχίζει να ζει. Πασχίζει να ερωτευθεί και να το ερωτευθούν. Πασχίζει να βρει ανθρώπους να το λατρέψουν, να του γεμίσουν τα κενά που εκείνο δημιουργεί. Το παιδάκι εκείνο είμαστε εμείς ή ένας από εμάς. Αν δε θέλουμε να κοιτάξουμε μέσα μας, ας κοιτάξουμε δίπλα μας...

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2009

Σου γράφω πάλι από ανάγκη...


Και να λοιπόν που έρχονται οι στιγμές που πρέπει να αναιρέσουμε τον εαυτό μας. Και δεν είναι εύκολες στιγμές, συνοδεύονται από πόνο, συνήθως διπλό πόνο. Η μία όψη του, είναι εκείνη που έχει να κάνει με την ίδια την αναίρεση, το κομμάτι εκείνο που πρέπει να μας κάνει να παραδεχτούμε ότι σε μερικές πράξεις κι επιλογές της ζωής μας, υπήρξαμε λάθος. Αυτό το κομμάτι όμως ξεπερνιέται, αργά ή γρήγορα. Η άλλη όψη είναι που πονάει, εκείνη που κρύβει συναισθήματα, εκείνη που μας κάνει να πιστεύουμε ότι το παρελθόν μας κυνηγάει, ακόμα και μετά από πολλά χρόνια. Άλυτες καταστάσεις, μικρές παραπομπές, μηδενικές απολαβές. Το μέλλον φιγουράρει ανέντιμο μπροστά στο παρελθόν και η οθόνη της ζωής μας φιλοξενεί τις πιο περίεργες καρικατούρες. Ενός παιδικού έρωτα, ενός ονείρου που παλεύει να ξεθωριάσει, μιας φωτογραφίας που ξυπνάει αναμνήσεις και μερικές φορές μιας μικρής σιωπής, καταλυτικής, ενίοτε κι αγχολυτικής, μα πάντοτε βασανιστικής.

Ναι λοιπόν, αυτή τη φορά θα το ομολογήσω, έπαψα τόσο καιρό να το πνίγω μέσα μου, αυτή τη φορά σου γράφω πάλι από ανάγκη. Η ώρα απόψε δεν παίζει και τόσο μεγάλο ρόλο. Ποιος νοιάζεται αν είναι 10 το πρωί ή 3 τα ξημερώματα? Οι σκέψεις δεν έχουν ωράριο ούτε τα όνειρα. Για τα συναισθήματα δε χρειάζεται να το συζητήσουμε. Μόνο λίγα σημάδια απομόνωσης και μοναξιάς και τα υπόλοιπα γίνονται απολειφάδες στιγμές. Οι λέξεις άλλοτε σύμμαχοι κι άλλοτε εχθροί. Το ίδιο και οι άνθρωποι. Αυτά τα αντιμετωπίζω, μου είναι εύκολα. Ο εαυτός μου είναι που δεν μπορώ να τον δαμάσω. Τριγυρνάει εδώ κι εκεί, με επιτάσσει, με σπρώχνει στο κενό και λίγο πριν σκάσω στο δρόμο νεκρός, με πιάνει και με ανεβάζει πάλι επάνω. Ένα ιδιόμορφο bungee jumping για τρελούς και χαμένους. Ποιος είσαι εσύ που ονειρεύεσαι? Ποιος είσαι εσύ που τολμάς? Ποιος είσαι εσύ που αδικείς έτσι τον εαυτό σου? Ποιος θαρρείς πως είσαι?

Θα καταλάβει κανείς? Εσύ? Θα καταλάβεις? Θες να καταλάβεις? Ή μήπως πάλι μόνος μου θα βρω τη λύση? Κι αν πάντα κάνω λάθος? Που θα με οδηγήσουν όλοι αυτοί οι δρόμοι? Ποιος θα με φέρει κοντά σου? Κι αν έρθω, θα με δεχτείς? Κι αν με δεχτείς τι θα είμαι για σένα? Όχι. Ένα κατηγορηματικό όχι, οργισμένο, με θλίψη και με μίσος. Όχι προς εσένα. Ποτέ προς εσένα. Αν σε ρίξω από το βάθρο που σε ανέβασα, δε θα αισθάνομαι πια για σένα τίποτα. Όχι σε σένα η θλίψη και το μίσος. Εγώ είμαι ο φταίχτης, ο δειλός, ό απάνθρωπος, ο μισογύνης. Εγώ πρέπει να πέσω. Εσύ μείνε όρθια, ψηλά το κεφάλι, περήφανα προχώρα. Εσένα δε θα αφήσω να σε αγγίξει κανείς. Ούτε καν εγώ. Κι ας λέω σε όλους ότι σε σιχαίνομαι, ότι σε μισώ. Αυτή είναι η άμυνά μου, αυτά είναι τα όπλα μου. Δε θα σε πολεμήσω όμως. Μπορώ να σε αγαπήσω πιο βαθιά, μα δεν μπορώ να σε σκοτώσω. Εσύ δε θα πεθάνεις. Μπορεί να γεράσεις στο μυαλό μου, μα την ψυχή σου θα την κάνω αθάνατη. Θα σε εξυμνήσω, θα πω την ιστορία σου, θα μάθουν όλοι για σένα, ακόμα κι εσύ. Κανείς όμως δε θα ξέρει για ποιον μιλάω, ακόμα κι εσύ. Θα σε μπερδέψω, έτσι όπως μπέρδεψα τον εαυτό μου. Μίσησέ με, το αντέχω. Μη με αγαπάς, με πονάει, δεν ξέρω τι να την κάνω την αγάπη σου. Κι ας την αναζητώ.

Είδες? Δε σε ξεχνάω! Υπάρχεις μέσα μου. Είναι σα να με σκέφτεσαι, σα να με καλείς, να με αναζητάς. Και τότε απλά, ξεκλειδώνει μια πόρτα, μόνη της, χωρίς κλειδί, χωρίς pin και puk, ανοίγει αυτή η πόρτα και κατακλύζεται ο εγκέφαλός μου από χιλιάδες λέξεις που ψάχνουν να μπουν στη σειρά. Εγώ, ο ζαλισμένος τροχονόμος από τις χιλιάδες βρισιές και μούτζες, προσπαθώ να βάλω σε μια σειρά όλα εκείνα που σφηνώνονται στο στόμα μου. Δεν ξέρω αν με ακολουθείς, αλλά υπάρχεις γαμώτο. Εδώ. Δίπλα μου. Μέσα μου. Μεγαλώνουμε μαζί, γερνάμε μέρα με τη μέρα. Αναζητούμε νέες λέξεις να εκφράσουμε τους πόθους μας. Είσαι εδώ, γιατί σε αφήνω να υπάρχεις, γιατί δε θέλω να φύγεις, δε θέλω να χαθείς. Αν σε αφήσω να φύγεις θα πεθάνεις. Και δε σου αξίζει κανένας θάνατος εσένα αγάπη μου. Εσένα σου πρέπουν μπάντες με βιολιά, μουσικές που να γενούν χρώματα, βεγγαλικά. Εσένα σου πρέπει η άνοιξη και το καλοκαίρι. Τον χειμώνα δώστον σε μένα. Το φθινόπωρο σβήσε το, με τρομάζει.

Μη φεύγεις τόσο γρήγορα, κάτσε λίγο ακόμα. Έχω καπνίσει τόσα τσιγάρα σήμερα κι αυτό το τσιγάρο είναι το μόνο που το νιώθω. Μείνε εδώ. Μέχρι να σβήσει η κάφτρα του, μέχρι να γίνει στάχτη. Κι ύστερα φύγε, όπως φεύγει ο καπνός από τις γρίλιες του παραθύρου. Μόνο να έρχεσαι που και που. Να τρυπώνεις στο μυαλό μου όπως εσύ ξέρεις, να βυθίζεσαι στην ψυχή μου όπως εσύ μπορείς. Να έρχεσαι να τα λέμε. Να μου λες πως τα περνάς, τι ταινίες είδες, τι τραγούδια άκουσες. Να έρχεσαι που και που. Κι εγώ θα σε αφήνω να φεύγεις όπως ήρθες. Ήρεμα, γαλήνια. Θα σε κρατώ μέσα μου, σαν τις στιγμές που κρατάμε πάντοτε για να αντλούμε δυνάμεις. Να έρχεσαι ρε, να έρχεσαι που και που, να έρχεσαι να τα λέμε!