Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

Η στιγμή που περνά και χάνεται...


Μια ματιά στο παρελθόν. Ένα μικρό πισωγύρισμα. Για δυο στιγμές, για λίγο, για να αναθαρρέψει η ψυχή, να ξυπνήσει για λίγο εκείνο το μικρό κομμάτι που ζητάει να αναστηθεί, μα μάταια το σβήνω. Μια ματιά στα παρελθόν, ένα πισωγύρισμα. Να ανανεωθούν οι σκέψεις, να επιστρέψει ο εαυτός μου, να μου επιτρέψει να ζήσω, να ανασάνω, να σκέφτομαι, να υπάρχω, να θέλω, να αφουγκράζομαι, να πιστεύω στους ανθρώπους. Μια ματιά στο παρελθόν για όλα εκείνα που πρόδωσα. Ανθρώπους, όνειρα, φιλοδοξίες, ενδόμυχες σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα. Από κάπου ξεκίνησα, είχα ένα στόχο. Και που κατέληξα? Τι είναι τούτος ο δρόμος? Ένα τίποτα, μια άδεια γραμμή, μια μικρή ανάμνηση του τι μπορούσα να κάνω. Το τι έκανα δεν παίζει ρόλο. Κάποια πράγματα τελείωσαν χωρίς τη θέλησή μου, κάποια άλλα ξεκίνησαν χωρίς να το καταλάβω. Η στιγμή οφείλει να είναι δίκαιη, να είναι άμεση, να είναι αληθινή. Όχι οποιαδήποτε στιγμή, αλλά μόνον η στιγμή που περνά και χάνεται. Σαν τα συναισθήματα, σαν τις λέξεις που ξεστομίζουμε.

Κοιτάζω πάλι πίσω. Όχι για να ξαναζήσω όλα εκείνα που έδιωξα ούτε για να καταφέρω να διορθώσω το παρελθόν. Μα για να μην ξανακάνω τα ίδια λάθη, να μην ξαναζήσω όσα δεν ήθελα να ζήσω. Πρέπει να μαθαίνουμε από τα λάθη μας. Πάντα έρχεται η στιγμή που μαθαίνουμε. Κι αν δεν είμαστε έτοιμοι εμείς να το λύσουμε, το λύνει η ζωή. Μερικές φορές με τον χειρότερο τρόπο. Όλα επιλογές είναι. Επιλέγουμε τους ανθρώπους που θέλουμε να έχουμε δίπλα μας. Επιλέγουμε το ποιοι θέλουμε να είμαστε. Επιλέγουμε το τι κάνουμε. Η μοίρα έχει τον μικρότερο ρόλο, κομπάρσος είναι. Πρωταγωνιστές είμαστε μόνον εμείς, κανείς άλλος. Αυτές είναι οι επιλογές μας. Δυστυχώς ή ευτυχώς. Δεν παίζει ρόλο αν το ποτήρι είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο. Το μόνο πράγμα που παίζει ρόλο, είναι το πόσο διατεθειμένοι είμαστε να πάμε παρακάτω, να μάθουμε νέα τραγούδια, να αποδεχτούμε έναν πιο διαφορετικό κόσμο κι ας μην μας κάνει, ας μην μας ταιριάζει. Είναι κι αυτός μέρος του κόσμου που ζούμε.

Σε πολλούς δεν αρέσει, πολλοί θέλουμε να τον αλλάξουμε. Μα τελικά γινόμαστε παιδιά του, κομμάτια του. Ακόμα κι όσοι αντιδρούμε, ακόμα κι εμείς είμαστε μέρος του. Χωρίς εμάς δεν λειτουργεί το γενικότερο σύνολο. Χωρίς εμάς δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί. Το κατεστημένο (όποιο κατεστημένο κι αν είναι αυτό, πολιτικό, κοινωνικό, πολιτισμικό, ερωτικό, εργασιακό) έχει ανάγκη τη μειοψηφία, μέσα από αυτή βρίσκει λόγω ύπαρξης. Είμαστε η εξαίρεση που απλώς επιβεβαιώνει τον οποιοδήποτε κανόνα. Χωρίς τη δική μας οντότητα χάνει το είναι του. Βουλιάζει ως ανύπαρκτο, τείνει στο μηδέν, στην καταστροφή. Όταν θα πάψουμε να αντιδρούμε σε οποιοδήποτε τομέα, θα σβήσει, θα εξαφανιστεί, θα γίνει κάτι διαφορετικό. Ακόμα κι οι σχέσεις έτσι λειτουργούν. Όταν σταματάς να απαιτείς χάνονται, μετατρέπονται σε λήθη. Και παλεύεις με τις αναμνήσεις (καλή ώρα) να βγάλεις άκρη, να βρεις ένα γιατί, ένα πως, ένα που και πάει λέγοντας. Κι η μόνη απάντηση είναι μέσα σου, την ακούς, τη νιώθεις, μα δεν τη δέχεσαι, τουλάχιστον στην αρχή. Κάποια στιγμή όμως, έρχονται έτσι τα πράγματα που δέχεσαι την απάντηση ως από μηχανή θεό: Έπαψα να προσπαθώ, βαρέθηκα να προσπαθώ κι έτσι έσβησε.

Μόνο τότε είσαι έτοιμος να προχωρήσεις, να δεχτείς την αλλαγή. Να πεις μέσα σου «ως εδώ» και να πας παρακάτω. Μόνο τότε κοιτάς με αξιοπρέπεια τον εαυτό σου. μόνο τότε έχεις τη σιγουριά του καινούριου, του νέου, μόνο τότε είσαι αισιόδοξος. Γιατί ξέρεις ότι εδώ είναι ο πάτος, δε σε νοιάζει τίποτε άλλο, μόνο η άνοδος πλέον. Κι αυτό το κατέχεις. Από κάπου ανέβηκες, έφτασες ψηλά κι αυτή η κορυφή σε έριξε πάλι εδώ. Άνοδος και πτώση, καλό και κακό, αλήθεια και ψέμα, κόλαση και παράδεισος, φούστα – μπλούζα, τα σετάκια του σύμπαντος. Χωρίς το ένα δεν υπάρχει το άλλο. Η απόλυτη ισορροπία. Χωρίς αυτή δεν υπάρχει επιβίωση. Την δέχεσαι και προχωράς, αλλιώς κάθεσαι στον καθρέφτη σου και περιμένεις το φτύσιμο. Τα πάντα στη ζωή είναι να αποδέχεσαι το λάθος σου και να μην το παίζεις Ρος στα «Φιλαράκια», που μέχρι και το τελευταίο επεισόδιο διαλαλούσε «we were on a break». Έτσι είναι είτε προχωράς είτε μένεις στάσιμος. Διαλέγεις το μέλλον ή το παρελθόν. Ζεις στο χθες ή λες με πείσμα «θα επιλέξω το αύριο». Κι αν ξανακάνεις λάθος, τότε δέξου το: Η αποτυχία είναι το στυλ σου.

Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

Γέλα πουλί μου...


Ξεδιπλώσαμε τις σκέψεις μας, ρημαδιάσαμε τα όνειρά μας. Αφήσαμε τους εαυτούς μας να βολοδέρνονται δεξιά κι αριστερά. Είμαστε αυτό που μισούσαμε, γίναμε ό,τι φοβόμασταν. Μόνο μερικές σκοτεινές νύχτες μαρτυρούν το αθώο παρελθόν μας, τα άγρια όνειρά μας, τις όμορφες σκέψεις μας. Βουτήξαμε μια για πάντα σε λέξεις και σκέψεις που ποτέ δε νομίζαμε ότι θα ξεστομίσουμε, ότι θα τις σκεφτούμε. Γίναμε ο χειρότερός μας εχθρός και τώρα πια δεν μπορούμε να το παραδεχτούμε σε κανέναν άλλο παρά μόνο στον εαυτό μας. Αλλά κι εκείνος μας διώχνει, γιατί το χειρότερο δεν είναι ότι προδώσαμε εκείνους που αγαπήσαμε, εκείνους που έκλαψαν για εμάς, αλλά ότι προδώσαμε τον βαθύτερο εαυτό μας, εκείνον που κάποτε μας έκανε να αισθανόμαστε ήρεμοι, δυνατοί, αληθινοί.

Τώρα γίναμε ένας ακόμη από τον απίστευτα μεγάλο σωρό. Δεν ξεχωρίζουμε πλέον από τους τόσους άλλους που μιμούμαστε. Παπαγαλίζουμε σκάψεις άλλων, βάζουμε στο στόμα μας λέξεις άλλων. Και τώρα? Τώρα ποιος μας αγκαλιάζει? Ποιος μας καθηλώνει με το βλέμμα του? Ποιος μας αναζητεί? Κανείς. Ούτε καν εμείς οι ίδιοι. Κι αν κοιτάξουμε πίσω θα βρούμε κλαμένα πρόσωπα, δάκρυα σε μαξιλάρια. Σκέψεις σε χαρτί. Και κάποια σκόρπια ποιήματα που μαρτυρούν ότι κάποτε δίναμε αγάπη, δύναμη, φαντασία. Περιπλανιόμαστε τώρα σε όποιο κορμί δεχτεί να ξαπλώσει δίπλα μας. Μειοδοτικός διαγωνισμός κατάντησε η συντροφικότητα. Όποιος δώσει τα λιγότερα, όποιος δεχτεί το τίποτα.

Και τα όνειρα? Τα συναισθήματα? Οι αγκαλιές? Οι λέξεις που αρνούνται πεισματικά να ειπωθούν? Ποιος θα τις δεχτεί στο μέλλον? Ποιος θα αγκαλιάσει ετούτο το σώμα που ξεσπά κάθε τόσο? Η αλήθεια είναι ότι αρνούμαστε να δεχτούμε κάτι καινούριο. Όχι γιατί καραδοκεί ο φόβος του παλιού, αλλά γιατί καμιά φορά καραδοκεί ο φόβος του τέλους. Αρνούμαστε να δεχτούμε ότι κάποια πράγματα τελειώνουν κι αρχίζει κάτι νέο. Αυτή όμως είναι η φυσική ροή των πραγμάτων. Από κάπου ξεκινάνε όλα και κάπου καταλήγουν. Δεν είναι λογικό να παραμένουμε στάσιμοι. Η στασιμότητα είναι αργός θάνατος, αργός και βασανιστικός. Οι αλλαγές στη ζωή μας οφείλουν να είναι σημαντικές, αναπόφευκτες, αληθινές και χαρούμενες. Το νέο οφείλει να μας χαροποιεί, το παλιό οφείλει να μας εξελίσσει και να το εξελίσσουμε. Αν αρνηθούμε κάτι από όλα αυτά χάνουμε την ηρεμία μας, την αντικαθιστούμε με οργή. Χάνουμε την ψυχραιμία και την αντικαθιστούμε με άγχος. Το άγχος μας οδηγεί σε επικίνδυνες σκέψεις, σε δισταγμούς και τέλος στην απώλεια.

Ανεβαίνουμε τα σκαλοπάτια σιγά σιγά, οδηγούμαστε με ελαφρά βήματα στα όνειρά μας. Και η ανυπομονησία γίνεται εχθρός μας. Προσμένουμε με χαρά το καλύτερο, οδηγούμαστε στον παρορμητισμό και γινόμαστε άπληστοι. Ή τώρα ή ποτέ. Και το τώρα χάνεται καθώς το ποτέ μας εκδικείται. Κι όλα εκείνα, που ανυπομονούσαμε να χαρούμε χάθηκαν σε μια δόση υπερβολής και εγωισμού. Δεν είμαστε αυτό που ονειρευόμασταν. Γίναμε κάποιοι άλλοι. Τα όνειρα εξαφανίστηκαν. Κι όλες εκείνες οι ευκαιρίες έγιναν ένα μικρό παραμύθι για παιδιά, μία μικρή ανάμνηση, που παλεύει να ξαναγίνει όνειρο, αλλά εμείς την πνίγουμε. Τα όνειρα όμως έχουν τρόπους να διεισδύουν στο μυαλό μας, μετατρέπονται σε απωθημένα και μας καταδιώκουν. Αντιδρούμε στον εαυτό μας, γιατί πιο πριν αρνηθήκαμε να αντιδρούσαμε στον εγωισμό. Και βουλιάξαμε.

Υπάρχει όμως ένα μικρό παραθυράκι που λέγεται «ένστικτο αυτοσυντήρησης» και αυτό το παραθυράκι είναι η Κερκόπορτα για τα όνειρα. Λίγοι το βλέπουν, λίγοι τη διαβαίνουν, λίγοι τη διανύουν και τελικά, αυτοί οι λίγοι ξεχωρίζουν. Γιατί όσο κι αν αρνήθηκαν τον εαυτό τους, εκείνος ενδόμυχα δεν αρνήθηκε στιγμή τα όνειρά του. απλώς τα έβαλε στην άκρη, προσωρινά. Αυτοί οι άνθρωποι, εξελίχθηκαν, έγιναν κάτι νέο και τώρα πια δεν αρνούνται τίποτα, ξέρουν το όχι, ξέρουν το ναι, ξέρουν το που και το πότε και προχωρούν. Η επιλογή που έχουμε εμείς είναι μία: θα τους κοιτάζουμε ή θα σταθούμε δίπλα τους?