Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Θυμάμαι απόψε που τ' αστέρια με κυκλώσανε...


ΕΚΕΙΝΟΣ: Θυμάμαι απόψε που τ' αστέρια με κυκλώσανε εσένα να με κοιτάς με αυτά τα πελώρια παιδικά σου μάτια και να βάζεις το χέρι σου στο μάγουλό μου. Να ακουμπάει όλη η παλάμη σου και με τον αντίχειρά σου να με χαϊδεύεις. Εκείνη τη στιγμή λες όσα ποθώ να ακούσω, παίρνεις μακριά μου όλους τους φόβους και με κάνεις να πηγαίνω πάντα μπροστά. Είναι η στιγμή που δεν θέλω με τίποτα να φύγει, είναι η στιγμή που φοβάμαι πως αν τελειώσει θα με ξεχάσεις και θα με αφήσεις εδώ να καίγομαι και να φουντώνω για σένα. Το χέρι σου όμως, η αίσθηση της αφής σου, η ανάσα σου που μπλέκεται με τη δική μου είναι όλα εκείνα τα λόγια που λαχταρώ, που αγαπάω, που λατρεύω να ακούω, που φοβάμαι μην τα χάσω. Εκείνες τις στιγμές νιώθω ότι μπορώ να πετύχω τα πάντα. Όσο το χέρι σου θα υπάρχει στο μάγουλό μου, εγώ θα μπορώ να πετύχω τα πάντα.

ΕΚΕΙΝΗ: Φοβάμαι ότι αν σταματήσω να σε χαϊδεύω, θα σε χάσω. Δεν έχω πάψει στιγμή να σε αναζητώ, να σε ψάχνω μέσα στα σεντόνια μου, να παίρνω αγκαλιά τα μαξιλάρια και να κοιμάμαι ήρεμη, γαλήνια. Το χέρι μου επάνω σου, δεν είναι μια απλή πράξη αγάπης, είναι ο κόσμος μου, που ξεκουράζεται πάνω σου και για λίγο ηρεμεί. Είναι η σκέψη μου που αδειάζει και χαλαρώνει μέχρι να έρθει το επόμενο πρωί και να γεμίσει με λέξεις που θέλω να διώξω. Είναι τα λόγια που φοβάμαι πως αν τα ξεστομίσω θα γίνουν πέτρες και θα με λιθοβολήσουν. Είναι το μεταξύ μας κενό, που περιέχει όσα θέλω να σου πω, όσα θέλω να σου κάνω. Νιώθω σαν μικρό όταν το χέρι μου αφουγκράζεται την ανάσα σου, νιώθω σαν μικρό παιδί όταν η σκέψη μου μπλέκει με την δική σου και λες όσα θέλω να πω. Νιώθω απροστάτευτη και σε φοβάμαι τόσο που προτιμώ να σε χάσω, παρά να σε έχω.

ΕΚΕΙΝΟΣ: Με τρομάζεις όταν λες εκείνα που εγώ θέλω να σου πω. Όταν μου χαρίζεις αυτά που θέλω να σου χαρίσω. Δεν το έζησα ξανά ποτέ στη ζωή μου και κάθε τι καινούριο με τρομάζει. Δεν θέλω όμως να το χάσω. Αν χάσω αυτή την επαφή μαζί σου θα χάσω το μυαλό μου. Σε βλέπω να προχωράς κα σε χαίρομαι. Βλέπω το βήμα σου, αυτό το σταθερό σου βήμα που με κάνει να βαδίζω δίπλα σου, βλέπω αυτή τη σιγουριά που με κάνει να είμαι πιο σίγουρος. Και ξέρω πως αν στο δρόμο μου πεταχτούν φίδια και δράκοι, μαζί θα πολεμήσουμε, γιατί μέχρι σήμερα μαζί πολεμάμε και μαζί αναζητούμε τρόπους να αφήσουμε όλα εκείνα που μπορούν να μας καταστρέψουν έξω από εμάς.

ΕΚΕΙΝΗ: Νιώθω σα να χτίζουμε ένα σπίτι, ένα κάστρο που θα μείνουμε οι δυο μας και δεν θα αφήσουμε άλλους να μπουν εκεί μέσα. Το βλέπω το παλάτι ετούτο. Δεν έχει πεντακόσια σκαλοπάτια, μα είμαι σίγουρη πως ακόμα κι αν είχε, εσύ θα έβρισκες τρόπους να μην τα ανέβουμε ποτέ. Μου αρέσει που αφήνομαι πάνω σου και δεν φοβάμαι άλλο πια. Είναι όμορφο τελικά να γυρίζεις το βράδυ σπίτι σου και να πέφτεις για ύπνο έχοντας έναν άνθρωπο να σε κάνει να κοιμηθείς και να πάρει μακριά όλο το άγχος και όλη την σκέψη. Είναι όμορφο να κάνεις όλα εκείνα τα μικρά και καθημερινά που σε αναζωογονούν και δείχνουν πόσο όμορφη είναι η ζωή. Είναι όμορφο να μπορείς να πηγαίνεις κάθε μέρα λίγο πιο μπροστά και στο τέλος να ξέρεις ότι διένυσες μια ολόκληρη έρημο. Αν υπάρχει Θεός που βρίσκεται τώρα?

ΕΚΕΙΝΟΣ: Εδώ είναι, δεν τον βλέπεις?

ΕΚΕΙΝΗ: Που?

ΕΚΕΙΝΟΣ: Εδώ...

(Έσκυψε και την φίλησε...)

Δεν υπάρχουν σχόλια: