Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Ο Μάρκος και η Άννα...

Ο Μάρκος μπήκε στο σπίτι κουρασμένος, σχεδόν εξουθενωμένος από τη δουλειά. Πήγε στην τουαλέτα χωρίς να ψάξει την Άννα στα λιγοστά δωμάτια του σπιτιού. Πέταξε τα παπούτσια του σε μια άκρη, σε μια άλλη παράτησε τις κάλτσες του και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Η Άννα άκουσε τα βήματά του, αλλά δεν έκανε καν τον κόπο να τον αναζητήσει. Εδώ και καιρό, οι δυό τους, είχαν απολέσει το ενδιαφέρον τους. Ο Μάρκος δούλευε για να συντηρεί την Άννα, η Άννα μαγείρευε για να συντηρεί το Μάρκο. Δυο ξένοι στο ίδιο σπίτι, δυο ξένοι μοιράζονταν την ίδια κρεβατοκάμαρα. Πότε πότε ο Μάρκος ξεχνούσε την ακούσια ασκητική ζωή και άγγιζε (ας πούμε) ερωτικά την Άννα. Εκείνη δεχόταν τα χάδια του, ελλείψει άλλου, καλύτερου ερωτικού παρτενέρ. Μια ψυχή που ήταν να βγει, θα έβγαινε είτε εκείνη το ήθελε είτε όχι.

Παιδιά δεν έκαναν. Κάποιος από τους δύο θα ήταν σίγουρα ανίκανος, αλλά ούτε ο Μάρκος ούτε η Άννα ήθελαν να το ψάξουν. Και οι δύο το θεώρησαν ως δώρο. Φαντάσου αυτοί οι δύο ξένοι να έπρεπε να μεγαλώνουν ένα παιδί. Μεγαλύτερη ασχήμια δε θα μπορούσε να τους συμβεί. Έτσι βολεύτηκαν με τα δεδομένα τους, αμφότεροι. Ο Μάρκος πήγαινε στο καφενείο που και που και η Άννα, για να ξεχνιέται, έβγαινε τα πρωινά βόλτα στα μαγαζιά και χάζευε τις βιτρίνες. Ποτέ δεν αγόρασε κάτι, άφηνε πάντα τον Μάρκο να της κάνει εκείνος ένα «δώρο» και φυσικά, ήξερε, ότι το βράδυ θα ζητούσε το αντάλλαγμα.

Ο Μάρκος, έφυγε από την τουαλέτα και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Προηγουμένως είχε αφήσει το μπλουζάκι του πάνω στο κρεβάτι. Η Άννα του είχε βγάλει φαγητό, φακές, του είχε κόψει μια σαλάτα κι είχε αφήσει κι ένα ποτήρι κρασί στο τραπέζι. Συναντήθηκαν στο διάδρομο, κοιτάχτηκαν χωρίς να μιλήσουν. Εκείνος πήγαινε να φάει, εκείνη να μαζέψει τα ρούχα του. Έβαλε τα βρώμικα στα άπλυτα και του έβγαλε καθαρά εσώρουχα. Εκείνος έτρωγε τις φακές βουτώντας λίγο ψωμί στη σαλάτα. Του άφησε καθαρά ρούχα στην καρέκλα για το επόμενο πρωί. Εκείνος ήπιε σχεδόν μονορούφι όλο το κρασί. Η Άννα πήγε στην κουζίνα να μαζέψει τα πιάτα, ενώ ο Μάρκος πήγε στην τουαλέτα να κάνει μπάνιο.  Καθώς εκείνη έπλενε το λερωμένο σερβίτσιο, εκείνος καθάριζε το σώμα του από τη βρώμα του εργοστασίου. Η Άννα σκούπισε το πιάτο, ο Μάρκος το πρόσωπό του, η Άννα το ποτήρι, ο Μάρκος το σώμα του, η Άννα τα μαχαιροπίρουνα, ο Μάρκος τα μαλλιά του.

Ξανασυναντήθηκαν στο διάδρομο. Ο Μάρκος πήγαινε στο σαλόνι κι η Άννα στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξαν και οι δύο την τηλεόραση και αποκοιμήθηκαν χωριστά, σχεδόν μαζί. Δυο ώρες αργότερα ο Μάρκος ετοιμαζόταν στο δωμάτιο να πάει μια βόλτα στο καφενείο, ενώ η Άννα έκανε ότι κοιμόταν. Υπήρχαν μέρες που ο ένας σιχαινόταν τον άλλο και μέρες που απλώς ανέχονταν τα χνώτα τους. Μέρες λατρείας δεν υπήρχαν ούτε κατά διάνοια. Αυτή η πολυτέλεια είχε χαθεί από τη ζωή τους. Πότε πότε ο Μάρκος ήταν καλός, της έπιανε συζήτηση για το πώς γνωρίστηκαν, τι σκέφτονταν. Η Άννα χαμογελούσε σα να το απολάμβανε. Σα να το απολάμβανε...

Το βράδυ ο Μάρκος γύρισε σπίτι ελαφρώς μεθυσμένος. Η Άννα τον είχε συνηθίσει. Τον κοίταξε και τον σιχάθηκε λίγο πιο πολύ απόψε. Ο Μάρκος είδε το βλέμμα της αηδίας στα μάτια της. Την κοίταξε σα να της έλεγε συγγνώμη κι εκείνη τον σιχάθηκε πιο πολύ. Κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας και τον κοίταξε να απομακρύνεται. Εκείνος λίγο πριν φτάσει στην κρεβατοκάμαρα στηρίχτηκε στην πόρτα και γύρισε και την κοίταξε. Η Άννα προσπάθησε να χαμηλώσει το βλέμμα της, αλλά κάτι μέσα της την παρότρυνε να μείνει στάσιμη. Ο Μάρκος προχώρησε στο δωμάτιο και έβαλε τα πράγματά του σε μια βαλίτσα. Η Άννα πήγε μέσα και τον είδε να ετοιμάζεται. Δεν είπε τίποτα για ακόμα μία φορά. Απλώς τον κοιτούσε. Παραμέρισε λιγάκι για να του δώσει χώρο να περάσει όταν εκείνος έφυγε από το δωμάτιο. Τον ακολούθησε ως την εξώπορτα. Ο Μάρκος κάλεσε το ασανσέρ και η Άννα τον κοιτούσε. Αυτά τα δευτερόλεπτα ήταν τα χειρότερα της κοινής τους ζωής. Ο Μάρκος άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ, πριν μπει μέσα την κοίταξε. «Ξέρεις, αν μου ζητήσεις να μείνω, θα μείνω», της είπε. Η Άννα απλώς τον κοιτούσε. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και έφυγε. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και έφυγε...

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Kill everything you love...

Μπήκε μέσα στο σπίτι και κάθισε κατευθείαν στη γραφομηχανή του. Εραστής του ρετρό αρνούταν πεισματικά να αποκτήσει ηλεκτρονικό υπολογιστή και υπερμοντέρνο αυτοκίνητο. Το 2CV του τον είχε βγάλει πολλές φορές ασπροπρόσωπο και δεν ήταν και του στυλ του οι φανταχτερές αλλαγές. Προτιμούσε να κάνει τη ζωή του εύκολη ως προς τα αντικείμενα χρήσης, αφού σε όλα τα άλλα ήταν τόσο δύσκολη. Ορφάνεψε από μικρός, έκανε έναν αποτυχημένο γάμο κι όσες φορές αποφάσισε να δουλέψει ως υπάλληλος απολύθηκε σχεδόν στον πρώτο μήνα. Όλα έδειχναν ότι η ζωή του είχε καταστραφεί. Μέχρι που κάποια στιγμή αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο και κατάφερε να το δει να πουλιέται στα βιβλιοπωλεία. Τώρα πια ζούσε από αυτό, ήταν ένας ευυπόληπτος συγγραφέας. Κάθε που έβγαζε ένα βιβλίο εκείνο έκανε πάταγο κι ο κόσμος περίμενε το επόμενό του. Καιρό τώρα όμως είχε βαλτώσει και έπνιγε τις μικρές χαριτωμένες ιδέες στα ουίσκια και τις μπύρες. Σήμερα όμως έκατσε στη γραφομηχανή κι άρχισε να γράφει χωρίς σταματημό, κάτι σαν αυτόματη γραφή. Μόνο, που για πρώτη φορά, ένιωθε το τακ-τακ της μηχανής να του τρυπάει τα αυτιά. Δεν πτοήθηκε, προς το παρόν, απλά συνέχισε να γράφει:

«Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ
Δε γνώρισα πολλές Ελένες στη ζωή μου, δυο-τρεις μόνο, αλλά ήταν πανέμορφες. Τόσο υπέροχες που πλέον έχω τη βαθιά πεποίθηση ότι μια Ελένη δε γίνεται να μην είναι Ωραία. Καμία Ελένη δε μπορεί να μοιάζει σε κάποια Μαρία. Οι Μαρίες είναι γεννημένες να φέρνουν Χριστούς στον κόσμο. Φυσικά δε μπορούν να μοιάζουν και σε καμία Περσεφόνη. Οι Περσεφόνες είναι σχεδόν καταραμένες να κάνουν ένα αέναο πάνω-κάτω, να πεθαίνουν και να ανασταίνονται κάθε έξι μήνες. Ούτε λόγος για Δήμητρες βέβαια, είναι διαφορετικές. Οι Δήμητρες ξέρουν να αποχαιρετούν τα παιδιά τους, όταν αυτά θέλουν να φύγουν και να τα αναζητούν όταν τα χάνουν. Οι Ελένες όμως, πάντα θα βρίσκονται ανάμεσα σε έναν Πάρη και σε έναν Μενέλαο. Πάντα με το νικητή. Οι Ελένες είναι Ωραίες και το ξέρουν.»

Άλλαξε παράγραφο και το κοίταξε λίγο. Στο νου του δεν υπήρχε καμία Ελένη, καμία Μαρία, καμία Δήμητρα και φυσικά καμία Περσεφόνη. Μια Νικολέτα μόνο είχε στρογγυλοκαθίσει κι εκείνος δεν ήξερε πώς να τη βγάλει. Την έκρυψε λοιπόν πίσω από Ελένες, Μαρίες, Περσεφόνες και Δήμητρες. Δεν είχε άλλη επιλογή άλλωστε. Έπρεπε να την κρύψει, αν αποκάλυπτε το όνομά της ήταν χαμένος. Ο πόθος του έπρεπε να παραμείνει κρυφός. Άλλωστε, ήταν μόνο δικός του πόθος. Εκείνη ίσως να το είχε καταλάβει, αλλά δεν έδειξε ποτέ να τον θέλει, τουλάχιστον όχι όσο την ήθελε κι εκείνος. Κοίταξε λίγο τα σχεδόν γοτθικά γράμματα πάνω στο χαρτί και συνέχισε, όπως και το τακ-τακ που του τρυπούσε τα αυτιά.

«Η δική μου Ελένη δε με έβαλε σε κανένα πόλεμο. Ωραία καθώς είναι, αποφάσισε να διατηρήσει τις αποστάσεις της, κλείνοντας τις πόρτες που εγώ άνοιγα. Κάθε που έβρισκα μια χαραμάδα να τρυπώσω, εκείνη έτρεχε πρώτα να την καλύψει και μετά με πετούσε έξω από την πόρτα, σχεδόν με κλωτσιές. Τι πάθος ήταν αυτό που με έκανε να επιστρέφω συνεχώς κοντά της και τι λάθος συγχρόνως?»

Δεν έλεγε ψέματα. Η Νικολέτα δεν τον έβαλε ποτέ σε κανένα πόλεμο. Μόνος του είχε μπει, μόνος του πολεμούσε με τον εαυτό του να τη βγάλει από το μυαλό του, αλλά εκείνη παρέμενε σταθερά εκεί. Κόντευε να χάσει το μυαλό του. Μα να την πατήσει αυτός έτσι? Μετά το διαζύγιο δεν είχε αφεθεί. Το θεωρούσε άσχημο να αφήνεται κι όποτε ένιωθε την ανάγκη να αφεθεί καθόταν στη γραφομηχανή του και άφηνε ελεύθερη τη φαντασία του. Τι κρυφός πόθος τον κυρίεψε αυτή τη φορά? Ξεκίνησε πάλι να γράφει και το τακ-τακ έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα του, τρύπησε τη μικρή μεμβράνη του τυμπάνου κι εισχώρησε βαθύτερα.

«Όσες φορές κι αν προσπάθησα να την ξεχάσω, εκείνη μου θύμιζε –με τον τρόπο της- το λόγο που δεν ήθελα να την ξεχάσω. Κι εγώ ανίκανος να της αντισταθώ την άφηνα να κόβει βόλτες μέσα στο μυαλό μου. Πώς να την ξεριζώσω? Το συνήθισα κι αφέθηκα στη μαγεία της. Δε βρήκα Δούρειους Ίππους να κρύψω τους στρατιώτες μου και να καταστρέψουν την Τροία. Κι ο δικός μου Αχιλλέας δε βγήκε ποτέ από τη σκηνή του, όσες φορές κι αν σκότωσε εκείνη τον Πάτροκλο. Η δική μου Ωραία Ελένη είναι καλά διαβασμένη. Μελέτησε την Ιλιάδα και πλέον είμαι ανίκανος να κυριέψω την πόλη της.»

Το τακ-τακ έμπαινε βαθύτερα στο μυαλό του. Σιγά σιγά κατέστρεφε τη φαιά ουσία του. Την ένιωθε να χύνεται μέσα στον εγκέφαλό του κι ήταν περισσότερο ανήμπορος από ποτέ. Αρχικά νόμισε ότι ήταν χτύπος της Νικολέτας, η οποία είχε καθίσει στο σαλόνι του μυαλού του και χτυπούσε ανυπόμονα τα δάχτυλά της στο ξύλο περιμένοντάς τον να τελειώσει. Γρήγορα κατάλαβε όμως ότι ο ήχος αυτός, έμοιαζε περισσότερο με τον ήχο ενός σφυριού όταν χτυπάει το καρφί κι ο πόνος που ένιωθε στο μυαλό του ήταν όμοιος. Σταμάτησε για λίγο. Κοίταξε τις λίγες λέξεις που κοσμούσαν το χαρτί και μόνο τότε παρατήρησε ότι το κεφαλαίο ωμέγα στεκόταν λίγο πιο χαμηλά από τα άλλα γράμματα. Σα να ήθελε να πέσει κάτω, σα να ήθελε να γίνει όμικρον, είχε φύγει από τον κόσμο των κεφαλαίων κι είχε κατσικωθεί στον κόσμο των μικρών. Οι δυο οριζόντιες γραμμούλες που το στήριζαν –η μία δεξιά κι η άλλη αριστερά- στέκονταν δίπλα στην κάθετή γραμμούλα του μικρού ρο. Το κοίταζε για ώρα κι άρχισε να το χτυπάει συνεχώς.

Γέμισε τη σελίδα με κεφαλαία ωμέγα, έπειτα κι άλλη κι άλλη κι άλλη. Τέσσερεις, πέντε, δέκα σελίδες μόνο κεφαλαία ωμέγα. Συνέχισε, το χτυπούσε πιο γρήγορα, πιο γρήγορα. Δεν υπήρχε ρυθμός. Το δωμάτιο αντηχούσε από το τακ της μηχανής, το χαρτί πληγωνόταν από το ωμέγα κι εκείνο το αναθεματισμένο γράμμα δεν έλεγε να ανέβει πιο ψηλά, δεν ήθελε με τίποτα να πάρει τη θέση του. Τακ-τακ-τακ-τακ. Μόνο το ωμέγα. Κάθισε πίσω, κουρασμένος. Κοίταξε το δάχτυλό του. Ούτε μία πληγή. Σηκώθηκε κι άναψε ένα τσιγάρο, πλησίασε στον καθρέπτη, κοιτάχτηκε για δευτερόλεπτα κι έπειτα έφυγε, πήγε πάνω από τη γραφομηχανή, ξανακοίταξε το ωμέγα. Κάθισε και αφού έκανε μια τζούρα ακόμα από το τσιγάρο του, το έσβησε πάνω στο ωμέγα. Το χαρτί κάηκε ελάχιστα κι έπειτα έσβησε κι εκείνο. Κοίταξε τα ωμέγα του. Πήρε την πρώτη σελίδα στο χέρι του και ξαναδιάβασε όσα είχε γράψει. Τότε μόνο κατάλαβε. Δεν υπήρχε πια Ωραία Ελένη ούτε Νικολέτα. Το τακ-τακ της μηχανής είχε σκοτώσει ό,τι ένιωθε για εκείνη. Όσο κι αν έψαξε μέσα του να τη βρει, δεν υπήρχε πια. Είχε εξαφανιστεί. Το καρφί είχε βρει το δωματιάκι όπου εκείνη κρυβόταν κι η φαιά του ουσία είχε ξεχυθεί εκεί μέσα και την είχε πνίξει. Ανακουφισμένος πέταξε όλες τις σελίδες στα σκουπίδια και έβαλε μια καινούρια στη μηχανή. Έγραψε κατευθείαν τον τίτλο στα αγγλικά:

«KILL EVERYTHING YOU LOVE»