Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Kill everything you love...

Μπήκε μέσα στο σπίτι και κάθισε κατευθείαν στη γραφομηχανή του. Εραστής του ρετρό αρνούταν πεισματικά να αποκτήσει ηλεκτρονικό υπολογιστή και υπερμοντέρνο αυτοκίνητο. Το 2CV του τον είχε βγάλει πολλές φορές ασπροπρόσωπο και δεν ήταν και του στυλ του οι φανταχτερές αλλαγές. Προτιμούσε να κάνει τη ζωή του εύκολη ως προς τα αντικείμενα χρήσης, αφού σε όλα τα άλλα ήταν τόσο δύσκολη. Ορφάνεψε από μικρός, έκανε έναν αποτυχημένο γάμο κι όσες φορές αποφάσισε να δουλέψει ως υπάλληλος απολύθηκε σχεδόν στον πρώτο μήνα. Όλα έδειχναν ότι η ζωή του είχε καταστραφεί. Μέχρι που κάποια στιγμή αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο και κατάφερε να το δει να πουλιέται στα βιβλιοπωλεία. Τώρα πια ζούσε από αυτό, ήταν ένας ευυπόληπτος συγγραφέας. Κάθε που έβγαζε ένα βιβλίο εκείνο έκανε πάταγο κι ο κόσμος περίμενε το επόμενό του. Καιρό τώρα όμως είχε βαλτώσει και έπνιγε τις μικρές χαριτωμένες ιδέες στα ουίσκια και τις μπύρες. Σήμερα όμως έκατσε στη γραφομηχανή κι άρχισε να γράφει χωρίς σταματημό, κάτι σαν αυτόματη γραφή. Μόνο, που για πρώτη φορά, ένιωθε το τακ-τακ της μηχανής να του τρυπάει τα αυτιά. Δεν πτοήθηκε, προς το παρόν, απλά συνέχισε να γράφει:

«Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ
Δε γνώρισα πολλές Ελένες στη ζωή μου, δυο-τρεις μόνο, αλλά ήταν πανέμορφες. Τόσο υπέροχες που πλέον έχω τη βαθιά πεποίθηση ότι μια Ελένη δε γίνεται να μην είναι Ωραία. Καμία Ελένη δε μπορεί να μοιάζει σε κάποια Μαρία. Οι Μαρίες είναι γεννημένες να φέρνουν Χριστούς στον κόσμο. Φυσικά δε μπορούν να μοιάζουν και σε καμία Περσεφόνη. Οι Περσεφόνες είναι σχεδόν καταραμένες να κάνουν ένα αέναο πάνω-κάτω, να πεθαίνουν και να ανασταίνονται κάθε έξι μήνες. Ούτε λόγος για Δήμητρες βέβαια, είναι διαφορετικές. Οι Δήμητρες ξέρουν να αποχαιρετούν τα παιδιά τους, όταν αυτά θέλουν να φύγουν και να τα αναζητούν όταν τα χάνουν. Οι Ελένες όμως, πάντα θα βρίσκονται ανάμεσα σε έναν Πάρη και σε έναν Μενέλαο. Πάντα με το νικητή. Οι Ελένες είναι Ωραίες και το ξέρουν.»

Άλλαξε παράγραφο και το κοίταξε λίγο. Στο νου του δεν υπήρχε καμία Ελένη, καμία Μαρία, καμία Δήμητρα και φυσικά καμία Περσεφόνη. Μια Νικολέτα μόνο είχε στρογγυλοκαθίσει κι εκείνος δεν ήξερε πώς να τη βγάλει. Την έκρυψε λοιπόν πίσω από Ελένες, Μαρίες, Περσεφόνες και Δήμητρες. Δεν είχε άλλη επιλογή άλλωστε. Έπρεπε να την κρύψει, αν αποκάλυπτε το όνομά της ήταν χαμένος. Ο πόθος του έπρεπε να παραμείνει κρυφός. Άλλωστε, ήταν μόνο δικός του πόθος. Εκείνη ίσως να το είχε καταλάβει, αλλά δεν έδειξε ποτέ να τον θέλει, τουλάχιστον όχι όσο την ήθελε κι εκείνος. Κοίταξε λίγο τα σχεδόν γοτθικά γράμματα πάνω στο χαρτί και συνέχισε, όπως και το τακ-τακ που του τρυπούσε τα αυτιά.

«Η δική μου Ελένη δε με έβαλε σε κανένα πόλεμο. Ωραία καθώς είναι, αποφάσισε να διατηρήσει τις αποστάσεις της, κλείνοντας τις πόρτες που εγώ άνοιγα. Κάθε που έβρισκα μια χαραμάδα να τρυπώσω, εκείνη έτρεχε πρώτα να την καλύψει και μετά με πετούσε έξω από την πόρτα, σχεδόν με κλωτσιές. Τι πάθος ήταν αυτό που με έκανε να επιστρέφω συνεχώς κοντά της και τι λάθος συγχρόνως?»

Δεν έλεγε ψέματα. Η Νικολέτα δεν τον έβαλε ποτέ σε κανένα πόλεμο. Μόνος του είχε μπει, μόνος του πολεμούσε με τον εαυτό του να τη βγάλει από το μυαλό του, αλλά εκείνη παρέμενε σταθερά εκεί. Κόντευε να χάσει το μυαλό του. Μα να την πατήσει αυτός έτσι? Μετά το διαζύγιο δεν είχε αφεθεί. Το θεωρούσε άσχημο να αφήνεται κι όποτε ένιωθε την ανάγκη να αφεθεί καθόταν στη γραφομηχανή του και άφηνε ελεύθερη τη φαντασία του. Τι κρυφός πόθος τον κυρίεψε αυτή τη φορά? Ξεκίνησε πάλι να γράφει και το τακ-τακ έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα του, τρύπησε τη μικρή μεμβράνη του τυμπάνου κι εισχώρησε βαθύτερα.

«Όσες φορές κι αν προσπάθησα να την ξεχάσω, εκείνη μου θύμιζε –με τον τρόπο της- το λόγο που δεν ήθελα να την ξεχάσω. Κι εγώ ανίκανος να της αντισταθώ την άφηνα να κόβει βόλτες μέσα στο μυαλό μου. Πώς να την ξεριζώσω? Το συνήθισα κι αφέθηκα στη μαγεία της. Δε βρήκα Δούρειους Ίππους να κρύψω τους στρατιώτες μου και να καταστρέψουν την Τροία. Κι ο δικός μου Αχιλλέας δε βγήκε ποτέ από τη σκηνή του, όσες φορές κι αν σκότωσε εκείνη τον Πάτροκλο. Η δική μου Ωραία Ελένη είναι καλά διαβασμένη. Μελέτησε την Ιλιάδα και πλέον είμαι ανίκανος να κυριέψω την πόλη της.»

Το τακ-τακ έμπαινε βαθύτερα στο μυαλό του. Σιγά σιγά κατέστρεφε τη φαιά ουσία του. Την ένιωθε να χύνεται μέσα στον εγκέφαλό του κι ήταν περισσότερο ανήμπορος από ποτέ. Αρχικά νόμισε ότι ήταν χτύπος της Νικολέτας, η οποία είχε καθίσει στο σαλόνι του μυαλού του και χτυπούσε ανυπόμονα τα δάχτυλά της στο ξύλο περιμένοντάς τον να τελειώσει. Γρήγορα κατάλαβε όμως ότι ο ήχος αυτός, έμοιαζε περισσότερο με τον ήχο ενός σφυριού όταν χτυπάει το καρφί κι ο πόνος που ένιωθε στο μυαλό του ήταν όμοιος. Σταμάτησε για λίγο. Κοίταξε τις λίγες λέξεις που κοσμούσαν το χαρτί και μόνο τότε παρατήρησε ότι το κεφαλαίο ωμέγα στεκόταν λίγο πιο χαμηλά από τα άλλα γράμματα. Σα να ήθελε να πέσει κάτω, σα να ήθελε να γίνει όμικρον, είχε φύγει από τον κόσμο των κεφαλαίων κι είχε κατσικωθεί στον κόσμο των μικρών. Οι δυο οριζόντιες γραμμούλες που το στήριζαν –η μία δεξιά κι η άλλη αριστερά- στέκονταν δίπλα στην κάθετή γραμμούλα του μικρού ρο. Το κοίταζε για ώρα κι άρχισε να το χτυπάει συνεχώς.

Γέμισε τη σελίδα με κεφαλαία ωμέγα, έπειτα κι άλλη κι άλλη κι άλλη. Τέσσερεις, πέντε, δέκα σελίδες μόνο κεφαλαία ωμέγα. Συνέχισε, το χτυπούσε πιο γρήγορα, πιο γρήγορα. Δεν υπήρχε ρυθμός. Το δωμάτιο αντηχούσε από το τακ της μηχανής, το χαρτί πληγωνόταν από το ωμέγα κι εκείνο το αναθεματισμένο γράμμα δεν έλεγε να ανέβει πιο ψηλά, δεν ήθελε με τίποτα να πάρει τη θέση του. Τακ-τακ-τακ-τακ. Μόνο το ωμέγα. Κάθισε πίσω, κουρασμένος. Κοίταξε το δάχτυλό του. Ούτε μία πληγή. Σηκώθηκε κι άναψε ένα τσιγάρο, πλησίασε στον καθρέπτη, κοιτάχτηκε για δευτερόλεπτα κι έπειτα έφυγε, πήγε πάνω από τη γραφομηχανή, ξανακοίταξε το ωμέγα. Κάθισε και αφού έκανε μια τζούρα ακόμα από το τσιγάρο του, το έσβησε πάνω στο ωμέγα. Το χαρτί κάηκε ελάχιστα κι έπειτα έσβησε κι εκείνο. Κοίταξε τα ωμέγα του. Πήρε την πρώτη σελίδα στο χέρι του και ξαναδιάβασε όσα είχε γράψει. Τότε μόνο κατάλαβε. Δεν υπήρχε πια Ωραία Ελένη ούτε Νικολέτα. Το τακ-τακ της μηχανής είχε σκοτώσει ό,τι ένιωθε για εκείνη. Όσο κι αν έψαξε μέσα του να τη βρει, δεν υπήρχε πια. Είχε εξαφανιστεί. Το καρφί είχε βρει το δωματιάκι όπου εκείνη κρυβόταν κι η φαιά του ουσία είχε ξεχυθεί εκεί μέσα και την είχε πνίξει. Ανακουφισμένος πέταξε όλες τις σελίδες στα σκουπίδια και έβαλε μια καινούρια στη μηχανή. Έγραψε κατευθείαν τον τίτλο στα αγγλικά:

«KILL EVERYTHING YOU LOVE»