Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Που να ‘σαι τώρα, που γυρνάς?


Να ‘μαι πάλι εδώ. Γνώριμος χώρος για μένα, να μιλάω για το τέλος. Αυτό το τέλος που τόσο απεχθάνομαι να βιώνω. Να νιώθω τους ανθρώπους να χάνονται. Easy comes, easy goes, λένε οι άγγλοι. Δεν έχουν κι άδικο. Μερικές καταστάσεις δεν πρέπει να τις πιέζεις. Τις αφήνεις να τελειώσουν και προχωράς. Κρατάς εκείνα που θες να θυμάσαι και συνεχίζεις. Δεν κοιτάς πίσω, όχι τόσο γιατί πονάει, αλλά γιατί η ανάμνηση μπορεί να σε μπερδέψει. Κοιτάζεις μπροστά, προσπαθείς να σιγουρέψεις το κάθε σου βήμα. Προχωράς μόνος και συνεχίζεις. Δε θα είσαι πάντα μόνος. Θα υπάρξουν νύχτες που στο μυαλό θα στροβιλίζονται οι αναμνήσεις, θα προσπαθείς να τις αποβάλλεις, να τις διώξεις, αλλά εκείνες θα μένουν εκεί βασανιστικά σκληρές. Ώσπου να ξημερώσει η επόμενη μέρα κι έπειτα η μεθεπόμενη. Θα αφήνεις το μυαλό να βασανίζεται, μέχρι που ένα βράδυ, το ίδιο βασανιστικό με τα προηγούμενα, θα σηκώσεις το κεφάλι σου και θα πεις «ως εδώ». Και θα το εννοείς. Ένα «ως εδώ» τόσο δυνατό που θα το ακούσουν όλοι κι ας το λες εσύ από μέσα σου, για να το ακούσεις εσύ μόνο.

Πάλι φτάσαμε στο τέλος. Πόσο το σιχαίνομαι αυτό το τέλος, πόσο το απεχθάνομαι. Πάντα αυτό ήταν το πρόβλημα με εμάς. Πριν προλάβει κάτι να αρχίσει εμείς το σταματούσαμε. Αρχικά φοβόμασταν μη χάσουμε ο ένας τον άλλο. Και τελικά τι πετύχαμε? Χαθήκαμε. Χαθήκαμε έτσι απλά, χωρίς πια οι λέξεις να εννοούν τίποτα, χωρίς κρυφά νοήματα, χωρίς την έλλειψη. Μόνο εκλείψεις τώρα πια. Πρέπει κι οι δυο να προχωρήσουμε. Ή μάλλον, πρέπει εγώ να προχωρήσω, γιατί εσύ τα έκανες τα βήματά σου, πας μπροστά τώρα πια. Δε θα σε συναντήσω στο μέλλον, το ξέρω. Οι δρόμοι μας δεν έπρεπε να πάνε πιο μακριά από όσο εμείς νομίζαμε. Από όσο εγώ νόμιζα. Μέχρι εδώ. Πάντα, κάθε χρόνο από τη μέρα που σε γνώρισα, όταν τελειώνει ο Γενάρης, εμείς πρέπει να διαλέξουμε. Και διαλέγουμε και πάλι την φυγή. Ο ένας να πάει πιο μακριά από τον άλλο. Δεν αντέχουμε να είμαστε δίπλα. Μόνο που εγώ, δεν αντέχω να είμαι μακριά σου. Πρώτη φορά έχω δεθεί τόσο πολύ και πρέπει να το υπομένω.

Λέξεις. Τις κοιτάζω μία μία. Αυτό ήταν το πρόβλημα μου. Έχω εμπιστοσύνη μόνο στις λέξεις. Σε τίποτε άλλο πέρα από αυτές. Μόνο στα λόγια και στις λέξεις. πρέπει πάλι να επικοινωνώ από εδώ μαζί σου. Και δεν το θέλω, δεν είναι αυτό που ζητάω. Ζητάω κάτι διαφορετικό, πιο απλό, πιο αληθινό. Και δεν το έχω. Λάθος μου? Λάθος σου? Δεν ξέρω. Δε με νοιάζει άλλωστε. Αυτό που με νοιάζει είναι να ξεκολλήσω από τούτη τη δίνη που θέλει να με παρασύρει πάλι στα σκοτάδια. Να πάω λίγο παρακάτω. Έστω ένα τετράγωνο. Δε θέλω να φεύγουν οι άνθρωποι που αγαπάω. Και επειδή αυτό το φοβάμαι τόσο, πάντα εκείνοι φεύγουν. Πάντα τους διώχνω. Και μένω πίσω με τις αναμνήσεις και με μερικά ερωτηματικά. Άραγε με σκέφτεσαι? Σου λείπω όπως μου λείπεις? Υπάρχουν στιγμές που θες να με πάρεις απεγνωσμένα τηλέφωνο γιατί νιώθεις τα συναισθήματά σου να σε κατακλύζουν? Που να ‘σαι τώρα, που γυρνάς? Ποιος σε αγκαλιάζει? Σε αγαπάει?

Υπάρχουν αντικείμενα συνηφασμένα με στιγμές: Πόρτες που κλείνουν, μία κασέτα που άκουγες συχνά, ακόμα κι ένα αυτοκόλλητο. Πάντα κάτι θα σου θυμίζει λάθη, ανασφάλειες, λόγια και πράξεις. Και τότε αρχίζουν τα αν: Τι θα γινόταν αν φερόσουν αλλιώς, αν είχες πει κάτι άλλο, αν δεν μίλαγες, αν μίλαγες. Ποτέ όμως δεν αναρωτιέσαι για το τι θα γινόσουν αν δεν την γνώριζες. Αν δεν πήγαινες σε κείνο το μέρος, αν δεν χαμογελούσες, αν δεν την κοίταζες. Όχι, εκεί δεν υπάρχουν αν, εκεί δεν υπάρχει κανένα αν. Εκεί είναι πιο στέρεα τα πράγματα, την γνώρισες, της μίλησες, την φίλησες, την έκανες να αισθάνεται σίγουρη. Ούτε θα πεις ποτέ, γιατί: Γιατί να την φιλήσω? Γιατί να πάω? Γιατί να ξαναπάω? Γιατί, γιατί, γιατί? Δεν θα δώσεις φταίξιμο σε κανέναν: Αυτή έφυγε για να κάνει το σωστό, εσύ την οδήγησες να φύγει. Και? Μετά? Τι είναι αυτά τα τηλέφωνα? Τα μηνύματα? Στην αρχή είναι η συνήθεια: Σε ποιον θα λέω καλημέρα? Μετά έρχεται η αμφιβολία: Μ' αγάπησε? Κι αργότερα, πολύ αργότερα, όταν πια όλα τα συνήθισες, έρχεται αυτό το ενδιαφέρον: Που να 'σαι τώρα? Που γυρνάς? Κι αν εκείνη σου πει να γυρίσει, εσύ τι θα κάνεις? Θα ανοίξεις τις αγκάλες σου? Ή θα κάνεις ένα βήμα πιο πίσω? Θα κλείσεις κι άλλο την πόρτα. Ναι, μόνο που εκείνη έχει τρόπους να τρυπώσει. Κι εσύ θα την αφήνεις να αλονίζει, δεν θα κλείσεις τις χαραμάδες ούτε θα της πεις να φύγει. Θα την αφήσεις εκεί, να γυρνάει, γιατί κι εκείνη σ' αφήνει να γυρνάς. Και κάθε που θα μπαίνει, θα της κάνεις τις ίδιες ερωτήσεις: Που να 'σαι τώρα? Που γυρνάς?

(Ανασφάλειές μου, όσο σας ταΐζω, τόσο θα με τρώτε...)

Σάββατο, 24 Ιανουαρίου 2009

Βασίσου πάνω σου...


Όταν θες να αλλάξεις, δε βγαίνεις έξω να το πεις σε όλο τον κόσμο. Δεν αρχίζεις τις βαρύγδουπες δηλώσεις τύπου «παιδιά αλλάζω, ελάτε να με πάρετε μάτι», γιατί εκεί, ακόμα και ο Μπραντ Πιτ να ήσουν, χεσμένο θα σε είχαν όλοι. Κάνεις τα πράγματα σιγά σιγά. Μερικές μικρές αλλαγές τις οποίες δεν τις λες, δεν τις δείχνεις, απλώς τις κάνεις, γιατί σου αρέσει ο εαυτός σου έτσι. Γουστάρεις ρε παιδί μου να αλλάζεις. Κι όχι για να κερδίσεις κάποιον, αλλά για τον εαυτό σου. Για να είσαι και να νιώθεις εσύ ο ίδιος καλά. Και πραγματικά νιώθεις καλά μόλις αλλάξεις. Αλλά όχι μόνο τότε, ακόμα και την ώρα της διαδικασίας της αλλαγής, νιώθεις σουπερ ρε παιδί μου, πετάς στα σύννεφα, πως το λένε. Από την άλλη βέβαια, είναι λογικό να θες να βγεις να το πεις σε όλους, αλλά ως εκεί. Ούτε παραπέρα ούτε τίποτα. Μένεις στη θέληση κι αφήνεις εκείνους που θέλουν να το δουν να το δουν και να το αναγνωρίσουν. Για τους υπόλοιπους, λυπάμαι, αλλά ζαμαν φου.

Και πραγματικά έτσι είναι. Δεν διατυμπανίζεις σε όλους για αυτή την τεράστια αλλαγή στη ζωή σου. Την αφήνεις να έρθει. Τη βιώνεις όσο πιο βαθιά μέσα σου μπορείς. Δεν την εξαναγκάζεις να συμβεί. Απλά συμβαίνει. Πως συμβαίνει να χυθεί ο καφές? Πως συμβαίνει να σκάσει ένα μπαλόνι? Είναι ένα απλό συμβάν. Που ναι μεν το ήθελες κι ίσως κατά βάθος να το επιδίωξες, αλλά έγινε ακριβώς τη στιγμή που δεν το περίμενες. Εκεί που καθόσουν ήσυχα κι ωραία στα αυγουλάκια σου, εκεί ήρθε να σε πάρει και να σε σηκώσει. Και μην αρχίσεις να κλαις για τα αυγά τώρα και για το ποιος θα τα κλωσάει. Σιγά τον πολυέλαιο. Όλο και κάποια κότα θα περάσει από εκεί και θα καλύψει το κενό. Μην ανησυχείς, κότες υπάρχουν πολλές. Μπορεί να μην κακαρίζουν, αλλά πίστεψέ με, υπάρχουν. Αρκεί να κοιτάξεις όλους εκείνους που βαδίζουν με σκυμμένο κεφάλι.

Ναι, ξέρω τι θα πεις πάλι. Ότι κι εσύ με σκυμμένο κεφάλι περπατάς. Λοιπόν, θα σου δώσω μία συμβουλή: Μην αντιδράς στα λόγια των ανθρώπων. Ο λόγος που σε κάνει να αντιδράς δεν είναι επειδή σε ενοχλεί. Πρέπει να μάθεις να βρίσκεις μέσα σου τον πραγματικό λόγο που συμβαίνει όλο αυτό. Τίποτε άλλο. Στην ουσία ξέρεις πως ό,τι σου λέει ο άλλος ισχύει, γι αυτό και νευριάζεις. Αν λοιπόν αυτό, το αφήσεις να προχωρήσει, να πάει παρακάτω, αν αφήσεις τη σκέψη σου να σε οδηγήσει πιο μακριά, τότε θα δεις πολλά πράγματα που μέχρι τώρα δεν ήθελες ή δεν μπορούσες να δεις. Θα καταλάβεις διάφορα, θα απελευθερωθείς. Μην τις βλέπεις σαν κάτι άσχημο τις ενοχές. Δεν είναι. Όταν τις αγκαλιάσεις θα δεις ότι το μόνο κακό που έχουν ότι έρχονται όποτε θέλουν. Είμαι σίγουρος ότι αν ψάξεις κάπου έξω, ή ακόμα αν κοιτάξεις δίπλα σου, θα δεις πολλές τέτοιες γυναίκες και πολλούς τέτοιους άντρες να κυκλοφορούν στον δρόμο και να σου ζαλίζουν τον έρωτα. Με την καλή και την κακή έννοια.

Λοιπόν, για να τελειώνουμε. Άλλαξε αν θες. Μείνε ίδιος αν θες. Κάνε ό,τι θες. Ό,τι γουστάρεις. Πρόσεξε μόνο δύο πράγματα: α) Τις βαρύγδουπες ανακοινώσεις και β) να μην παίζεις με τους ανθρώπους. Γιατί ξέρεις, ό,τι δώσεις θα πάρεις. Και δε στο λέω ως Χριστιανός Ορθόδοξος, γιατί μόνο στην ταυτότητα είμαι, ως άνθρωπος στο λέω. Κοίτα λοιπόν να δώσεις όμορφα πράγματα στους άλλους, κοίτα να τους κάνεις να περνάνε καλά κι όλα τα άλλα άστα να πάνε στο διάολο. Και κάτι ακόμα, πολύ βασικό. Κοίτα να περνάς κι εσύ καλά, αλλιώς δεν θα περνάει κανείς σας καλά. Άντε τώρα, δρόμο, ξουτ, φύγε. Έχουμε και δουλειές.

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Αυτός ο κόσμος που αλλάζει...


Πάντα του άρεσε να γράφει σε τρίτο πρόσωπο. Να μιλάει για τον εαυτό του σα να ήταν κάποιος άλλος. Καθόταν στον υπολογιστή του, αντίκριζε την λευκή οθόνη και ξεκινούσε το γράψιμο. Δημιουργούσε έναν τρίτο χαρακτήρα, όχι άμεμπτο, αλλά καθ’ όλα ανθρώπινο. Τον έφτιαχνε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του. Του έβαζε τις δικές του αδυναμίες, τον έντυνε με τα δικά του ρούχα, τον έκανε να καπνίζει τα ίδια τσιγάρα με κείνον. Δεν του άλλαζε τίποτα. Ακόμα κι όταν δεν ήθελε να μοιάζει με αυτόν, κάτι τον έκανε να τον δημιουργεί ολόιδιο. Όχι απλά όμοιο, αλλά ίδιο. Δεκαπέντε χρόνια τώρα, ακριβώς οι ίδιοι χαρακτήρες. Μέσα στον καιρό εξελίσσονταν, μερικές φοβίες έφευγαν, κάποιες αδυναμίες μετατρέπονταν σε δύναμη, οι ανασφάλειές του τον έκαναν πιο σίγουρο. Ποτέ όμως δεν διάβαζε τους χαρακτήρες των κειμένων του. Αυτό ακόμα δεν είχε καταφέρει να το πολεμήσει. Δεν άντεχε να βλέπει το παρελθόν του. Όχι γιατί δεν ήθελε να θυμάται πως ήταν ούτε γιατί δεν ήθελε να δει που έχει φτάσει. Φοβόταν μόνο μην τυχόν δεν έχει ξεπεράσει τίποτα από όλα αυτά και δεν κατάφερε να προχωρήσει. Δεκαπέντε χρόνια τώρα. Χιλιάδες χαρακτήρες. Άλλοι σε ποιήματα, άλλοι σε μικρά κείμενα, άλλοι σε νουβέλες, σε θεατρικά, σε σίριαλ. Τόσοι πολλοί.

Μια μέρα δεν άντεξε. Μπήκε μέσα στο σπίτι του, άναψε τα φώτα, κλείδωσε καλά, έβαλε διάφορα τραγούδια να παίζουν, έφτιαξε έναν καλό καφέ και κάθισε στον υπολογιστή του. Άνοιξε το συρτάρι του και έβγαλε έναν τεράστιο φάκελο. Τον κοίταξε για λίγο, σα να το σκεφτόταν. Ήξερε ότι έτσι θα αντιμετώπιζε όλη την αλήθεια. Θα έβλεπε το πριν, θα έβλεπε την εξέλιξη. Θα ήξερε αν άλλαξε, αν έμεινε ο ίδιος. Φοβόταν την στασιμότητα. Την απεχθανόταν. Ήθελε να αλλάζει τα πάντα γύρω του. Τους άλλους, τον εαυτό του, όλο τον κόσμο. Ήξερε όμως ότι κανείς δεν αλλάζει αν δεν το θέλει κι έτσι αποφάσισε να αλλάξει μόνο το δικό του κόσμο, να περιορίσει αυτό το τεράστιο εγώ του. Έβγαλε όλα τα κείμενα από τον φάκελο, όλες τις αναλύσεις, άνοιξε όλα τα word στον υπολογιστή του και άρχισε το διάβασμα. Τίποτα δεν ήταν σε χρονολογική σειρά. Είχε καλή μνήμη όμως. Θυμόταν τι ήταν παλιό και τι όχι.

Άρχισε το διάβασμα. Είδε όλες τις φοβίες του, τις ανασφάλειές του. Διάβασε για τους έρωτες που έχασε, για τα λάθη που έκανε όσο βρισκόταν μέσα σε αυτούς τους έρωτες. Αυτά που έχασε για να κρατήσει ανθρώπους δίπλα του. Αυτά που κέρδισε όταν έχασε κάποιους ανθρώπους. Συνέχισε το διάβασμα για ώρες. Δεν τόλμησε να κοιτάξει το ρολόι. Ο χρόνος δεν είχε σταματήσει, είχε γυρίσει πίσω. Θυμήθηκε, αλλά συνέχισε να διαβάζει. Οι λέξεις ήταν εκεί μπροστά του. Απλώνονταν γεμάτες, ήρεμες, ζωντανές όμως όσο ποτέ άλλοτε. Έβλεπε τι ήταν. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Αυτές οι λέξεις τον κατακεραύνωναν. Ξεφύλλιζε τις σελίδες μία μία. Προχωρούσε στην επόμενη μέρα, στον επόμενο μήνα, στον επόμενο χρόνο. Πήρε ένα στυλό και άρχισε να σημειώνει. Άρχισε να διαγράφει λέξεις, να σβήνει εκφράσεις ολόκληρες. Άρχισε να αλλάζει τους χαρακτήρες. Προχώρησε κι άλλο. Στα περιθώρια δίπλα σημείωνε σκέψεις. Άρχισε να διορθώνει τους χαρακτήρες.

Ώρες ολόκληρες σημείωνε τα πάντα. Διάβαζε και σημείωνε, έγραφε, ανέλυε. Ώρες ολόκληρες. Ανέλυε μια ζωή. Θυμήθηκε τη συναισθηματική φόρτιση όταν τα έγραφε. Συνέχισε να αλλάζει τα πάντα. Να πειράζει τις παλιές του σκέψεις. Μια ζωή μέσα σε λίγες ώρες. Την άλλαζε, τη διόρθωνε. Κουρασμένος πια, άνοιξε ένα καινούριο word, πήρε ένα από τα έτοιμα τσιγάρα του και ξεκίνησε το γράψιμο. Τα δαχτυλά του πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή ήταν σα να έπαιζαν πιάνο. Οι ήχοι των πλήκτρων δεν ήταν τόσο μονότονοι. Έγραφε, έγραφε, έγραφε. Σαν τρελός. Δεν σταματούσε να γράφει. Γέμισε σελίδες. Κάποια στιγμή τελείωσε. Έστριψε ένα τσιγάρο και κάθισε να το διαβάσει. Ξεκινούσε έτσι: "Είμαι ένας μικρός εγωιστής, ένας άνθρωπος που αρέσκεται να κλείνεται στον εαυτό του. Σας ζητώ συγγνώμη γι αυτό." Το διάβασε ολόκληρο. Το ρούφηξε μέσα σε μια μέρα. Τελείωνε κάπως έτσι: "Είμαστε αυτό που είμαστε. Καλοί, κακοί, ανάποδοι, σωστοί, λάθος, άνθρωποι, ζώα, κτήνη. Είμαστε αυτό που είμαστε. Αγαπάμε αυτούς που αγαπάμε. Είμαστε αυτό που είμαστε. Κι αν θέλουμε να αλλάξουμε ό,τι είμαστε, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε αυτό που μας πηγαίνει πίσω. Είμαστε αυτό που είμαστε. Πάντα μου άρεσε να γράφω σε τρίτο πρόσωπο. Να μιλάω για τον εαυτό μου σα να ήμουν κάποιος άλλος. Είμαι αυτό που είμαι και δε φτάνει μόνο να θέλω εγώ να αλλάξω, πρέπει και να με πιστέψουν αυτοί που αγαπάω, αλλιώς δεν υπάρχει κανένας λόγος να βιώσω μόνος μου αθυτή την αλλαγή." Ήταν η πρώτη φορά που έγραψε σε πρώτο πρόσωπο.

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2009

Ξεγέλασες τους ουρανούς με ξόρκια μαύρη φλόγα…


Καλησπέρα και πάλι. Έχω καιρό να σου γράψω, το ξέρω. Ξέρεις γιατί έτσι? Γιατί όταν τρέχεις προς τα εμπρός, δεν είναι μόνο για να προλάβεις τους μπροστά, αλλά και για να ξεφύγεις από το παρελθόν που σε κυνηγάει. Από την άλλη, όταν τρέχεις κουράζεσαι κι αν κάνεις το λάθος να σταματήσεις, τότε αναγκαστικά βλέπεις από τι θες να ξεφύγεις. Αν εκείνη τη στιγμή κάνεις και το δεύτερο λάθος να σκεφτείς το γιατί φεύγεις, τότε την έκατσες. Θα δεις τα λάθη σου, τα λάθη της, θα δικαιολογήσεις τα δικά της και θα ασχοληθείς με τα δικά σου. Θα φορτωθείς ενοχές και τύψεις και δεν θα βρεις τρόπους να γαληνέψεις ψυχή και σώμα. Θα πεις μέσα σου «γαμώτο, μπορούμε να είμαστε καλά, να ζούμε μαζί, να γελάμε μαζί, να νιώθουμε μαζί, να υπάρχουμε μαζί, να κλαίμε μαζί, να μαλώνουμε μαζί». Κι εκεί καταλαβαίνεις γιατί ζεις μόνος, γελάς μόνος, νιώθεις μόνος, υπάρχεις μόνος, κλαις μόνος, μαλώνεις μόνος. Γιατί απλούστατα, αφού δεν έχεις το μαζί, επιλέγεις το μόνος. Κι εδώ αναρωτιέσαι: «μήπως τελικά θέλω απλά να νιώσω αυτά τα συναισθήματα και δε με νοιάζει αν θα τα νιώσω με κάποιον?». Και η απάντηση βρίσκεται εκεί δίπλα σου, ανοίγεις το κουτί της σιγουριάς και των έτοιμων απαντήσεων και λες: «όχι, αφού δεν θες να τα έχουμε όλα αυτά μαζί, προτιμώ να τα έχω μόνος». Και κλείνεις το κουτί. Έτσι απλά όπως το άνοιξες.

Ευτυχώς που υπάρχει και αυτό το κουτί. Φαντάζεσαι πως θα ήσουν αν δεν το είχες εφεύρει? Όχι ότι θα ήσουν γεμάτος λάθη και κατάθλιψη, απλά θα έπρεπε να εφεύρεις ένα άλλο. Το θέμα είναι, γιατί δεν ανοίγεις αυτό το κουτί για να λάβεις την απάντηση την ώρα που γίνονται τα πράγματα και προτιμάς να το ανοίξεις μετά? Για άνοιξε τώρα το κουτί να σε δω, θα λάβεις την απάντηση που θες? Υπάρχει εκεί μέσα? Ξέρεις καλά, πως όλες οι απαντήσεις δεν κρύβονται μέσα σε κουτιά, μα εκεί έξω, στον κόσμο. Και μάλιστα, τις απαντήσεις αυτές τις λαμβάνεις όταν δεν είσαι έτοιμος να τις λάβεις. Και φυσικά τις διώχνεις. Έλα όμως που αυτές θες δεν θες, μπαίνουν στο κουτάκι που έφτιαξες και έτσι όταν το ανοίγεις είναι εκεί μπροστά σου. Και δεν μπορείς να τις πετάξεις. Παρά μόνο να τις κρατήσεις. Για πάντα, αιώνια δικές σου. Μην παραπονιέσαι λοιπόν για τις απαντήσεις που μπήκαν εκεί μέσα. Να παραπονιέσαι για τις απαντήσεις που δεν μπήκαν. Για αυτά που θα έρθουν και για κάποιο λόγο δεν είσαι έτοιμος να τα; δεχτείς. Φρόντισε να εύχεσαι αυτά που θες και να δέχεσαι αυτά που έρχονται, όταν έρχονται, όπως έρχονται. Και μην φεύγεις απ’ όλους και απ’ όλα. Το φευγιό είναι εύκολο, οι δρόμοι όμως δεν είναι πάντα για έναν. Μερικά μονοπάτια θέλουν δυο για να τα περπατήσεις.

Αυτά τα μονοπάτια λοιπόν, δεν είναι μεγάλα ή μικρά. Δεν είναι εύκολα ή δύσκολα. Ακόμα και τα εύκολα μονοπάτια φαντάζουν δύσκολα και τούμπαλιν. Δεν είναι θέμα μεγέθους ή τεχνικής, είναι απλά θέμα νοοτροπίας και ψυχραιμίας. Κατά πόσο θες να λες καταστροφή την ευτυχία και ευτυχία την καταστροφή. Από την άλλη, αυτό που θες δεν το αναγνωρίζεις πάντα όταν έρχεται, μερικές φορές το αναγνωρίζεις όταν φεύγει, όταν το χάνεις. Εκεί καταλαβαίνεις αν σε αγαπάει κάποιος. Κι αυτό όχι πάντα. Μερικές φορές δεν το καταλαβαίνεις ούτε εκεί. Γι αυτό λοιπόν μικρέ, κράτα την ηλιθιότητα για σένα, κάνε την σκήπτρο σου και προχώρα. Τον ηλίθιο δεν θα τον κατηγορήσει κανείς γιατί είναι ηλίθιος. Έτσι τον ήθελε η φύση. Τον έξυπνο θα κατηγορήσει ο κόσμος, γιατί ενώ είναι έξυπνος έκανε τόσες χιλιάδες βλακείες. Βάλε τώρα λοιπόν τις απαντήσεις στο κουτάκι και πάλι, βγες στο δρόμο και αποφάσισε τι θες να κάνεις. Θες να τρέξεις και να εξαφανιστείς? Θες να προχωρήσεις απλά μπροστά? Ή μήπως θες να γυρίσει πίσω να βρεις αυτό που έχασες? Κάνε ό,τι θες, μόνο κοίτα να ξέρεις τι κάνεις, γιατί θα τα χάσεις όλα στο τέλος.

Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2009

Κοιτάζω την βροχή, βροχή μου…


Θέλω να βγω στο μπαλκόνι και να ουρλιάξω. Να ουρλιάξω τόσο δυνατά, που η κραυγή μου θα μπορέσει να ακουστεί μέχρι το σπίτι σου. Να φωνάξω το όνομά σου, να κλάψω και τα δάκρυά μου να γίνουν βροχή στο τζάμι σου. Είναι άσχημο να ζεις χωρίς αυτά που θες, που ποθείς να έχεις. Είναι άσχημο να απλώνεις το χέρι για να πιάσεις κάτι και εκείνο να φεύγει όλο και πιο μακριά, σαν το μαρτύριο του Τάνταλου. Προσπαθώ να σταθώ στα πόδια μου και ξέρω ότι θα τα καταφέρω, ξέρω ότι θα μπορέσω να το κάνω, αλλά το θέμα δεν είναι τι θα καταφέρω, το θέμα είναι ότι θέλω να έχω εσένα δίπλα μου όταν το καταφέρω. Κάθομαι στο δωμάτιο και κοιτάζω τις σταγόνες της βροχής να κυλούν πάνω στο τζάμι. Να τρέχουν σιγά σιγά. Καρφώνω το βλέμμα μου σε μία από αυτές και την ονομάζω. Την παρατηρώ να κατεβαίνει προς τα κάτω, ακολουθώ όλη την πορεία της, καθώς κατεβαίνει προς τα κάτω. Θα την χάσω σε λίγο, θα ενωθεί κι εκείνη με εκείνη τη λιμνούλα που σχηματίζεται στο περβάζι του παραθύρου και θα γίνει παρελθόν, όπως όλα. Δεν θέλω όμως. Για μια φορά, για μία γαμημένη φορά, δεν θέλω να δω εκείνα που αγαπάω να γίνονται παρελθόν. Προτιμώ να τα ζω στο παρόν τους, να γίνονται και δικό μου παρόν, να φτιάχνουμε μαζί ένα μέλλον.

Φεύγεις, το ίδιο απλά όπως έφυγες όταν ήρθες. Χάνεσαι κι εσύ σαν την μικρή σταγόνα. Πώς να σε κρατήσω εδώ? Γίνεται? Δεν ξέρω αν μπορώ να σε φυλακίσω, δεν ξέρω αν το θέλω. Γεννήθηκες ελεύθερη, ζεις ελεύθερη και έτσι θες να φύγεις, ελεύθερη. Πώς να σε νιώσω? Ποιο αστέρι μπορεί να αγγίξει την δική σου ματιά, ποιο αστέρι μπορεί να με οδηγήσει στη δική σου ματιά, στη δική σου καρδιά? Μην με κλείνεις απέξω, μην με αφήνεις εδώ. Δεν μου αρέσει το κρύο, δεν μου αρέσει η βροχή. Προτιμώ να χάνομαι στα κύματα των συναισθημάτων σου. Αχ, μακάρι να ήξερα τι νιώθεις για μένα, να έμπαινα λίγο μέσα στην καρδιά σου και να έβλεπα όσα νιώθεις. Μακάρι να ήξερα τι σκέφτεσαι για μένα, αν με νοιάζεσαι, αν με πιστεύεις, αν με αγαπάς, αν με ονειρεύεσαι. Σου λείπω καθόλου? Με σκέφτεσαι έστω και λίγο? Όταν βλέπεις ένα μήνυμά μου τι νιώθεις? Τόσες απορίες, τόσα ερωτηματικά. Τόσα πληγωμένα συναισθήματα, τόσες σκέψεις στο κενό. Προσπαθώ να με αγαπήσω, να δώσω στον εαυτό μου αυτά που εσύ αρνείσαι να του δώσεις, αυτά που απεγνωσμένα ζητάει από σένα.

Αχ, δεν ξέρω τι να πω. Δεν έχω πια άλλους τρόπους να σε προσεγγίσω. Μήπως να φύγω? Μήπως αν νιώσεις την έλλειψή μου αισθανθείς κάτι διαφορετικό? Μήπως το αισθάνεσαι και τώρα που είμαι εδώ, αλλά δεν θες να το πεις? Ελευθέρωσέ με, βγάλε με από αυτή την φυλακή. Εσύ κρατάς το κλειδί. Εσύ με έκλεισες εδώ και εσύ μπορείς να με λυτρώσεις. Δεν θέλω άλλο, δεν μπορώ άλλο. Μόνο εσένα θέλω, μόνο με εσένα μπορώ. Σώσε με, τώρα που είμαστε νέοι και μπορούμε να κάνουμε θαύματα. Αγάπησέ με, τώρα που είμαστε μικροί και μπορούμε να χτίσουμε νέους κόσμους. Έλα να φτιάξουμε κάτι νέο, κάτι καινούριο. Έλα να γκρεμίσουμε μαζί όλα τα παλιά και να αρχίσουμε από την αρχή. Χωρίς φόβους, χωρίς ψέματα, με όλες τις αλήθειες απλωμένες στο τραπέζι. Με όλα τα χαρτιά ανοιχτά. Και δεν θα πονέσει κανείς μας, θα δεις. Δεν θα κλάψει κανείς μας. Δεν θα φύγει κανείς μας. Μόνο δώσε μου ένα σημάδι, έναν τρόπο να σε δω, να σε αγγίξω, να σε φιλήσω, να υπάρξω μαζί σου, δίπλα σου, κοντά σου. Δώσε μου κάτι.

Κοιτάζω πάλι το τζάμι. Ακούω την βροχή, τα αυτοκίνητα να κινούνται στον δρόμο, κόρνες, μηχανάκια να μαρσάρουν, σκυλιά να γαβγίζουν. Δεν έχω άλλα να σου πω, προς το παρόν τουλάχιστον. Ξέρω ότι θα επιστρέψω και πάλι. Μακάρι να επέστρεφες κι εσύ. Μακάρι να ήσουν δίπλα μου απόψε. Κοντά μου. Μακάρι. Και όλα σου τα δάκρυα θα τα μετέτρεπα σε γέλια, όλες σου τις λύπες θα τις έκανα χαρές. Θα έλαμπες. Λίγο πριν η σταγόνα φτάσει στη μικρή λιμνούλα, βλέπω άλλη μία να κατεβαίνει, να την συναντά, να την αγγίζει και μαζί να χάνονται. Είμαι εγώ? Είναι κάποιος άλλος? Ποιος ξέρει? Θα δείξει. Μακάρι μόνο να είμαι εγώ. Κι ο κόσμος όλος θα γίνει λαμπερός. Δεν θα ξαναβρέξει, όχι για εμάς…

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Η αλήθεια καθενός είναι το ψέμα του, που το έφτιαξε να μοιάζει αληθινό…


Ποιοι είμαστε? Τι θέλουμε? Τι ζητάμε? Για ποιο λόγο υπάρχουμε? Για ποιο λόγο συνεχίζουμε να ζούμε? Προχωράμε πράγματι μπροστά ή μήπως μαθαίνουμε κάποια πράγματα στην αρχή και επαναπαυόμαστε σ’ αυτά μέχρι κάτι να μας ταρακουνήσει και να αναθεωρήσουμε ξανά τον κόσμο μας? Δεχόμαστε το καινούριο? Δεχόμαστε τις αλλαγές? Αφήνουμε τον εαυτό μας να νιώσει ή μήπως φοβόμαστε να πάμε παρακάτω διατηρώντας έτσι στη ζωή ο,τιδήποτε έχει πεθάνει? Βιώνουμε τις αλλαγές? Αναζητούμε κάτι καλύτερο, κάτι που θα μας εξυψώσει, κάτι που θα μας κάνει να προχωρήσουμε χωρίς το φόβο να αφήσουμε πίσω ό,τι είχαμε ζήσει μέχρι σήμερα? Τι είναι αυτό που μας κάνει να πολεμάμε? Είναι το μυαλό μας, είναι η καρδιά μας ή μήπως είναι η μνήμη, που αδυνατεί να ξεχάσει και μερικές φορές αδυνατεί να θυμηθεί? Είναι τα όνειρα που πραγματοποιούν τις αλλαγές? Είναι ο φόβος που μας κρατάει πίσω? Και τα κεκτημένα μας? Πόσο φοβόμαστε να χάσουμε ό,τι με κόπο κερδίσαμε έτσι ώστε να φτιάξουμε κάτι νέο, κάτι καινούριο? Όταν τα όνειρα πραγματοποιούνται το αντιλαμβανόμαστε? Τα ακολουθούμε ή μένουμε πίσω? Ζούμε το παρόν με προσδοκίες μέλλοντος ή τελικά προτιμάμε να ακολουθούμε την πεπατημένη?

Γινόμαστε εξουσιαστές της ζωής μας, νομίζοντας ότι ελέγχουμε την κάθε μας κίνηση, έχουμε έτσι την ψευδαίσθηση ότι φτιάχνουμε το μέλλον μας κατά πως θέλουμε. Κι αν το παρόν που ζούμε μας νευριάζει, αν μας απογοητεύει, ποιος ευθύνεται? Εμείς που το φτιάξαμε έτσι ή οι διάττοντες αστέρες της ζωής μας που μας έβγαλαν από το δρόμο που θέλαμε να ακολουθήσουμε? Ξέρουμε τι θέλουμε? Ξέρουμε τι ψάχνουμε? Ξέρουμε τι ποθούμε? Κι αν ναι, όταν ο πόθος γίνεται πραγματικότητα, έχουμε τη διαύγεια πνεύματος να το αντιληφθούμε? Ή μήπως θα χαθούμε μέσα στον κυκεώνα των σκέψεών μας, αν ήταν πράγματι αυτό που θέλαμε ή η ψευδαίσθηση της προβολής των πόθων μας? Ποιος φταίει όταν όλα πάνε στραβά, αν όχι εμείς? Κι αν το αντιληφθούμε έχουμε την ικανότητα να αλλάξουμε το παρόν ή το θυσιάζουμε κι αυτό στο βωμό του μέλλοντος και του παρελθόντος? Αν το παρελθόν δεν είναι στυλοβάτης για το μέλλον τότε γιατί υπάρχει? Και το παρόν που είναι? Πόσο άμεσο είναι το τώρα?

Ζούμε για να ζήσουμε, για να αγαπήσουμε, για να βιώσουμε την ελευθερία μας, για να ανοίξουμε τα φτερά μας, να πετάξουμε ψηλά ελεύθεροι και αναγεννημένοι. Ανερχόμαστε τα σκαλιά των προσωπικών μας φιλοδοξιών, μικρών και μεγάλων, σκαρφαλώνουμε στα βουνά και στα όρη της επιτυχίας, της υποκειμενικής επιτυχίας και τελικά τι μένει? Ποιοι είμαστε? Πόσο ψηλά θέλουμε να φτάσουμε? Κι αν τελικά φτάσουμε, θα κοιτάξουμε με νοσταλγία πίσω ή θα κοιτάξουμε ακόμα ψηλότερα? Και η εξέλιξη? Η προσωπική εξέλιξη, πότε και που βιώνεται? Και κυρίως, πως? Με ποιους ανθρώπους? Ποιοι είναι δίπλα μας να μοιραστούν τις χαρές μας, να μοιραστούν τους φόβους μας, να μοιραστούν τις αλλαγές που θα βιώσουμε? Κι όταν έρθουν αυτές οι αλλαγές ποιοι θα φύγουν από κοντά μας? Ποιοι είναι εκείνοι που θα χάσουν ό,τι χάνουμε κι εμείς? Ποιος θα πονέσει περισσότερο? Ή μήπως αυτό τελικά δεν παίζει και τόσο μεγάλο ρόλο? Μήπως η αλλαγή αυτή είναι παροδική και χάνουμε μόνο τα κομμάτια που δεν μας ανήκουν, αλλά προστέθηκαν στη διαδρομή για να επιβιώσουμε απλώς? Ή τελικά είμαστε τόσο δειλοί ώστε να διώχνουμε μακριά μας ο,τιδήποτε μπορεί να μας εξυψώσει μόνο και μόνο επειδή φοβόμαστε μη φανεί ο κώλος μας περισσότερο καθώς θα σκαρφαλώνουμε?

Μπορεί να υπάρξει σύνδεση με το παρελθόν? Μπορεί το πριν να συμβαδίσει με το μετά και μπορεί το τώρα να γίνει ξεκάθαρα αντιληπτό? Αν η στενωπός της μήτρας ήταν μεγαλύτερη, θα κλαίγαμε ή μήπως θα βιώναμε την αλλαγή της γέννησης χωρίς καν να το αντιληφθούμε? Κι όταν ο ομφάλιος λώρος κόβεται, πονάμε? Το καταλαβαίνουμε? Ή μήπως είναι ανεπαίσθητη αυτή η αλλαγή? Και τελικά ποιες είναι οι μεγάλες αλλαγές? Αυτές που πιέζουμε τον εαυτό μας να τις δεχθεί ή εκείνες που συμβαίνουν και δεν το παίρνουμε χαμπάρι παρά μόνο κάποιο χρονικό διάστημα αργότερα? Αλλάζουμε επειδή το θέλουμε ή κάποια μαγική δύναμη μας το επιβάλλει κι εμείς απλώς ακολουθούμε σαν υπνωτισμένοι? Ζούμε αυτό που κυνηγάμε ή κυνηγάμε αυτό που ζούμε? Ποιος προχωράει και ποιος μας ακολουθεί? Θα συναντήσουμε κι άλλους σ’ αυτό το μονοπάτι κι αν ναι πότε? Θα τους αντιληφθούμε ή θα χαθούμε στην πορεία? Ο δρόμος για την προσωπική ευτυχία και την εξύψωσή μας είναι μοναχικός? Κι αν ναι, πως μπορούμε να απαλύνουμε τον πόνο της μοναξιάς? Κι αυτοί που κάποτε έμοιαζαν συνοδοιπόροι ήταν πράγματι δίπλα μας ή μήπως βλέπαμε τη σκιά του μπροστινού μας?

Τι είναι αυτή η λάμψη? Τι είναι αυτό που γυαλίζει? Είναι κάποιο φως? Είναι αντανάκλαση? Τι φωτίζει το δρόμο μας? Τα όνειρα? Οι προσδοκίες? Σίγουρα δεν είναι οι φόβοι. Αυτοί ζουν στη σκιά, αυτοί μας κάνουν να πονάμε για ό,τι αφηνόμαστε να ζήσουμε. Το ζούμε, χαιρόμαστε για το απροσδόκητο νέο και συγχρόνως πονάμε μήπως ζήσουμε ό,τι μας πλήγωνε στο παρελθόν. Φοβόμαστε μήπως ζήσουμε ένα remake κακογυρισμένο, μήπως δούμε μια ταινία σε επανάληψη. Φοβόμαστε μήπως το παρελθόν ξυπνήσει και κατασπαράξει το τώρα. Διασχίζουμε ωκεανούς χρόνου για να συναντήσουμε το όνειρο και λίγο πριν το τέλος χάνουμε το δρόμο μας. Αλλάζουμε διαδρομή γιατί τελικά δεν θέλουμε να συναντήσουμε αυτό που διακαώς επιθυμούσαμε, αυτό που μια ζωή αναζητούσαμε. Και μένουμε όμηροι των επιθυμιών μας, καταστρέφοντας ό,τι πραγματικά ποθούσαμε να ζήσουμε, βιώνουμε για λίγο την θλίψη μας και μετά πέφτουμε με τα μούτρα να το ξαναχτίσουμε από την αρχή, να το ανακατασκευάσουμε. Δεν βλέπουμε όμως ότι το κτίσμα είχε ολοκληρωθεί κι ότι το μόνο που έμενε για να τελειώσει ήταν το όνομα στο κουδούνι. Κι αντί να το προσθέσουμε, το γκρεμίζουμε, γιατί στην πορεία αλλάξανε τα θέλω μας, προστέθηκαν νέα και το τώρα δεν μας ικανοποιεί. Θα κάνουμε σχέδια για το μέλλον, θα θέσουμε νέες βάσεις και λίγο πριν την ολοκλήρωση των σχεδίων θα υποβάλλουμε παραίτηση και θα φύγουμε νομίζοντας ότι έχουμε το κεφάλι ψηλά, μα το μόνο που θα έχουμε θα είναι η ουρά στα σκέλια και μερικές αναμνήσεις από το παρελθόν, που θα μας δείχνουν πόσα λάθη κάναμε, πόσο διαφορετικό θα ήταν το σήμερα αν τολμούσαμε να πάμε μπροστά ή να πούμε πραγματικά ό,τι αισθανόμασταν.

Αλλάζουμε κι ας μην το καταλαβαίνουμε. Αλλάζουμε σιγά σιγά, ώρα με την ώρα, μέρα με τη μέρα. Αλλάζουμε για να είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε το απροσδόκητο νέο, για να είμαστε έτοιμοι να πάμε μπροστά. Κι όταν το μέλλον γίνεται πραγματικότητα, όταν μεταμορφώνεται σε παρόν στέκουμε και το κοιτάζουμε, το αναιρούμε. Δεν είναι αυτό που τελικά θελήσαμε. Μήπως φτιάξαμε ένα παραμύθι για να κρύβουμε τα πραγματικά θέλω μας? Η αλήθεια καθενός είναι το ψέμα του, που το έφτιαξε να μοιάζει αληθινό. Γι αυτό και όσοι έρχονται δίπλα μας, χάνονται, εξαφανίζονται σε μια νύχτα, χωρίς εμείς να μπορούμε να αντιληφθούμε τα πως και τα γιατί. Χωρίς εμείς να καταλάβουμε καν το που πήγαν. Το αστείο όμως, είναι πως πάντα, όλοι εκείνοι που χάσαμε, είναι δίπλα μας. Ήταν δίπλα μας πριν καν τους συναντήσουμε. Ακόμα και τώρα, που νομίζουμε ότι είμαστε πολύ μακριά ο ένας από τον άλλο, εκείνοι παραμένουν δίπλα μας κι εμείς δίπλα τους. Και δεν φταίει ο χρόνος, δεν φταίει η ζωή, δεν φταίει το παρελθόν ή το μέλλον, δεν φταίει καν το παρόν, που τους νιώθουμε απόμακρους και διαφορετικούς. Φταίει εκείνος ο τοίχος που στέκεται ορθός μπροστά μας και κρύβει τον ήλιο που μας φωτίζει, που φωτίζει τα πάντα γύρω μας.

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2009

Ένας σωρός ελπίδες, ένας σωρός με λάθη…


Υπάρχει μέσα μας μια μικρή φωτιά. Ένας μικρός λαμπτήρας που αναβοσβήνει συνεχώς. Είναι σαν τις σκέψεις ή τις στιγμές της ανασφάλειας που φεύγουν κι έρχονται ακατάπαυστα. Είναι σαν εκείνους τους φόβους που αρνούμαστε να ξορκίσουμε, γιατί μας συντηρούν ζωντανούς. Είναι σαν εκείνες τις ενοχές που όταν έρχονται τρέχουμε να κρυφτούμε κάτω από το κρεβάτι ή να χωθούμε μέσα σε μια αγκαλιά, χωρίς να ξέρουμε το γιατί, απλά νιώθουμε ότι θα μας γιατρέψει μια για πάντα. Κι εκείνες τις στιγμές, αφήνουμε τον εαυτό μας ελεύθερο, λέμε τις αλήθειες μας και τις μοιραζόμαστε με εκείνη την αγκαλιά. Κι ας είναι η λάθος αγκαλιά. Γιατί δεν είναι ότι νιώσαμε εμπιστοσύνη εκεί μέσα, αλλά απλούστατα θέλουμε κάποιον να του το πούμε, να το φωνάξουμε. Να το βγάλουμε απλά από μέσα μας και να το κρατήσουμε εκεί, ως κόρη οφθαλμού. Ζούμε έτσι με την ψευδαίσθηση ότι ο άλλος θα το κρύψει κι εκείνος μέσα του, όπως το κρύψαμε εμείς, αλλά αντί αυτού, θα το κάνει κι εκείνος σημαία. Θα το πετάξει στα μούτρα μας τη στιγμή που θα δει πόσο δυνατός είναι πάνω μας.

Δεν υπάρχει ευτυχία, χαρά, ανυπομονησία, ενοχή, φόβος, ανασφάλεια. Όλα είναι στιγμές. Ένας σωρός από στιγμές στοιβαγμένες πάνω στο προσκεφάλι μας, ένας σωρός ελπίδες, ένας σωρός με λάθη, που όσο κι αν θέλαμε να αποφύγουμε αυτό το σωρό, τώρα είναι έτοιμος να καταρρεύσει επάνω μας. Δεν φταίνε πάντα οι άλλοι, δεν φταίμε πάντα εμείς. Το μερίδιο είναι μοιρασμένο σωστά, ίδια λάθη, ίδια ποσότητα λαθών, αν πρέπει βέβαια να μετρηθούν σε ποσότητα. Το θέμα δεν είναι να φοβάσαι μήπως κάνεις λάθη, το θέμα είναι να φοβάσαι μήπως δεν τα παραδεχτείς. Ποιος δεν κάνει λάθη? Ποιος τολμά να πει ότι είναι αλάνθαστος? Λάθη κάνουν όλοι, κανείς δεν ξεφεύγει από αυτά, ελάχιστοι τα παραδέχονται και ακόμα πιο λίγοι τα συγχωρούν. Μα τα λάθη, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της προσωπικότητάς μας. Ζούμε μέσα σ’ αυτά, μεγαλώνουμε με αυτά και μαθαίνουμε από αυτά. Το ίδιο λάθος μπορούμε να το κάνουμε χιλιάδες φορές και κάποιο άλλο ίσως να μην το κάνουμε ποτέ. Δεν με πειράζει που έκανα λάθη, δεν με πειράζει που δεν στα είπα, με πειράζει που τα είδες, που τα κατάλαβες, που τα ένιωσες. Κι αυτός είναι ο λόγος που σε έκαναν να φύγεις μακριά.

Έναν τρόπο είχα πάντα για να επικοινωνώ μαζί σου. Έναν και μόνο τρόπο: αυτή εδώ η λευκή σελίδα ήταν σαν καμβάς για μένα. Ζωγράφιζα επάνω της χιλιάδες εικόνες, σε άφηνα να τις δεις, να τις αγγίξεις, να μυρίσεις το χρώμα, να το νιώσεις μέσα σου. Αυτός ήταν ο τρόπος που σε πλησίασα και σε αυτό τον τρόπο επιστρέφω τώρα πάλι. Όχι όμως για να σε πλησιάσω, αλλά για να σε αφήσω να φύγεις, να χαθείς, να εξαφανιστείς. Θα αναπολώ πάντα τις στιγμές που χαρίζαμε ο ένας στον άλλο, θα αναπολώ πάντα τα όνειρα που απλόχερα μοιραζόμασταν, τις κουβέντες μας, τις συζητήσεις μας, που εξίταραν το μυαλό μου. Θα αναπολώ πάντα εσένα και μαζί με σένα θα αναπολώ πάντα εκείνο το παιδί, εκείνο τον χοντρό που λέει κι ο Αθερίδης, που τον άφησα σε μια χιονισμένη παραλία και θα επιστρέψω να τον βρω μετά από χρόνια, όταν θα είμαι παππούς ίσως.

Είχες δίκιο. Εμείς οι δυο δε γίνεται να είμαστε μαζί. Δεν μπορούμε να είμαστε μαζί. Μπαίνουμε σε έναν χαζό διαγωνισμό, σε μια κόντρα που δεν υπάρχει κανένας λόγος να τη βιώνουμε και να τη νιώθουμε. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να μιλάμε, να σκεφτόμαστε ο ένας τον άλλο, να νιώθουμε ο ένας τον άλλο και να ερχόμαστε δίπλα δίπλα, έστω με την σκέψη. Λυπάμαι για όλα εκείνα που σου προξένησα, ξέρω ότι κι εσύ λυπάσαι για όλα εκείνα που προξένησες. Και ξέρω επίσης, πως όσο κι αν με αγαπάς, όσο κι αν με θες, όσο κι αν θες να είμαστε μαζί, δεν θα το τολμήσεις ποτέ. Μα δεν πειράζει, μερικές φορές αρκεί να ξέρουμε ότι κάποιος μας αγαπάει όπως τον αγαπάμε κι εμείς. Δεν έχω άλλα να σου πω. Τα μεγάλα κείμενα δεν ήταν ποτέ η συμπάθειά μου. Το μόνο που μπορώ να σου πω, είναι ότι σε αγαπάω και ότι δεν θα σε ξεχάσω ποτέ. Γιατί μπορεί να μην πιστεύεις ότι υπάρχουν άγγελοι, αλλά εγώ σε γνώρισα και μου είναι αδύνατο να μην σε πιστέψω. Καληνύχτα καρδιά μου, θα μου λείψεις…

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

Παραμύθι…


Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, γεμάτη πολυκατοικίες, αυτοκίνητα, ανθρώπους να πηγαινοέρχονται βιαστικά στη δουλειά τους, δάση να καίγονται κάθε καλοκαίρι και πολιτικούς να αποκαλύπτουν σκάνδαλα που έπραξαν κατά το παρελθόν, ζούσαν κάποιοι άνθρωποι, που μόνο τους μέλημα ήταν να ερωτεύονται, να αγαπούν, να ψάχνουν να βρουν έναν άνθρωπο να τους νιώθει, να τους αισθάνεται. Σε αυτή τη χώρα, την όχι και τόσο πολύ μακρινή, ο χρόνος και η καθημερινότητα ήταν ο αδυσώπητος εχθρός. Κρύβονταν πίσω από γραφεία, μελέτες, εξώδικα, πίσω από πωλήσεις, από χρηματιστήρια, από τους πάγκους της αγοράς. Οι πλανόδιοι πωλητές κρύβονταν πίσω από την πραμάτεια τους και ο κόσμος συνέχιζε να πηγαινοέρχεται. Που και που, κάποιος σταματούσε, κοιτούσε γύρω του, συνειδητοποιούσε το χάος και την παράνοια και συνέχιζε να περπατάει, μην τυχόν και καταλάβει πράγματα που οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν και περνούσε μια ζωή στο ψυχιατρείο. Φόβος του κάθε ανθρώπου αποτελούσε η γνώμη των άλλων για εκείνον. Κανείς όμως δεν έλεγε τη γνώμη του στον καθένα. Μην τυχόν και την μάθουν περισσότεροι από ένας. Έτσι, σε αυτή την πόλη, έγιναν όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, όχι όμοιοι, μα ίδιοι. Ο ένας καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του άλλου. Ένα τρελό κι ανούσιο copy – paste.

Σε αυτή τη χώρα, την τόσο κοινή με πολλές άλλες, ο χρόνος περνούσε όχι αργά, μα τόσο βασανιστικά, που νόμιζες ότι μια δεκαετία ήταν ένας αιώνας. Οι άνθρωποι έψαχναν λόγους να ερωτευθούν, να αγγίξουν ο ένας τον άλλο, να βρεθούν ο ένας δίπλα στον άλλο και να υπάρξουν μαζί, έτσι όπως τους έλεγε η γιαγιά στα παραμύθια. μα όταν το έβρισκαν, το έδιωχναν, γιατί η ζωή έτρεχε πολύ γρήγορα για να μπορέσουν να κρατήσουν ένα όνειρο ζωντανό. Άλλαζαν τα όνειρα πιο γρήγορα κι απ’ όσο άλλαζαν τα ρούχα τους και έχαναν την ηρεμία τους. Λίγοι αγαπούσαν παντοτινά, λίγοι ερωτεύονταν πραγματικά και ακόμα λιγότεροι προσπαθούσαν με νύχια και με δόντια να κρατήσουν αυτό που πραγματικά επιθυμούσαν. Μα μιλάμε για ανθρώπους και ο ένας δεν εξαρτάται πάντα από τον άλλο, γιατί θεωρεί αδυναμία την εξάρτηση, γιατί κάποτε, όταν αφέθηκε κι εξαρτήθηκε κατάφερε αυτό που δεν ήθελε ποτέ: Εξαπατήθηκε, απογοητεύτηκε, πληγώθηκε, πόνεσε, έκλαψε. Το να αγαπάς, στη χώρα αυτή, ισοδυναμεί με την ψυχική σου καταστροφή, ισοδυναμεί με αφανισμό του κάθε σου συναισθήματος.

Τα ξέρω όλα αυτά, γιατί κάποτε έζησα κι εγώ σ’ αυτή τη χώρα, συνάντησα κι εγώ αυτούς τους ανθρώπους, γνώρισα καλά μερικούς απ’ αυτούς και με συντρόφεψαν για κάποιο διάστημα, περπάτησα μαζί τους σε κάποιον αχανή δρόμο, γεμάτο φανάρια και αυτοκίνητα που έτρεχαν να προλάβουν το πορτοκαλί. Τους θυμάμαι όλους εκείνους που με συντρόφεψαν, μα πιο καθαρά θυμάμαι έναν άντρα και μια γυναίκα, που με έκαναν να γελάω και να κλαίω, να τρέχω και να περπατάω. Ήταν τόσο όμοιοι μεταξύ τους μα και τόσο διαφορετικοί, που το ήξεραν κι οι ίδιοι. Εκείνα που τους ένωναν συγχρόνως τους χώριζαν. Δεν μπορούσαν να είναι ποτέ μαζί, μα δεν μπορούσαν να είναι και χώρια. Καταδικασμένοι να ζουν ο ένας δίπλα στον άλλο. Καταδικασμένοι να ζουν χωριστά. Αγαπούσαν και μισούσαν τον άλλο, όπως αγαπούσαν και μισούσαν τον εαυτό τους. Φεύγανε μακριά και αναζητούσαν πάντα ο ένας την αγκαλιά του άλλου. Χώριζαν για να μπορούν να είναι ευτυχισμένοι όταν έσμιγαν και πάλι. Αυτούς τους ανθρώπους τους σκέφτομαι μέχρι και σήμερα, χωρίς να προσπαθώ να καταλάβω τις βαθύτερες αιτίες τους. Απλά ελπίζω να είναι καλά και να είναι μαζί.

Εκείνος ήταν μελαχρινός, σχετικά ψηλός, σχετικά αδύνατος και σχετικά έξυπνος. Εκείνη ήταν ψηλή, ανοιχτών χρωμάτων και το ίδιο έξυπνη. Γνωρίστηκαν σε μια παρέα, μίσησαν ο ένας τον άλλο, ξανασυναντήθηκαν καιρό μετά, αγαπήθηκαν, μοιράστηκαν σκέψεις, συναισθήματα, βίωσαν ο ένας του παρελθόν του άλλου και πριν προλάβουν να ζήσουν το παρόν και να φτιάξουν κοινό μέλλον, χώρισαν. Χώρισαν, όπως χωρίζουν εκείνοι που ξέρουν ότι θα ξανασυναντηθούν. Και πράγματι, δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που ειδωθήκαν και πάλι. Τα σώματα έσμιξαν ξανά, θυμήθηκε ο ένας το άρωμα του άλλου, τα χέρια σεργιάνισαν πάνω στα σώματα, οι ανάσες ενώθηκαν, και οι σκέψεις μπλέχτηκαν και πάλι, τόσο δυνατά, που ήρθε η στιγμή να χωρίσουν πολύ σύντομα. Επέστρεψε ο καθένας στην πρότερη ζωή τους, στην καθημερινότητά του, στις ίδιες συνήθειες, στις μεγάλες αλλαγές τους και στις ανατροπές τους. Κι οι δυο τους ήταν πνεύματα ανήσυχα, ελεύθερα, ασύνταχτα. Κι οι δυο προσπαθούσαν να υπάρχουν, να ανέχονται και να συμβιώνουν με τους άλλους. Και οι δυο δεν τα κατάφερναν και πάντα επέστρεφαν ο ένας στον άλλο.

Τους σκέφτομαι κάθε που επιστρέφω σ’ εκείνη την πόλη. Τους αναζητώ στα μέρη που σύχναζαν, που περνούσαν, μα έχουν χαθεί πια από μένα, όπως χαθήκαν μεταξύ τους. Η πόλη αυτή κατέστρεψε κάθε τους ελπίδα, έπαψαν να πιστεύουν, έπαψαν να αισθάνονται. Έπαψαν να ζούνε ο ένας για τον άλλο και γίνανε σαν εκείνους τους πολίτες που τους βλέπω να περπατάνε, να τρέχουν και να χάνονται τόσο γρήγορα, που ξεχνάνε γιατί γεννήθηκαν, τι ψάχνουν και πως κατέληξαν εδώ. Φοβάμαι γι αυτούς τους πολίτες, φοβάμαι τη μέρα που θα ξυπνήσουν και θα αντικρίσουν άδειες κρεβατοκάμαρες, άδεια δωμάτια, άδεια σπίτια και άδειους δρόμους. Αυτοί οι άνθρωποι έμαθαν να φεύγουν για διακοπές όλοι μαζί, να επιστρέφουν όλοι μαζί. Αυτοί οι άνθρωποι έμαθαν να κάνουν τόσα όλοι μαζί, που τώρα πια ο καθένας θέλει χρόνο για να κάνει πράγματα μόνος του. Κι έτσι κλείνονται τόσο πολύ μέσα τους, που δεν υπάρχει τρόπος να ξεκλειδώσουν ο ένας τον άλλο. Φοβούνται να ζήσουν στα παραμύθια, φοβούνται να δουν τον πρίγκιπα και την πριγκίπισσα που κρύβουν μέσα τους κι αντ’ αυτού βλέπουν το λύκο και ουρλιάζουν ο ένας στον άλλο.

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

I walk the line…


Να ‘μαστε πάλι εδώ. Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι, με τον ήλιο να βολτάρει κάπου εκεί ψηλά κι εγώ κλεισμένος σε ένα δωμάτιο με ανοιχτά παντζούρια και να απολαμβάνω την ψευδαίσθηση του φωτός. Από παλιά πίστευα ότι τα πάντα είναι θέμα οπτικής γωνίας και αντίληψης σύμφωνα με βιώματα και καταστάσεις που ναι μεν πέρασαν, άφησαν όμως ανεξίτηλο το σημάδι τους. Έτσι είμαστε καταδικασμένοι να τις βιώνουμε για χρόνια, να τις κουβαλάμε ως κατάρες στην καμπούρα μας, να είναι το πρώτο πράγμα που βάζουμε στη βαλίτσα μας καθώς φεύγουμε για ταξίδι και συγχρόνως το πρώτο που ευχαρίστως θα πετούσαμε στα σκουπίδια. Βέβαια μερικές φορές κάνουμε ένα μεγάλο λάθος κι αντί για την χωματερή των Λιοσίων καταλήγουν σε ένα εργοστάσιο επεξεργασίας και ανακύκλωσης και βρίσκονται και πάλι στα χέρια μας σε μια νέα μορφή όμως. Έτσι συνηθίζουμε να τα κουβαλάμε μαζί μας, χωρίς να βλέπουμε δίπλα μας το καινούριο, το διαφορετικό, εκείνο που ίσως να μας απογειώσει και να μας φτάσει τόσο ψηλά που ποτέ δε θελήσαμε να πιστέψουμε ότι μπορεί να υπάρξει.

Λένε ότι τα πάντα είναι θέμα timing κι ότι πρέπει να αρπάζουμε τις ευκαιρίες τη στιγμή που περνάνε από μπροστά μας. Υπάρχει ο κίνδυνος όμως να μην τις αναγνωρίσουμε, να τις δούμε που έρχονται και να μην πιστέψουμε ότι ίσως να είναι η ευκαιρία της ζωής μας. Την αφήνουμε να περάσει, όπως και την προηγούμενη και την επόμενη και τη μεθεπόμενη και ούτω καθεξής. Μένουμε κολλημένοι στα παλιά νομίζοντας ότι προσπαθούμε να απεγκλωβιστούμε, ενώ στην ουσία κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας για να μην φύγουμε ποτέ από εκεί. Οι λέξεις «απογοήτευση», «αποχωρισμός», «απόρριψη», «απομόνωση», «αποπροσανατολισμός» έχουν ένα ακόμη κοινό στοιχείο εκτός από το πρόθεμα «από»: Τη διαμόρφωση του συναισθηματικού μας χαρακτήρα. Όταν φτάσεις στον πάτο το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να αρχίζεις να σκαρφαλώνεις σιγά σιγά προς τα επάνω, αδιαφορώντας για την ενδεχόμενη πτώση. Απλώς ανεβαίνεις, ακόμη κι αν δεν ξέρεις το πως. Μόλις φτάσεις επάνω και κοιτάξεις θα δεις ότι όλο αυτό το κατάφερες εσύ και κανείς άλλος. Δε σε τράβηξαν, δε σε έσπρωξαν, απλώς σκαρφάλωσες, χωρίς να ξέρεις το πώς, απλά έμαθες από μόνος σου. Όπως ένα μωρό παιδί μαθαίνει να περπατάει. Είναι ένστικτο, δεν είναι μια απλή ανάγκη.

Όταν οι μέρες αρχίζουν να φαντάζουν βασανιστικά ίδιες είναι γιατί πρέπει να επέλθει μια αλλαγή στη ζωή μας, τόσο δυνατή, τόσο που θα μας παρασύρει, χωρίς να προλάβουμε να καταλάβουμε το πώς και το γιατί. Αν αυτή την αλλαγή δεν την κάνουμε εμείς οι ίδιοι, αν εμείς δεν αλλάξουμε το παλιό με κάτι νέο, τότε θα έρθει μόνη της και θα είναι χειρότερο το συναίσθημα του απρόσμενου από το συνειδητό. Οι καταστάσεις τελειώνουν και πάντα καταλαβαίνουμε ότι τελειώσανε, απλώς δεν θέλουμε να το συνειδητοποιήσουμε, δε θέλουμε να το πιστέψουμε, γιατί πονάει, γιατί αυτό το τέλος δεν είναι όπως το είχαμε φανταστεί ή γιατί απλούστατα δεν το είχαμε φανταστεί. Πρέπει να μάθουμε να αλλάζουμε και να προσαρμοζόμαστε στις καταστάσεις, όχι γιατί πρέπει να επιβιώσουμε, αλλά γιατί πρέπει να ζήσουμε τη ζωή όπως είναι, με τα καλά της και με τα άσχημά της, με τα όμορφα και τα στραβά της. Χρειάζονται ρηξικέλευθες αποφάσεις, ακόμα κι αν μας φοβίζουν, ακόμα κι αν όλο αυτό δεν ήταν έτσι όπως το είχαμε φτιάξει στο μυαλό μας. Ποιος είπε ότι τα πράγματα μας έρχονται έτσι όπως τα θέλαμε? Πάντα έρχονται έτσι όπως θέλουν κι εμείς οφείλουμε να φτιάξουμε τη ζωή μας και την τύχη μας, σύμφωνα με αυτά. Αυτό σημαίνει προσαρμογή και δεν είναι συμβιβασμός, είναι μια απλή αποδοχή κάποιας κατάστασης.

Η ώρα είναι τρεις και πέντε το μεσημέρι, οι άνθρωποι γύρω μου βασανίζονται από έρωτες και συναισθήματα, η εξωτερική θερμοκρασία έχει ανέβει στους τριάντα βαθμούς και η εσωτερική συμβαδίζει με ένα δυο βαθμούς διαφορά. Ακούω τη θάλασσα να με φωνάζει και τα κύματα να με καλούν. Τα τζιτζίκια χαίρονται τον ήλιο και το καλοκαίρι φτιάχτηκε για μας, που θέλουμε να ζήσουμε, αλλά φοβόμαστε να πάμε παραπέρα, να προσαρμοστούμε στις επιταγές της ηλικίας και των συναισθημάτων μας. Δε με πειράζει που θα βιώσω μόνος μου αυτές τις μεγάλες αλλαγές που χρόνια περίμενα, με πειράζει που κάποτε είχα την εντύπωση ότι οι αλλαγές αυτές δεν θα έρθουν ποτέ και τώρα που ήρθαν δεν ήξερα τι να τις κάνω και πώς να συμπεριφερθώ. Ο κόσμος μου άλλαξε, βοήθησαν πολλοί σε αυτό, μα δεν έμειναν να δουν αυτές τις υπέροχες αλλαγές. Χαίρομαι που σας γνώρισα παιδιά, χαίρομαι που έζησα όσα έζησα μαζί σας, χαίρομαι που ήρθατε, λυπάμαι που φύγατε, μα όπου κι αν είστε, όπως κι αν ζείτε κοιτάξτε λίγο στο παρελθόν, υπάρχει κάποιος που όχι απλά θα γράφει για σας, αλλά θα γράφει μέσα από εσάς. Με διαμορφώσατε, συμβάλλατε κι εσείς και το μόνο που έχω να σας πω είναι ένα μεγάλο ευχαριστώ. Δεν είχα εμπιστοσύνη στους ανθρώπους παλιά, μα τώρα έμαθα πως και όλοι άνθρωποι είναι και έχουν δικαιώματα, ελπίδες, συναισθήματα, υποχρεώσεις και φοβίες σαν τις δικές μου. Σας ευχαριστώ…

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2009

Sweet dreams…


Θα ξεκινήσουμε μιλώντας για το μυαλό. Αν υποθέσουμε λοιπόν, ότι το μυαλό μας αποτελείται από διάφορους λαβυρίνθους, αν υποθέσουμε ότι είμαστε υποχρεωμένοι να τους εξερευνήσουμε, να τους διασχίσουμε χωρίς να φοβηθούμε τίποτα, τότε πρέπει να βρούμε και το κόλπο να βγούμε από εκεί μέσα γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να χαθούμε μέσα στους δαιδαλώδεις διαδρόμους του. Δεν υπάρχουν κρυφά μονοπάτια, δεν υπάρχει τρόπος να κρυφτούμε ή να προσπεράσουμε κάποιο κομμάτι του. Άπαξ και μπήκες πρέπει να το περπατήσεις, αλλιώς φύγε όσο είσαι ακόμα στην πόρτα, όσο η διέξοδος είναι κοντά σου. Εκεί μέσα δεν υπάρχουν μυστικά και φυσικά δεν υπάρχει τρόπος να αποφύγεις όλα εκείνα που επιμελώς έκρυψες σε εκείνο το λαβύρινθο. Η σκέψη δεν ξεδιαλύνεται μεμιάς, θέλει κόπο, θέλει τρόπο κι ίσως να θέλει και λίγη τύχη. Είναι θέμα timing και αυτό. Δυστυχώς ή ευτυχώς. Έτσι λοιπόν, ας προσπαθήσουμε να κάνουμε μια μικρή βουτιά εκεί μέσα, αν θα πιάσουμε πάτο δεν το ξέρουμε ακόμα, το μόνο που ξέρουμε είναι ότι ο πάτος ίσως και να μην υπάρχει ή ίσως και να μην τον βλέπουμε.

Όταν μπαίνεις σε έναν τέτοιο λαβύρινθο είναι σα να μπαίνεις μέσα σε ένα σπίτι. Πρώτα είναι το δωμάτιο υποδοχής, όπου αντιπροσωπεύεται συνήθως από ένα σαλόνι. Είναι ο χώρος όπου δε μένεις και πολύ, αλλά συνηθίζεις να βάζεις τους επισκέπτες, να κάθεστε όλοι μαζί και να βλέπετε τηλεόραση ή να συζητάτε. Εκεί δεν λες τα απόκρυφα, δεν λες τις κουβέντες που θα έλεγες σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Εκεί είναι σα να φοράς μια μάσκα και να περιφέρεις το προσωπείο σου, να το διαφημίζεις, να το επιδοκιμάζεις και να το εξυψώνεις. Εκεί ακούς ψεύτικα ευχαριστώ, ψεύτικα μπράβο, εκεί λαμβάνεις ψεύτικα φιλιά στα μάγουλα, όπου συνήθως συνοδεύονται από ένα «αχ γλυκιά μου, τι όμορφο που είναι το σαλόνι σου» και το οποίο δε σημαίνει ότι το εννοεί αυτός που το λέει. Απλά το λέει για να το πει. Δε σημαίνει ότι είναι και αλήθεια. Ίσως να σημαίνει και το ακριβώς αντίθετο και να μην εννοεί αυτό που λέει, γιατί απλούστατα κι εσύ δεν εννοείς αυτό που δείχνεις. Είναι η αμοιβαία προσέγγιση της ψευδαίσθησης που μια εικόνα δημιουργεί. Τίποτα αληθινό, τίποτα ουσιαστικό. Απλώς μια τοποθέτηση, απλώς ένας ακόμη τρόπος επικοινωνίας που δεν οδηγεί πουθενά.

Το ακριβώς δίπλα δωμάτιο, το οποίο συνήθως διαχωρίζεται από έναν τοίχο ή από ένα κομμάτι ξύλου που ονομάζεται πάσο -ουδεμία σχέση με το πάσο του πόκερ- είναι η κουζίνα. Ο λόγος που δεν αποτελεί ξεχωριστό δωμάτιο, αλλά φαντάζει ως συνέχεια του σαλονιού είναι γιατί έτσι πρέπει να φαίνεται. Υπάρχει όμως μια βασική διαφορά: η κουζίνα είναι βασικός χώρος για τις λειτουργικές ανάγκες του οργανισμού (όπως και η τουαλέτα, αλλά δε φτάσαμε ακόμα εκεί). Στην κουζίνα προετοιμάζεται η οποιαδήποτε τροφή που θα ενδυναμώσει τον οργανισμό και θα τον κάνει πιο υγιή. Δεν είναι ένα απλό δωμάτιο, αλλά η ουσία του είναι μεταβλητή, αλλάζει δηλαδή από τον τρόπο που εμείς το βλέπουμε. Έτσι λοιπόν, για το μυαλό, η κουζίνα αποτελεί την πνευματική τροφή. Ο κάθε ένας από εμάς διαλέγει τι θα φάει. Αν θέλει να φάει χοιρινές μπριζόλες με τηγανιτές πατάτες ή φιλέ μινιόν με κρασί αναλόγου ποιότητος. Εσύ διαλέγεις τι θα φας και τι θα σερβίρεις και αυτό εξαρτάται από το τι γνώμη έχεις εσύ για το στομάχι σου. Έτσι και το μυαλό, εσύ διαλέγεις τι θα το ταΐσεις. Μπορείς να του δώσεις να φάει Νίτσε ή να του δώσεις την πρωινή έκδοση της εφημερίδας Espresso. Ό,τι κι αν διαλέξεις όμως, μην παραπονεθείς γι αυτό, απλώς δέξου την επιλογή σου ή άλλαξέ την άμεσα. Στο χέρι σου είναι, ακόμα κι αν δεν ξέρεις να μαγειρεύεις.

Και η κουζίνα και το σαλόνι, συνοδεύονται από δύο μικρά μπαλκόνια ή ένα ενιαίο. Τα μπαλκόνια αυτά αντιπροσωπεύουν και το πόσο θέλεις να σε δουν και να σε ακούσουν οι γείτονες. Αν αποφασίσεις να είσαι μέσα στην τρελή χαρά, βγαίνεις χωρίς δεύτερη σκέψη, παίρνεις μαζί σου και μια μπύρα και μιλάς δυνατά, διατυμπανίζοντας τις απόψεις σου σα να χαιρετάς τον κόσμο. Αν πάλι δεις ότι ξεφεύγεις, προτιμάς να μπεις μέσα, κλείνοντας όλα τα παντζούρια και φυλακίζεις φωνές και συμπεριφορές εντός των τεσσάρων τοίχων. Συνήθως τα μπαλκόνια έχουν και γλάστρες με διάφορα φυτά, άμεση συνάρτηση του καλλωπισμού του σαλονιού. Θα βάλεις όλα τα φυτά, θα βάλεις και κάκτους και τριαντάφυλλα και ό,τι άλλο θεωρείς ότι σε εκφράζει. Φαινομενικά πάντα. Αυτά τα μπαλκόνια συνήθως κρύβονται και από μία τέντα, η οποία συνήθως υπάρχει για να προστατεύει τα δωμάτια από την ζέστη, αλλά στην ουσία είναι ένας ακόμη τοίχος αποξένωσης. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο και δυστυχώς τίποτα ουσιαστικότερο. Είναι ένας ακόμη τρόπος να κλειστείς εντός του δικού σου μπαλκονιού.

Φεύγοντας από την κουζίνα συναντάς ένα χολ. Είναι ο πρώτος διάδρομος που οδηγεί στα ενδότερα μονοπάτια, στα δωμάτια που δεν μπαίνει αρκετός κόσμος και τα οποία φροντίζεις να έχουν κλειστές πόρτες. Ο διάδρομος αυτός οδηγεί και παρασύρει τον συγχρόνως εκείνον που τον περπατάει. Μπορεί να θες να πας στο δωμάτιο και να καταλήξεις στην τουαλέτα ή το αντίθετο. Στο διάδρομο αυτό βάζουμε συνήθως πίνακες, το πλήθος των οποίων εξαρτάται από το πόσο μεγάλος είναι ο διάδρομος. Μπορείς να βάλεις δέκα πίνακες ή μπορείς να βάλεις και έναν μοναδικό. Θα ήταν εξίσου όμορφο αν αντί για πίνακες έκανες μια ζωγραφιά, ό,τι σου ερχόταν, ότι έβγαινε από το μυαλό σου. Αρκεί να τον διακοσμήσεις λίγο διαφορετικά απ’ ό,τι θα τον διακοσμούσε κάποιος άλλος. Και αυτό είναι που μας κάνει όλους τόσο διαφορετικούς μεταξύ μας, το γεγονός ότι το μόνο που μας διακρίνει είναι ο διαφορετικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τη ζωή. Καμιά άλλη διαφορά.

Αυτοί οι διάδρομοι καταλήγουν συνήθως σε ένα υπνοδωμάτιο ή σε μια τουαλέτα. Ας πιάσουμε λοιπόν πρώτα την περίπτωση της τουαλέτας. Η τουαλέτα, όσο και αν δεν της φαίνεται, αποτελεί μια έμμεση συνάρτηση της κουζίνας. Ό,τι ο οργανισμός καταναλώνει στην κουζίνα το αποβάλλει στην τουαλέτα. Είναι ένα μικρό καθαρτήριο, ένα διυλιστήριο τροφών και ιδεών συγχρόνως. Γιατί όσα περιοδικά κι αν διαβάσεις εκεί μέσα, όσες ετικέτες μπουκαλιών από σαμπουάν και απορρυπαντικά κι αν αποστηθίσεις, θα βαρεθείς να βλέπεις ποιοι 29 κατασκευαστές πλυντηρίων συνιστούν το Skip, οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, είναι ακριβώς οι ίδιοι που συνιστούν και το Ariel. Έτσι λοιπόν, προτιμάς να περάσεις χαρούμενα την ώρα σου διαβάζοντας Αρκά ξεκαρδιζόμενος στα γέλια ή την εφημερίδα που απέρριψες την ώρα που ήσουν στην κουζίνα ή, ακόμα καλύτερα, να ξαναδιαβάσεις κάποιες αράδες του Νίτσε ή του Καζαντζάκη, τις οποίες λίγο πριν δεν είχες καταλάβει και τόσο καλά. Αν πάλι προτιμήσεις να κάνεις μπάνιο, εκεί καθαρίζεις σώμα και πνεύμα από οποιαδήποτε βρωμιά κόλλησε πάνω σου χωρίς να το καταλάβεις.

Τελευταίο δωμάτιο είναι το υπνοδωμάτιο. Είναι το πιο όμορφο δωμάτιο του σπιτιού, το πιο αληθινό, το δωμάτιο που εκεί μέσα ζει όλος ο κόσμος σου, το δωμάτιο στο οποίο λατρεύεις να υπάρχεις, να περιφέρεσαι, να τεντώνεσαι, να ζεις. Είναι το δικό σου δωμάτιο. Εκεί μέσα κρύβονται απόκρυφες σκέψεις, απόκρυφοι στοχασμοί, θαμμένα συναισθήματα, δάκρυα και γέλια, αγάπη και μίσος. Σε εκείνο το δωμάτιο αφήνεις το σώμα σου, το πνεύμα σου, το είναι σου να υπάρχει χωρίς κανένα φόβο και ενδοιασμό. Δε σε νοιάζει πως θα το πάρει ο άλλος, αρκεί που υπάρχεις εσύ σε εκείνο το δωμάτιο. Αυτό το δωμάτιο το έφτιαξες για σένα, έτσι όπως το φαντάστηκες, το έβαψες όπως ήθελες, το στόλισες, το χρωμάτισες και κάθε τόσο το ανακαινίζεις. Σε εκείνο το δωμάτιο βουλιάζεις σε αγκαλιές ή κουλουριάζεσαι μόνος σου, τεντώνεσαι, χαλαρώνεις διαβάζοντας ένα απλό βιβλίο. Εκείνο το δωμάτιο είναι η ψυχή σου, την οποία κανείς δεν βλέπει όπως εσύ, κανείς δεν θέλει να τη δει, να την αφουγκραστεί. Εκείνο το δωμάτιο σε γεμίζει και σε αδειάζει. Σε εκείνο το δωμάτιο υπάρχεις έτσι όπως είσαι, έτσι όπως θες να είσαι.

Εκείνο το δωμάτιο έχει κι αυτό ένα μπαλκόνι, όπου χρησιμεύει για να κάθεσαι και να κάνεις τσιγάρο τις νύχτες με πανσέληνο ή για να απλώνεις τα ρούχα που νωρίς το απόγευμα έπλυνες. Αυτό το μπαλκόνι δεν αποτελεί και τόσο μεγάλη προέκταση του δωματίου, είναι όμως κι αυτό μια μικρή φωλίτσα, κρύβεσαι εκεί όταν οι γείτονες δεν θες να σε δουν, καπνίζοντας ένα τσιγάρο και πίνοντας έναν τελευταίο καφέ. Είναι το μπαλκόνι της ηρεμίας, της όμορφης σκέψεις και της ευγενούς χαλάρωσης. Είναι το μπαλκόνι που δεν κρύβεσαι, αλλά αφήνεσαι, χωρίς κανείς να σε βλέπει. Το έχεις στολίσει κι αυτό με λουλούδια, έχεις βάλει καναρίνια και καμία τέντα δεν θες να κρύψει τον ήλιο ή το φεγγάρι. Εκεί υπάρχει η γαλήνη που εναγωνίως ψάχνεις. Εκεί γυρίζεις κάθε φορά που το άγχος σου κατακεραυνώνει το μυαλό και τη διάθεση.

Σε μερικά σπίτια υπάρχει ένα ακόμη δωμάτιο, απόκρυφο, σκοτεινό, που μυρίζει υγρασία και που κανένα αρωματικό χώρου δεν μπορεί να το ομορφύνει. Δεν είναι άσχημο δωμάτιο, είναι απλώς ένα δωμάτιο όπου κρύβεις τα πάντα. Δεν είναι σίγουρο ότι το δωμάτιο αυτό υπάρχει πάντα μέσα στο σπίτι, μερικές φορές είναι στην αυλή ή στο υπόγειο της πολυκατοικίας. Σε αυτό το δωμάτιο κρύβεις το παρελθόν, το οποίο επιμελώς φροντίζεις να το αποφεύγεις. Κατεβαίνεις εκεί μόνο όταν χρειαστείς κάτι και μετά κλείνεις καλά την πόρτα και απομακρύνεσαι ανεβαίνοντας δυο δυο τα σκαλιά, χωρίς να καταλαβαίνεις ότι θες να φύγεις μακριά του. Δεν αφήνεις πολλούς να πλησιάσουν και ποτέ δεν ξέρεις γιατί κρατάς ακόμα και τα πιο άχρηστα αντικείμενα. Όποτε κατεβαίνεις εκεί άλλο ψάχνεις να βρεις, άλλο βρίσκεις και τελικά ξεχνάς γιατί κατέβηκες. Το θυμάσαι όμως όταν εντελώς ξαφνικά το βλέπεις μπροστά στα μάτια σου, οπότε το παίρνεις, βγαίνεις κλειδώνοντας καλά την πόρτα και απομακρύνεσαι. Αυτό το δωμάτιο θα το καθαρίσεις ελάχιστες φορές και ποτέ δεν θα πετάξεις εσύ τίποτα. Μόνο οι απόγονοί σου θα φροντίσουν να το καθαρίσουν από ο,τιδήποτε άχρηστο για αυτούς και πάντα απουσία σου. Σ’ αυτή την αποθήκη κρύβεις αυτά για τα οποία φοβάσαι, για τα οποία νιώθεις ένοχος και αποφεύγεις να τα αγγίζεις, γιατί πληγώνεσαι και βλέπεις πόσο βαθιά πλήγωσες κάποιους ανθρώπους. Αυτό το δωμάτιο θα το κατέστρεφες αν μπορούσες, αλλά σου είναι τόσο αναγκαίο όσο και η τουαλέτα, η κουζίνα ή το υπνοδωμάτιο.

Αυτός είναι ο μικρός λαβύρινθος του μυαλού μας. Αυτό είναι το σπίτι μας. Όλα αυτά τα δωμάτια είναι αναπόσπαστα μέρη του εγκεφάλου μας και δεν πρέπει ποτέ να τα καταργήσουμε. Αρκεί να υπάρχουμε σε αυτά και να ξέρουμε πως πρέπει να υπάρχουμε πάντα με τους δικούς μας όρους. Σε αυτά τα δωμάτια ζούμε, σε αυτά τα δωμάτια διαφεντεύουμε τις σκέψεις μας και όλο μας το είναι. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να μην χάνουμε τον εαυτό μας κάθε που αλλάζουμε δωμάτιο και κυρίως να μην αντιμετωπίζουμε το κάθε δωμάτιο με άλλο τρόπο. Όσοι και όποιοι άνθρωποι κι αν βρεθούν σε αυτά τα δωμάτια, το μόνο που πρέπει πάντα να θυμόμαστε είναι ότι μαζί μ’ αυτούς υπάρχουμε κι εμείς κι ότι εμείς τους βάλαμε εκεί μέσα. Με λίγα λόγια, πρέπει πρώτα να σεβαστούμε τον εαυτό μας, τις επιλογές μας, τα δωμάτιά μας, τον κόσμο που του δώσαμε την ευκαιρία να μπει σε αυτά και μετά θα μας σεβαστούν με τον ίδιο τρόπο και όλοι οι άλλοι. Όσους βάζουμε σε αυτά τα δωμάτια δεν πρέπει ποτέ να τους διώξουμε, αρκεί να τους κρατήσουμε μόνο, έτσι όπως τους βάλαμε. Αυτά τα δωμάτια είμαστε εμείς και εμείς είμαστε πολύτιμοι για εμάς κυρίως. Και μερικές φορές και για κάποιους άλλους ανθρώπους που μας αγαπάνε, αλλά για κάποιους λόγους φοβόμαστε να το δούμε και φοβούνται να μας το δείξουν. Το δείχνουν όμως αυτά τα δωμάτια. Καληνύχτα σε κάθε δωμάτιο και όνειρα γλυκά σε όλο το σπίτι!

Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009

Enjoy the silence…


Είναι όμορφο να αγαπάς είτε νιώθεις ότι σε αγαπάνε είτε όχι. Είναι όμορφο να ξαπλώνεις και να κοιτάς τον ουρανό γεμίζοντας τον εαυτό σου με αυτό το συναίσθημα, να κάνεις ένα τσιγάρο τις καλοκαιρινές νύχτες στο μπαλκόνι σου και να σκέφτεσαι αυτούς που αγαπάς. Δεν έχει σημασία αν σε σκέφτονται κι εκείνοι, αρκεί που εσύ τους αγαπάς, αρκεί που εσύ γεμίζεις από εκείνο το συναίσθημα και το κλείνεις μέσα σου. Σαφέστατα θα ήταν καλύτερο το «αντικείμενο» του πόθου σου να ήταν δίπλα σου εκείνη τη στιγμή, αλλά εφόσον στο αρνείται είναι σχεδόν εξίσου όμορφο να τη σκέφτεσαι. Χωρίς συγκεκριμένες προεκτάσεις, χωρίς συγκεκριμένες συζητήσεις, σου αρκεί που εσύ κλείνεις τα μάτια και την σκέφτεσαι, ακόμα κι αν ιδρώνει σε άλλα σεντόνια. Η σκέψη σου, οι λέξεις σου και οι τελευταίες ρουφηξιές των τσιγάρων σου είναι αφιερωμένες σε εκείνη. Και δεν είναι τυχαίες αυτές οι τζούρες. Είναι οι πιο απολαυστικές. Είναι εκείνες οι στιγμές που θα ήθελες να ήσουν σκηνοθέτης και να αποτυπώσεις τη στιγμή σε ένα πλάνο που είναι τόσο καθημερινό, αλλά εξίσου ιδιαίτερο και απολαυστικό.

Είναι σκοτάδι, γύρω στις έντεκα τη νύχτα, κάθεσαι στο μπαλκόνι του νέου σου σπιτιού και βλέπεις αυτοκίνητα και ανθρώπους να πηγαινοέρχονται. Το δεξί σου πόδι είναι σχεδόν σφηνωμένο στο κάγκελο, εσύ γέρνεις προς τα εμπρός και παρατηρείς καπνίζοντας. Δε χρειάζεται να μιλήσεις, αρκεί που κοιτάζεις. Είναι σα να γεμίζεις ενέργεια, σα να σου μεταδίδει η πόλη την ενέργειά της και την απολαμβάνεις με μικρές δόσεις νικοτίνης. Το κεφάλι σου είναι καθαρό, ήρεμο, οι σκέψεις λες και έχουν απομακρυνθεί, χωρίς να ξέρεις το γιατί. Δε σε νοιάζει και να μάθεις όμως, αρκεί που έφυγαν, που χάθηκαν. Σημαδεύεις ανθρώπους και τους κοιτάς να χάνονται, τινάζεις την στάχτη στον αέρα και πίνεις την μπύρα από το μπουκάλι. Το τσιγάρο σου μικραίνει καθώς οι άνθρωποι χάνονται στο βάθος και το μυαλό σου παραμένει καθαρό. Εκεί είναι που τρυπώνει και μια σκέψη που τη στιγμή εκείνη δεν θες να διώξεις. Την αφήνεις να στρογγυλοκαθίσει και την κερνάς τσιγάρο. Σε ειρωνεύεται λέγοντάς σου ότι οι σκέψεις δεν καπνίζουν, απλά σε κάνουν να καπνίσεις για να τρυπώσουν εκεί που δεν το καταλαβαίνεις. Δε μιλάς, την αφήνεις να υπάρχει και της δίνεις καρέκλα να κάτσει. Αρνείται ευγενικά και κάθεται όρθια δίπλα σου. Το τσιγάρο έχει φτάσει στο τέλος του, το φιλτράκι είναι έτοιμο να καεί και τα δάχτυλά σου καίγονται στην προσπάθειά σου να το κρατήσεις λίγο ακόμα στο χέρι σου, μην τυχόν και φύγει η σκέψη. Το κοιτάζεις, τραβάς μια τελευταία τζούρα και το πετάς στο πεζοδρόμιο ενώ πας στο σαλόνι να φέρεις ένα ακόμα τσιγάρο.

Δεν είσαι λυπημένος που το έσβησες, δεν είσαι στενοχωρημένος που η σκέψη έχει καθίσει εκεί και σε κοιτάζει. Ίσα ίσα που θες να της πιάσεις κουβέντα, να αρχίσεις να της μιλάς σα να έχετε καιρό να τα πείτε. Τη ρωτάς πως πάει η δουλειά, αν είναι όλα καλά στο γραφείο, αν βαφτίστηκε η μικρή και τι όνομα αποφασίσανε να της δώσουν, τη ρωτάς πως είναι η υγεία της, αν έχει ακόμα αυτές τις ψυχολογικές διακυμάνσεις. Δε σου απαντάει, απλώς σε κοιτάζει, σε χαζεύει και είναι διατεθειμένη να σε ακολουθήσει αν της πεις να μπείτε μέσα και να δείτε ταινία. Δεν της το λες, δε θες να δεις ταινία με μια σκέψη, θες να δεις ταινία με έναν άνθρωπο, έναν συγκεκριμένο άνθρωπο, να σχολιάζετε ο,τιδήποτε αστείο ή παράξενο. Ανάβεις δεύτερο τσιγάρο για να την κρατήσεις λίγο ακόμα στο μπαλκόνι σου. Κλείνεις τα μάτια καθώς καπνίζεις και αφήνεις την μπύρα και τον καπνό να σε ζαλίσουν. Ω, ναι, είναι υπέροχο να αγαπάς κάποιον, είναι πανέμορφο να αγαπάς. Γιατί όταν αγαπάς δε σε νοιάζει αν ο άλλος είναι δίπλα σου, σε νοιάζει το γεγονός ότι αγαπάς, ότι ο άλλος είναι κομμάτι σου, δε σου ανήκει, αλλά έχει κάτι από σένα, κάτι που ασυναίσθητα του έδωσες και ευλαβικά το δέχτηκε. Δεν ετοιμάζεις φαΐ για δύο, δεν φτιάχνεις δυο καφέδες το πρωί, μα κάθε φορά που χαλαρώνεις και τη σκέφτεσαι είσαι χαρούμενος, νιώθεις την αγάπη μέσα σου. Δε σε νοιάζει αν είναι δική σου, σε νοιάζει μόνο που τη νιώθεις, που τη βιώνεις, που την αισθάνεσαι να σε πλημμυρίζει και να σε κάνει να μεθάς, πιο πολύ απ’ ό,τι ένα μπουκάλι North.

Την κοιτάζεις και δεν της μιλάς. Χαίρεσαι που δεν ήρθε μόνη της, χαίρεσαι που έπρεπε να την καλέσεις για να έρθει. Χαίρεσαι που βρήκες για άλλη μια φορά το θάρρος να την σκεφτείς. Χαίρεσαι που μέρα με τη μέρα διαπιστώνεις πως είναι υπέροχο να αγαπάς, να νιώθεις, να γεμίζεις με το συναίσθημά σου, να γεμίζεις με την αξία του. Δεν αναπολείς τα παλιά, δεν κοιτάζεις το παρελθόν έντρομος με τον φόβο ότι θα χαθεί, δεν προσπαθείς να πας μπροστά κοιτάζοντας πίσω. Ζεις μόνο το παρόν, το τώρα, τις στιγμές στο μπαλκόνι που η σκέψη κι εσύ κάθεστε δίπλα δίπλα, μιλάτε, ακούτε ο ένας τον άλλο και το ομορφότερο όλων, είναι ότι το στόμα δεν χρειάζεται να ανοιγοκλείσει, αρκεί που κοιτάζεστε, που τα χέρια του ενός προσπαθούνε να αγγίξουν τα χέρια του άλλου. Είστε έτοιμοι να ξεστομίσετε αυτό το ανατριχιαστικά επικίνδυνο για εσάς «σ’ αγαπάω» και να σκοτώσετε ό,τι μέχρι τώρα γεννιόταν. Μα κάποια μικρή σκέψη σας αφήνει να μείνετε εκεί και να κοιτάζεστε χωρίς κανείς να προσπαθεί να πει τίποτα.

Ξάφνου χτυπάει η πόρτα, καταριέσαι τη στιγμή που κάποιος γείτονας ξέμεινε από ζάχαρη και δεν θες να πας να ανοίξεις, θες να μείνεις εκεί, να κοιτάξεις τα μάτια της και να μην πεις λέξη, απλά να κερδίσεις χρόνο με τη σκέψη, να μείνει λίγο παραπάνω μαζί σου. Το κουδούνι χτυπάει για άλλη μια φορά, λίγο πιο επίμονα τώρα. Κοιτάζεις την πόρτα, πας και ανοίγεις και μένεις έκθαμβος. Δεν είναι η σκέψη, είναι το πρόσωπο που έφερνε η σκέψη. Την κοιτάζεις σα χαζός, δεν μπορείς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της και το χέρι σου έχει μείνει να κρατάει την πόρτα ανοιχτή. Δε μιλάς, δε λες λέξη, απλώς κοιτάζεις. Σου χαμογελάει και σε ρωτάει αν μπορεί να περάσει σκύβοντας το κεφάλι λίγο προς τα αριστερά, έτσι όπως μόνο εκείνη ξέρει να το κάνει, ενώ το πρόσωπό της γεμίζει από τη λάμψη των ματιών της και του χαμόγελού της.

ΕΣΥ: Πως κι από εδώ?

ΕΚΕΙΝΗ: Ήρθα να μείνω…

Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2009

What else is there?


Για άλλη μια φορά μένω κλειδωμένος στο σπίτι μου, αγγίζω το πληκτρολόγιο σα να είναι η τελευταία μου ερωμένη και προσπαθώ να σε φανταστώ, προσπαθώ να έρθω δίπλα σου έστω με τη σκέψη μου, να πλησιάσω την άκρη του μυαλού σου. Φοβήθηκα να αφεθώ σε σένα, όπως φοβήθηκες κι εσύ να αφεθείς σε μένα. Και τελικά τι καταφέραμε? Εσύ αλλού, εγώ εδώ και κανείς δίπλα στον άλλο. Τώρα πια δεν υπάρχουν κοινοί γνωστοί να μας φέρουν πιο κοντά, τώρα πια δεν υπάρχει τόπος να συναντηθούμε δήθεν τυχαία και τις σκέψεις μου δεν θα θες να τις διαβάσεις. Έτσι λοιπόν ξαπλώνω τις νύχτες, κλείνω τα μάτια και σε ονειρεύομαι. Αγγίζω το μαξιλάρι και νιώθω ότι αγγίζω τα μαλλιά σου, τα χαϊδεύω, βουλιάζω στις σκέψεις μου και αφήνω τις τόσες μου ανασφάλειες να τρυπώσουν στο μυαλό μου. Αφήνω τις λέξεις να έρθουν δίπλα σου, μήπως και παρ’ ελπίδα σε νιώσω λιγάκι. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω πια. Ξέρω μόνο πως θέλω να ονειρεύομαι μαζί σου, να ονειρεύομαι δίπλα σου, να κάνουμε αυτές τις ίδιες σκέψεις και να λέμε τα ίδια λόγια που λέγαμε κάποτε. Να ακούμε ένα τραγούδι και να ρίχνουμε τις ίδιες ατάκες.

Έχασα τον εαυτό μου, όχι τη μέρα που σε γνώρισα, αλλά τη μέρα που έφυγες. Έχασα τα μονοπάτια που βάδιζα και τώρα ψάχνω απεγνωσμένα να τα βρω. Δεν ξέρω που είμαι, ποιος είμαι, τι θέλω, που πάω, γιατί πάω προς τα εκεί. Δεν ξέρω πώς να αντιμετωπίσω τις σκέψεις εκείνες που τρυπώνουν στο μυαλό μου σαν στιχάκια, δεν ξέρω πώς να περπατήσω λίγο παραπέρα. Δεν ξέρω ποια λέξη να χρησιμοποιήσω για να σου πω πόσο μου λείπεις. Δεν ξέρω τι θέλω να κάνω τώρα πια. Ξέρω μόνο ότι σε έχασα οριστικά και ξέρω ακόμα καλύτερα ότι όσο θα σε αναζητάω τόσο μακριά μου θα φεύγεις. Ξέρω πως κάθε μήνυμά μου σε σένα θα είναι και άλλο ένα χιλιόμετρο μακριά σου. Τα λόγια που μας έκαναν να έρθουμε ο ένας δίπλα στον άλλο, μας έκαναν να φύγουμε τόσο μακριά. Και δεν φταις εσύ, αλλά εγώ, γιατί δεν σεβάστηκα ούτε μία φορά το δικό σου θέλω.

Για άλλη μια φορά βλέπω ότι δεν υπάρχει Θεός. Για άλλη μια φορά το νιώθω τόσο δυνατά μέσα μου. Κι ας άναψα τόσα κεράκια για να σε φέρει δίπλα μου. Κάθε φορά που επιστρέφω σε Εκείνον χάνω εσένα. Τι να προτιμήσω λοιπόν? Τον άνθρωπο που λατρεύω ή το Θεό που ποτέ μου δεν πίστεψα, απλά έτρεχα σε Εκείνον μήπως και τελικά με ακούσει? Μου λείπεις. Μου λείπουν οι λέξεις σου, οι σκέψεις σου, τα χέρια σου, μου λείπουν τα λόγια που μου έλεγες τις ώρες που έτρεμα μη σε χάσω και το μήνυμα της επόμενης μέρας που ήταν γεμάτο επιστροφή και ανυπομονησία. Να βρεθούμε για λίγο, να αγγίξουμε ο ένας τον άλλο για λίγο, να νιώσουμε τις στιγμές που δεν ζήσαμε για λίγο. Δεν με άφησα να αφεθώ, δεν σε άφησες να γίνεις ένα με μένα και βουλιάξαμε πιο κάτω, πιο βαθιά. Πήγαμε εκεί όπου κανείς άλλος δεν θέλησε, δεν τόλμησε και δεν μπόρεσε ποτέ του να πάει. Και ξαφνικά, χαθήκαμε στο τουνελ εκείνο. Κάποιος από τους δυο μας πήρε άλλο δρόμο, ίσως και οι δύο. Και τώρα περιφερόμαστε. Εσύ δεν ξέρω τι ψάχνεις, τι θες να βρεις, δεν μπορώ να σε ακούσω πια, απομακρύνθηκα πολύ από σένα. Εγώ ξέρω μόνο τι έχασα, τι θέλω να πάρω πίσω, τι μου λείπει και κατάφερα να απομακρυνθώ κι εγώ από μένα.

Με παίρνουν παραμάζωμα οι σκέψεις. Με αφήνουν να βουλιάξω σιγά σιγά και μετά ορμάνε καταπάνω μου και με καταρρακώνουν. Με κάνουν να συμπεριφέρομαι ασυναίσθητα, να κάνω πράγματα που φοβάμαι, που δεν τα νιώθω, απλά για να αποφύγω τον εαυτό μου, απλά για να πω ότι με ξέρω έτσι όπως οι άλλοι δεν με είδαν ποτέ. Και τελικά, μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα, συνειδητοποιώ ότι δεν με ξέρω καθόλου κι ότι ο υπόλοιπος κόσμος με ξέρει καλύτερα από μένα. Φοβάμαι να ανακαλύψω τον εαυτό μου, γιατί φοβάμαι να δω αυτά που θέλω, γιατί φοβάμαι να νιώσω αυτά που νιώθω. Προτιμώ να βουλιάξω σε μια παγωμένη θάλασσα ή να περπατήσω σε αναμμένα κάρβουνα, παρά να διαβώ έναν δρόμο ήρεμο ή να κολυμπήσω σε γαλανά νερά. Δεν είναι μόνο ο φόβος, δεν είναι μόνο ο τρόμος, είναι κι αυτός ο εγωισμός που με κάνει να σέρνομαι αντί να σκαρφαλώνω, με κάνει να περπατώ χωρίς καμία ελπίδα, αντί να γελάω.

Μιλάω μόνος μου και δεν με ακούω, δεν αφήνω κανένα να με ακούσει, δεν αφήνω κανένα να με δει. Λέω αυτά που θέλουν οι άλλοι να ακούσουν κι όχι αυτά που εγώ θέλω να πω. Δεν είμαι εγώ, δεν ξέρω ποιος είμαι. Προτιμώ να γράφω τις σκέψεις μου και να τις δείχνω σε χιλιάδες αγνώστους, παρά να τις λέω στους ανθρώπους που έχω δίπλα μου. Φοβάμαι μήπως εκείνοι τις εκμεταλλευτούν, φοβάμαι μήπως τις δουν και τις κρατήσουν για τον εαυτό τους, φοβάμαι μήπως κάποιος κλέψει τα συναισθήματά μου και τα πουλήσει για δικά του. Έχω τόσες ιδέες, τόσες σκέψεις, τόσα όνειρα, τόσες παρορμήσεις και τελικά δεν έχω καμία απολύτως δύναμη να τα ακολουθήσω. Δεν φταίνε οι άλλοι, δεν έφταιξαν ποτέ τους, μόνο εγώ φταίω, εγώ και αυτές οι γαμημένες ανασφάλειες, αυτές οι τρελές φοβίες, αυτά τα τρελά σενάρια και οι ανυπόμονες υποθέσεις που δεν τρυπώνουν μόνες τους στο μυαλό μου, αλλά επιτίθενται σαν στρατός που θέλει να μπει μέσα και να τα πάρει όλα. Δεν είμαι εγώ, δεν ξέρω ποιος είμαι.

Δεν ξέρω ποιος μιλάει. Δεν ξέρω ποιος λέει τούτα τα λόγια, δεν ξέρω ποιος επιτίθεται στον εαυτό μου τόσο άνανδρα, τόσο βάναυσα. Ξέρω όμως πως αν πολεμήσω θα την κερδίσω τη μάχη, αλλά βαριέμαι τόσο που κάθομαι στο θρόνο μου και απολαμβάνω την ήττα μου. Το μόνο που θα κάνω μετά, θα είναι να θρηνήσω γι αυτή, να γράψω ύμνους, να την τραγουδήσω και να κλάψω κρυφά, σε μια γωνιά, μόνος μου. Ίσως μετά από καιρό να αφήσω ένα δυο ανθρώπους να με βλέπουν να κλαίω κι έτσι να τους φέρω πιο κοντά μου. Να πουλήσω το παραμύθι μου και τον δήθεν θρήνο μου ακριβά σε κάποιον χονδρέμπορο ιστοριών και να με δουν οι άλλοι σαν έναν άνθρωπο που δεν θέλει να ζει, που φοβάται να ζει. Θα βγάλω τα απωθημένα μου πάνω στους άλλους, θα τους πείσω για την πραγματικότητα, θα δουν αυτό που εγώ θέλω να δουν και θα πορευθώ στη ζωή τους σαν αναμαλλιασμένος ταξιδευτής.

Ξέρω πως αν θέλω μπορώ να κρυφτώ από όλους. Να μην δείξω ποιος και τι είμαι, μα δεν μπορώ να κρυφτώ από μένα. Θα με κυνηγάει ο εαυτός μου, θα με κυνηγούν οι τύψεις, θα με κυνηγούν οι λέξεις και δεν θα ζήσω τίποτα όμορφο, απλώς θα ζω μέσα από τους άλλους. Θα κάτσω στη γωνιά μου και θα παρατηρώ τον κόσμο να περνάει, να έρχεται και να φεύγει κι εγώ θα ζω τη ζωή τους. Σα να λέω στους άλλους «ζήστε εσείς, δώστε μου χαρά από τη χαρά σας κι αν εγώ το θελήσω θα ζήσω μια μικρή στιγμή μαζί σας κι αν μετά βαρεθώ πάλι θα φύγω από τη ζωή σας». Επισκέπτης κι εκεί. Επισκέπτης στις χαρές και στις λύπες, επισκέπτης στα όνειρα και στις φιλοδοξίες. Επισκέπτης στα θέλω και στα πρέπει. Επισκέπτης, μα ποτέ φιλοξενούμενος και φυσικά ποτέ οικοδεσπότης.

Μπερδεμένες λέξεις, μπερδεμένες σκέψεις, μπερδεμένα όνειρα, μπερδεμένα θέλω, μπερδεμένα όλα. Μπερδεμένο μυαλό. Χάνομαι και αντί να με βρω αφήνομαι να χαθώ πιο πολύ, πιο βαθιά. Μπερδεύω το όνειρο, μπερδεύω τη ζωή. Θέλω να δείχνω εκείνος που τόσα ξέρει και τίποτα δεν λέει. Μπερδεύω τα πάντα και μένω εδώ, στον πιο εικονικό κόσμο. Παρασύρομαι από τις ιδέες των άλλων. Παρασύρομαι και βουλιάζω σε κόσμους που δεν λυτρώνουν, αλλά που φυλακίζουν. Τόσο μπερδεμένος που ξεκίνησα να μιλάω για σένα και κατέληξα πάλι να λέω για μένα. Τόσο μπερδεμένος που το νόημα παραμένει ανύπαρκτο. Τόσο μπερδεμένος που δεν ξέρω ποιος είμαι, που πάω και τι σκατά θέλω. Το μόνο που ξέρω αυτή τη στιγμή, το μόνο που νιώθω τώρα, το μόνο που το μυαλό μου αφήνει να έρθει στην επιφάνεια είσαι εσύ. Και μόνο έτσι ξέρω ότι θέλω εσένα. Ή μήπως τελικά το μυαλό μου σε ανασύρει για να μην δει αυτό που πραγματικά βρίσκεται από πίσω? Κι αν είναι έτσι, τι σκατά βρίσκεται από πίσω?

Κυριακή, 11 Ιανουαρίου 2009

Everloving...


Το να έχεις μείνει μόνος στο σπίτι είναι καθ’ όλα εποικοδομητικό. Ειδικά αν έχεις μείνει κι άφραγκος. Βάλε μέσα και το γεγονός ότι είναι τριήμερο κι όλοι σου οι φίλοι την έχουν αράξει σε κάποια παραλία. Πρόσθεσε και λίγο ότι ψάχνεις τα συρτάρια και τα μπουφάν μήπως και βρεις κανένα ξεχασμένο πεντάευρω και καταφέρεις να παραγγείλεις τίποτα για φαΐ. Ποιο είναι το συμπέρασμα? Ότι τριγυρνάς στο σπίτι, ψαχουλεύεις τσέπες από παντελόνια, πορτοφόλια, κατεβάζεις τα χειμωνιάτικα μήπως και βρεις κανένα ευρώ σε κάποιο μπουφάν. Τέσπα, το θέμα μας είναι άλλο. Μπορεί να ξεκίνησα από το τι θα φάω σήμερα, κατέληξα αλλού όμως. Ψάχνοντας λοιπόν, βρήκα έναν φάκελο δικό μου, με διάφορα ποιήματα που μου αρέσουν και το κουφό δεν είναι ότι τον βρήκα στο συρτάρι μου, αλλά στο συρτάρι της μάνας μου, λες κι ήθελε να κρατήσει τις αναμνήσεις μου φυλαγμένες, να τις βρω όταν θα είμαι πάλι έτοιμος να νιώσω τα λόγια σου. Κοιτάζοντας τον φάκελο ανακάλυψα και κάποια δικά σου κείμενα, τότε που είχα γενέθλια. Νομίζω ότι ανακάλυψα πάλι εσένα. Κι είπα να στο πω.

Βρήκα τα κείμενά σου, τότε που είχαμε χωρίσει και δεν μιλούσαμε, ξέρεις, την πρώτη φορά, τότε που ήξερες μέσα σου ότι θα ξαναβρεθούμε από κοντά, ότι θα ξαναείμαστε μαζί, τότε που ένιωθες ότι εμείς οι δύο δεν τελειώσαμε. Και τελικά, τώρα πια, συνειδητοποιώ ότι εσύ κι εγώ δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Όχι γιατί θα είμαστε συνέχεια ερωτευμένοι ο ένας με τον άλλο, αλλά γιατί πάντα, ό,τι κι αν γίνει, όπου και αν πάμε, όπως και αν είμαστε, όποιους κι αν κυνηγάμε ή μας κυνηγάει, θα τρέχουμε ο ένας στον άλλο, θα γυρίζουμε με ένα τηλέφωνο στις τέσσερις το πρωί ή με ένα μήνυμα στις έξι και μισή τα ξημερώματα ή έστω με μια μόνο σκέψη. Κι όσο κι αν το ψάχνω αλλού, πάντα σε σένα θα το βρίσκω. Όχι, δε σε ερωτεύτηκα και πάλι, αλλά δεν ξέρω, ίσως ο ανάδρομος Ερμής να με έκανε να σε νιώσω, έστω και καθυστερημένα. Έστω και τώρα.

Διαβάζω λοιπόν τα κείμενά σου, κολλάω στα μακεδονίτικα «αφού» σου, που αγωνιούν να μπουν στο τέλος της πρότασης κι ας τα προστάζει η γραμματική να πάρουν τη σωστή τους θέση. Βλέπω τις συμβουλές σου, «να οδηγάς προσεκτικά, να ‘χεις πάντα μαζί σου ένα μπουφάν και τα γυαλιά ηλίου σου, δεν ξέρεις πότε θα κάνει κρύο, δεν ξέρεις πότε θα βγάλει ήλιο, να είσαι έτοιμος για όλα». Και στο τέλος μια καληνύχτα, σαν αυτή που μου έλεγε το φεγγάρι. Αντί ενός ξερού αντίο. Χρησιμοποιούσες στιχάκια, ατάκες που έκλεβα από ταινίες, γιατί εγώ αισθανόμουν μικρός να δημιουργήσω δικές μου. Σαν τις δικές σου ατάκες που έκλεβα, σαν τις προτάσεις σου που δήθεν δανειζόμουν. Είναι κι αυτά τα τέσσερα κοριτσάκια που με πάνε πίσω. Είναι κι αυτό το τραγουδάκι που με γυρνάει δυο χρόνια πριν. Λες και δεν θέλω να ξεκινήσω κάτι νέο, λες και φοβάμαι τα ξεκινήματα, λες και πρέπει σώνει και καλά να συνεχίσω κάτι που ίσως και να έχει τελειώσει.

Ξέρω τι είναι όλο ετούτο. Είναι η αγάπη που μου έμαθες να δίνω, εκείνη που απλόχερα μου χάριζες. Αχ, μου έκανες μεγάλο κακό. Με έμαθες να αγαπάω, ενώ εγώ είχα μάθει να κλείνομαι, να μισώ, να μη νιώθω. Κι όταν με έμαθες, με άφησες να φύγω, να κάνω ό,τι θέλω, να πάω όπου θέλω, να μην επιστρέψω, να μην ξαναγυρίσω. Μα πάντα κάτι γινόταν κι εγώ επέστρεφα σε σένα, λες και σε αναζητούσα. Δεν ξέρω τι με ωθεί να σε σκέφτομαι έτσι. Ίσως οι σκέψεις μιας κοπέλας, που κατάφερα να τις νιώσω δυόμιση χρόνια μετά. Μερικές φορές νομίζω ότι είμαι καταδικασμένος να μη νιώθω τους άλλους. Άλλες πάλι νομίζω ότι είμαι καταδικασμένος να μη με νιώθει κανείς.

Σήμερα, που δεν είναι νύχτα, που η θερμοκρασία αγγίζει τους 32 βαθμούς Κελσίου, σήμερα που δε νιώθω τόσο μόνος όσο θέλω να νομίζω ή να είμαι, σήμερα που προσπαθώ απεγνωσμένα να υπομείνω το ό,τι και το κάτι, σε νιώθω τόσο δίπλα μου και τόσο κοντά μου. Και ας μην είμαι ερωτευμένος μαζί σου κι ας μη σε αναζητώ επειδή το θέλω. Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω, νομίζω πως όσα ήθελα να πω στα είπα. Το σίγουρο είναι πως μ’ αυτά και μ’ αυτά ξέχασα ότι πεινάω.

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

You can run, but you cannot hide...


Το μυαλό είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου. Κι όσο πιο έξυπνοι είναι μερικοί άνθρωποι τόσο πιο κοντά βρίσκονται στην παράνοια. Θέλει δύναμη και γερές αντοχές ώστε να μην περάσεις στην άλλη πλευρά, στη σκοτεινή πλευρά. Και δυστυχώς, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι δυνατοί. Τουλάχιστον όχι όσο νομίζουμε. Απόψε το μυαλό μου γέμισε πάλι αναμνήσεις. Βρήκαν την Κερκόπορτα και μπήκαν μέσα, επιθετικά, προσπαθούν να λεηλατήσουν. Μα δεν ξέρουν ότι εγώ τώρα πια βρήκα τον τρόπο να τις υπομείνω. Και λέω να τις υπομείνω, γιατί την ανάμνηση δεν μπορείς να την πολεμήσεις, δεν μπορείς να την κάνεις να την καταλαγιάσεις, θα σε λεηλατήσει, θα σου αρπάξει όλα τα τιμαλφή, θα σε αφήσει γυμνό στην Αλεξάνδρας κι εσύ θα ψάχνεις τρόπο να κρυφτείς. Όμως όσο θα προσπαθείς να καλυφτείς τόσο πιο φανερός θα γίνεσαι. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να υπομένεις, να αντέχεις, μέρα και νύχτα, κάθε ώρα που περνάει. Έτσι κι απόψε λοιπόν, το μυαλό μου γέμισε από σένα. Το όνομά σου ουρλιάζει μέσα μου κι όσο καιρό προσπαθούσα να σε θάψω τόσο έβγαινες στην επιφάνεια να μου θυμίζεις ότι μπορώ απ’ όλους να ξεφύγω, αλλά όχι από τον εαυτό μου. Έτσι λοιπόν απόψε θα σου μιλήσω με τον δικό μου τρόπο κι αν με ακούσεις, αν με νιώσεις, αν τελικά με ονειρευτείς, τότε ίσως αυτό να σημαίνει ότι μίλησα δυνατά, ότι είπα αλήθειες, ότι σε φώναξα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου.

Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα, τότε που επέστρεψες από το Πήλιο. Είχες πιει, είχες σχεδόν μεθύσει και δεν έβλεπες ότι σου φώναζα απεγνωσμένα πόσο πολύ θέλω να υπάρχεις στη ζωή μου. Μα κι εγώ, δεν σε άκουγα όταν μου έλεγες πόσο με αγαπάς. Υπήρξαμε κι οι δυο κουφοί. Και οι δύο αρκεστήκαμε στην πρώτη εντύπωση και στα «νομίσματα» που απλόχερα μοιράσαμε ο ένας στον άλλο. Δεν είδαμε την πραγματικότητα, αλλά τους φόβους μας, δεν είδαμε την αλήθεια, αλλά εκείνα που νομίσαμε ότι θέλουμε να είναι αλήθεια. Δεν πιστέψαμε τις λέξεις που ξεστομίζαμε μέσα στη γαλήνη και στην ηρεμία μας, πιστέψαμε τις λέξεις που τα νεύρα και τα ξεσπάσματα έβαλαν στα χείλη μας. Και δολοφονήσαμε ο ένας τον άλλο, αυτοκτονήσαμε, πεθάναμε δίπλα δίπλα και δεν το καταλάβαμε. Αντί να κάνουμε τη σιωπή σύμμαχό μας, την κάναμε εχθρό, την έκανα εχθρό. Κι έτσι χαθήκαμε, το ίδιο ξαφνικά όπως μπήκαμε ο ένας στη ζωή του άλλου. Υπήρξαμε μια γροθιά και δεν μείναμε ενωμένοι, αλλά τη στρέψαμε στον εαυτό μας. Αφήσαμε την ενέργεια να μας κατασπαράξει. Δεν δείξαμε στους άλλους πως είναι α αγαπάς, αλλά τους αφήσαμε να μας μάθουν πως είναι να μισείς, να σιχαίνεσαι, να φοβάσαι, να μην ζεις, αλλά απλώς να υπάρχεις. Ξέφυγα πάλι, συγγνώμη…

Θυμάμαι λοιπόν, εκείνη τη νύχτα, που κοιμόσουν στην αγκαλιά μου και είχες έναν απεριόριστο φόβο μην τυχόν και με χάσεις, μήπως σε ξεχάσω, μήπως τα λόγια μου βρουν άλλον αποδέκτη. Παραμιλούσες στον ύπνο σου κι εγώ νόμιζα ότι το ποτό μιλούσε, νόμιζα πως αντί για σένα μιλούσε το μεθύσι σου. Τι μικρός που υπήρξα! Είχα ξεχάσει πως το μεθύσι σε έκανε να πεις αλήθειες. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι ότι το είχα ξεχάσει, ίσως να είναι πως δεν ήθελα να το πιστέψω. Κι έτσι φοβήθηκα να σε πιστέψω. Εκείνο το βράδυ λοιπόν, σε κρατούσα αγκαλιά και θυμάμαι πόσο πολύ το ζητούσες, πόσο πολύ το ήθελες. Δεν σε φίλησα όσο κι αν το ήθελα, δεν σε άγγιξα σεξουαλικά ούτε καν ερωτικά. Απλώς σε γέμιζα με όση αγάπη είχα μέσα μου για σένα. Κι ας άδειαζα… Δε φοβήθηκα μην μείνω κενός, ίσα ίσα, που νόμιζα πως θα γεμίσει όλο μου το είναι από σένα. Κι ας μιλούσε το αλκοόλ κι ας φοβόμουν να σε ακούσω κι ας μην ήθελα να σε πιστέψω. Κι έτσι μας πήρε ο ύπνος, αγκαλιασμένους με εσένα να παραμιλάς κι εμένα να σε ακούω, να θαυμάζω τα λόγια και τις λέξεις που χρησιμοποιούσες, να τα νιώθω μέσα μου, όχι σαν σουβλιές, αλλά σαν το ομορφότερο άγγιγμα του ανθρώπου.

Κι ήρθε το επόμενο πρωί, ξημέρωσε Κυριακή και ξυπνήσαμε μαζί, έτσι όπως είχαμε κοιμηθεί, αγκαλιασμένοι και πάλι, κουρνιασμένοι ο ένας μέσα στον άλλο. Ακόμα σαν τώρα θυμάμαι που σου έφτιαξα καφέ στη ροζ κούπα, εγώ έβαλα στη μπλε και καθίσαμε μαζί στην κουζίνα. Δεν μιλούσε κανείς, απλώς κοιταζόμασταν και καπνίζαμε που και που. Χανόμασταν στον καπνό και στη μυρωδιά του καφέ. Κι εκείνη τη στιγμή ήταν που ένιωσα που δεν είμαστε δύο, αλλά ένας. Δεν χαθήκαμε όταν γεννηθήκαμε, αλλά γεννηθήκαμε για να βρεθούμε. Κι έβλεπα στα μάτια σου, έβλεπα σε εκείνο το υπέροχο και πελώριο βλέμμα σου πως κι εσύ το ένιωθες. Δεν το έλεγες, δεν το είπες, μα βαθιά μέσα σου το ένιωθες. Κι ήταν υπέροχο το πώς καθρεφτιζόταν στα μάτια σου. Λες και έβλεπα όχι την προηγούμενη, αλλά την επόμενη ζωή μας. Δεν έβλεπα όσα ζήσαμε, αλλά αυτά που θα ζήσουμε. Μικρός προφήτης έγινα και δεν το κατάλαβα. Παρά μόνο απόψε, που οι σκέψεις μου σε κάνουν να τριγυρίζεις στο δωμάτιο, στην κουζίνα, στο σαλόνι, στο μπαλκόνι.

Θυμάσαι? Μετά βγήκαμε στο μπαλκόνι. Εγώ φορούσα μια βερμούδα, εσύ σχεδόν γυμνή, μόνο το εσώρουχο σου και μια δική μου μπλούζα, που έκανα καιρό να πλύνω για να σε μυρίζω, να έχω το άρωμά σου, να σε αισθάνομαι πάλι δίπλα μου, ακόμα κι όταν θα λείπεις. Θυμάμαι καλά τη σιωπή μας, σε φίλησα, σε φιλούσα για ώρα. Αισθανόμουν τη γλώσσα σου να γεμίζει το στόμα μου, ένιωθα τα χείλη σου στα δικά μου. Χάιδεψα το πόδι σου και ενοχλήθηκες. Μου ζήτησες να σταματήσω γιατί αισθανόσουν άσχημα, είχε ήδη αρχίσει να τσιμπάει το πόδι σου και αισθανόσουν άβολα. Σου είπα πόσο λατρεύω αυτή την αίσθηση κι έσκυψα και φίλησα μία μία τις μικρές μαύρες σου κουκίδες, τις χάιδεψα με τη γλώσσα μου, τις ένιωσα. Έπειτα σε κοίταξα και σου είπα πόσο όμορφα νιώθω. Σου είπα ότι πρώτη φορά αφουγκραζόμουν τόσο πολύ τη σιωπή. Θεέ μου, πόσα πράγματα έμαθα μαζί σου. Ακόμα αδυνατώ να το πιστέψω, ακόμα σαν ψέμα μου φαίνεται. «Δεν είναι όμορφη η σιωπή», μου είπες και με κοίταξες χαμογελώντας, σχεδόν ευτυχισμένη. Σε φίλησα πάλι και την ώρα που σε φιλούσα έβαλα το δάχτυλό μου μέσα σου, δε με σταμάτησες, με άφησες να συνεχίσω. Ήταν η πρώτη φορά που με άφηνες. Κι εγώ έπιασα το χέρι σου, το κατέβασα χαμηλά και έβαλα ένα σου δάχτυλο να κάνει «παρέα» στο δικό μου. Συνεχίσαμε έτσι για ώρα. Μέχρι που κάποια στιγμή πήγαμε στο σαλόνι, δεν θυμάμαι πως, δεν ξέρω πως βρεθήκαμε ξαπλωμένοι στον καναπέ. Μπήκα μέσα σου, ολόκληρος, σε ένιωσα και κάποια στιγμή μου ζήτησες να σταματήσω και σε άκουσα…

Πήγα στο άλλο δωμάτιο, ξάπλωσα στο κρεβάτι, εσύ βγήκες στο μπαλκόνι κι έκανες τσιγάρο. Βγήκα έξω μετά από λίγο και σε αγκάλιασα. «Πόσο τρελός είσαι», μου είπες και σε ξαναφίλησα. Τώρα, σχεδόν ένα χρόνο μετά, που σκέφτομαι εκείνο το σαββατοκύριακο, δεν σκέφτομαι τη στιγμή που ήμουν ολόκληρος μέσα σου, δεν σκέφτομαι τη στιγμή που σε άγγιζα ή που σε φιλούσα. Δε σκέφτομαι ούτε τον καφέ που ήπιαμε το πρωινό της Κυριακής. Σκέφτομαι μόνο το βράδυ που κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι, το βράδυ που ο φόβος της απώλειας γέννησε την ανάγκη να βγουν νέες λέξεις, την ανάγκη της αλήθειας. Σκέφτομαι τα λόγια, την αγκαλιά που μας βύθισε στον ύπνο, τα σώματα που έγιναν ένα, τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν, τα βλέμματα που δεν διασταυρώθηκαν. Σκέφτομαι ότι ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πόσο γεμάτος είμαι από σένα. Σκέφτομαι πως είτε υπάρχεις στη ζωή μου είτε όχι, εγώ σε νιώθω, σε ζω και σε ανακαλώ όποτε θέλω. Σκέφτομαι ότι είσαι εδώ, δίπλα μου, ότι το μόνο που έχω να κάνω είναι να ανοίξω το μπουκάλι με το άρωμά σου και να σε φέρω δίπλα μου, να φέρω τη μυρωδιά σου μέσα μου. Σκέφτομαι πως δεν χρειάζομαι ιστοσελίδες, δρόμους, πεζοδρόμια και δήθεν τυχαίες συναντήσεις για να σε αναζητήσω και να σε δω. Σκέφτομαι πως οι αναμνήσεις δεν είναι θάνατος ούτε προκαλούν πόνο. Σκέφτομαι πως είναι ένας τρόπος να ζεις όσα δεν θες να χάσεις. Σκέφτομαι εσένα και δεν πονάω. Απλά χαμογελώ, γιατί σε ζω. Σε ζω, ακόμα κι όταν εσύ κοιμάσαι…

Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2009

Landing in London...


Σε σκέφτομαι. Θέλω να σου μιλήσω, να σε αγγίξω, θέλω να σε νιώσω, να σε αισθανθώ πιο δίπλα μου, πιο κοντά μου. Μου αρέσει να σε νιώθω πάνω μου όταν ταξιδεύουμε, μου αρέσει να σε αισθάνομαι. Ριγώ ολόκληρος. Από την άλλη πάλι, φοβάμαι, φοβάμαι μη φύγεις, μη χαθείς κι εσύ. Μήπως μια μέρα πεις ότι βαρέθηκες κι εξαφανιστείς. Δεν αντέχω άλλες απώλειες, δεν θέλω άλλες απώλειες. Κουράστηκα να προσπαθώ να δεχτώ την φυγή των άλλων, κουράστηκα να τους δικαιολογώ, να τους καταλαβαίνω, να τους αφήνω να φεύγουν και να έρχονται. Είναι εκείνες οι ώρες που νιώθω σαν λεωφορείο που κάνει μια ζωή το ίδιο δρομολόγιο και ο κόσμος ανεβαίνει και κατεβαίνει σε συγκεκριμένες στάσεις. Κουράστηκα να πηγαίνω Σύνταγμα-Παγκράτι και στο ενδιάμεσο να μπαινοβγαίνει κόσμος. Θέλω κάποιον να πάρει ετούτο το λεωφορείο από την αφετηρία και να καταλήξει μέχρι το τέρμα, χωρίς ενδιάμεσες στάσεις. Θέλω ένας επιβάτης να πάει να μιλήσει στον οδηγό, να μην τον ρωτήσει αν έχει εισιτήριο ούτε σε ποια να στάση να κατέβει αν θέλει να πάει στο Πολεμικό Μουσείο, αλλά να τον ρωτήσει πως είναι να πηγαινοφέρνεις κόσμο, πως νιώθεις όταν ένας άνθρωπος που άκουσες να λέει μια καλή ατάκα σε έκανε να γελάσεις, αλλά να ξέρεις την επομένη ότι δεν θα τον ξαναδείς. Πως είναι όταν βλέπεις κάθε μέρα συγκεκριμένους ανθρώπους να παίρνουν το ίδιο λεωφορείο για χρόνια και ξαφνικά βγαίνουν στη σύνταξη κι εξαφανίζονται ή αλλάζουν δουλειά ή, ακόμα χειρότερα, αγοράζουν αυτοκίνητο και δε σε έχουν πλέον ανάγκη.

Από την άλλη σιχαίνομαι τον εαυτό μου που νιώθω σαν λεωφορείο. Ξέρω ότι είναι καιρός να αλλάξω κι εγώ επάγγελμα, να γίνω κάτι άλλο. Όχι οδηγός ταξί, αλλά πιλότος. Να πετάω ψηλά χωρίς να γνωρίζω τους επιβάτες, να μη με νοιάζει το κουρασμένο βλέμμα τους, να χαίρομαι στο χειροκρότημα της προσγείωσης, να με ακούν όταν τους δίνω οδηγίες για το ταξίδι, να χαίρονται που τους εξηγώ κάθε φορά που πηγαίνουμε, σε τι ύψος θα πετάξουμε, αλλά ποτέ να μην βλέπω το φόβο στα πρόσωπά τους την ώρα της απογείωσης ή της προσγείωσης. Να μην τους ακούω να παραπονιούνται όταν πέφτουμε σε κενά αέρος, να νιώθω τη δυσφορία τους, αλλά να μην τους ακούω. Περίεργο συναίσθημα, ε? Προτιμώ να προσπαθώ να αλλάξω μόνος μου τα λάθη όταν τα καταλαβαίνω, παρά να με πιέζουν οι άλλοι με λόγια. Γι αυτό είναι τυχεροί οι πιλότοι, σπανίως ακούν τα παράπονα των επιβατών. Συνήθως την πληρώνουν οι αεροσυνοδοί ή στη χειρότερη κάποια άλλη υπάλληλος της εταιρίας.

Είμαι απερίγραπτος, το ξέρω. Από αλλού ξεκίνησα και αλλού καταλήγω. Έτσι είμαι, ξεκινάω να μιλήσω για ένα θέμα και πηδάω από δω κι από κει χωρίς να μπορώ να καταλήξω πουθενά. Απίστευτες ώρες να μιλάω, μόνο και μόνο επειδή φοβάμαι να σιωπήσω. Μ' αρέσει να σε νιώθω δίπλα μου, κοντά μου. Μ' αρέσει να ακούω την ανάσα σου, να σε ακούω να μιλάς. Έχω αυτή την εικόνα, να ταξιδεύουμε μαζί, σε άγνωστο μέρος, να περπατάμε μαζί, να μιλάμε, να γελάμε, να τρώμε σε ένα ταβερνάκι, να ακούμε μουσική, να πίνουμε καφέ, να κάνουμε μπάνιο. Δεν ξέρω γιατί μου βγάζεις τόση ηρεμία. Μερικές φορές νιώθω σα να ήρθες και να μου είπες «ψιτ, μικρέ, ωραίο είναι να τρέχεις, αλλά μερικές φορές πρέπει να σταματάς και λίγο, να αφουγκράζεσαι τις σκέψεις σου, να ακούς τον εαυτό σου όταν μιλάει ή όταν τραγουδάει και κυρίως, να τον διαβάζεις, για να μην ξεχνάς όλα εκείνα που είπες». Να σου πω την αλήθεια, το φοβάμαι κάπως αυτό. Φοβάμαι μήπως και καταλάβω κάτι παραπάνω και χαθώ. Μου άρεσε που ήμουν ό,τι ήμουν, μου άρεσε που έγινα ό,τι έγινα, μου αρέσει που έρχεται κάτι άγνωστο, αλλά μερικές φορές, θα προτιμούσα να το ζούσε κάποιος άλλος και να μου έλεγε πως πέρασε, ούτως ώστε να το ζήσω μετά κι εγώ κατ' επιλογήν.

Θυμάμαι τον εαυτό μου, τότε που έλεγα εγώ σε άλλους να μην φοβούνται, να ζουν χωρίς καμιά ντροπή και κανένα φόβο την αρχή κάτι όμορφου, να πέφτουν εκεί μέσα με τα μούτρα. Ξέρω, κάποιος θα μου έλεγε ότι μεγαλώνοντας μαθαίνουμε, μόνο που εγώ θα του πω ότι μεγαλώνοντας φοβόμαστε περισσότερο και μερικά πράγματα δεν τα ακουμπάμε επειδή κάνουν τζιζ. Τελικά όμως δεν ξέρω αν φοβόμαστε τους άλλους. Έχω φτάσει στο συμπέρασμα πως φοβόμαστε να παραδεχθούμε στον εαυτό μας ότι κάτι καινούριο έρχεται, όχι καλύτερο ή ομορφότερο, η σύγκριση οδηγεί σε λάθος συμπεράσματα και αποτελέσματα, αλλά σίγουρα κάτι καινούριο. Και τα καινούρια, είναι πάντα πιο αγαθά, χωρίς απαιτήσεις, γεμάτα όνειρα, γεμάτα υπομονή και κυρίως, γεμάτα κατανόηση. Αν λοιπόν, αυτό το καινούριο εμείς το νιώσουμε ως παλιό, ας το αλλάξουμε, αλλά προς Θεού, ας μην κατεβούμε στην πρώτη στάση. Ε? Τι λες?

Πέμπτη, 8 Ιανουαρίου 2009

Lend a hand...


Η ώρα ήταν μία και μισή το βράδυ. Ήταν μια νύχτα σχεδόν συνηθισμένη. Έξω είχε κρύο, τα αδέσποτα της γειτονιάς γάβγιζαν ασταμάτητα και που και που περνούσε κάποιο τρένο από τη σιδηροδρομική γραμμή, η οποία πια δε λειτουργεί. Από το άλλο δωμάτιο ακουγόταν ένα ροχαλητό και ο ήχος από μία τηλεόραση. Στο μπαλκόνι έβλεπε να βγαίνει φως από το δωμάτιο του αδερφού του. Λίγο πριν είχαν τραγουδήσει μαζί διάφορα τραγούδια με τα οποία μεγάλωσαν. Εκείνος ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, σκεπασμένος με ένα σεντόνι, μία κουβέρτα κι ένα πάπλωμα. Στα αυτιά του είχε περασμένα δύο ακουστικά και άκουγε ό,τι τραγούδια έπαιζαν οι σταθμοί. Το ρεπερτόριο εναλλασσόταν ανάλογα με το τι ηχούσε όμορφα στο αυτί του. Ο Αντύπας διαδεχόταν τους Κατσιμιχαίους και εκείνοι έδιναν τη σκυτάλη στους Led Zeppelin και στους Nirvana. Τίποτε σταθερό. Μία το ένα μία το άλλο. Σχεδόν συνηθισμένη νύχτα, καθώς είπα, μια και εκείνη τη νύχτα είχε γενέθλια.

Εκείνος στριφογύριζε στο κρεβάτι του, κάτι τον έκανε να είναι ανήσυχος, χωρίς όμως να ξέρει τι είναι αυτό και γιατί. Κάποια στιγμή άνοιξε η πόρτα του δωματίου. Εκείνος, νομίζοντας ότι ήταν η μητέρα του που μπήκε να ελέγξει αν κοιμάται ο μικρός, έκλεισε το ραδιοκασετόφωνο και έκανε τον κοιμισμένο. Όμως η πόρτα ξανάκλεισε και ακούστηκε και το κλειδί να γυρίζει. Δεν άνοιξε τα μάτια του, τα κράτησε κλειστά χωρίς να ξέρει το γιατί. Ο αδερφός του ξάπλωσε δίπλα του, του άρπαξε τα χέρια με μανία και του τα έδεσε με ένα σκοινί πίσω από την πλάτη. Του φίμωσε το στόμα χωρίς καν να προλάβει να αντιδράσει και άρχισε να ψιθυρίζει στο αυτί του διάφορες απειλές. Του είπε να μην τολμήσει να βγάλει άχνα και να μην κάνει κανένα θόρυβο γενικότερα. Εκείνος υπάκουσε και δε μίλησε, αν και κατάλαβε αμέσως τη φωνή. Έμεινε με κλειστά τα μάτια να κοιτάζει το ξύλο του κρεβατιού.

Του κατέβασε το εσώρουχο και μπήκε μέσα του. Πόνεσε, δάγκωσε το μαξιλάρι και προσπάθησε να βγάλει από το μυαλό του ό,τι συνέβαινε. Μόνο που αυτή δεν ήταν λύση, γιατί όσο κι αν σκεφτόταν ήλιους και δράκους, αυτό συνέχιζε να συμβαίνει. Τον ένιωθε μέσα του, πίεζε όλα του τα τοιχώματα, ένα ξένο σώμα μέσα στο δικό του παρά τη θέλησή του. Έμπαινε και έβγαινε, στην αρχή αργά και σταθερά, μετά πιο γρήγορα και στο τέλος με μανία. Σε κάθε επιβράδυνση ή επιτάχυνση ένιωθε το σώμα του να πονάει περισσότερο. Δεν ήταν θέμα ταχύτητας, ήταν θέμα θέλησης. Τον ένιωθε μέσα του και σιχαινόταν τον εαυτό του, το αίμα του. Κάποια στιγμή τελείωσε, αλλά δεν σταμάτησε. Συνέχιζε να μπαινοβγαίνει με την ίδια μανία. Τον έκανε να πονάει όλο και πιο πολύ, ενώ τα υγρά του αδερφού του βρίσκονταν μέσα του.

Βγήκε, τον γύρισε από μπροστά και του έδεσε τα χέρια στο κρεβάτι. Άρχισε να τον γλείφει στο λαιμό, κατέβαινε σιγά σιγά προς τα κάτω, έφτασε στο στήθος του, το έγλειφε και το δάγκωνε. Κατέβηκε κι άλλο κάτω, άρχισε να τον γλείφει και να τον φιλάει πιο δυνατά, με πάθος. Το πήρε όλο μέσα του. Ο μικρός άρχισε να νιώθει τύψεις κι ενοχές, αν και δεν του άρεσε όλο αυτό που γινόταν, ένιωθε τον εαυτό του να αναστατώνεται και ο άλλος, ενώ του έγλειφε τη στύση χάιδευε τον εαυτό του. Δεν άντεξε, έβαλε τα κλάματα, έκανε να ουρλιάξει, αλλά τα πανιά στο στόμα του μόνο κραυγές δεν τον βοηθούσαν να βγάλει. Ο αδερφός του το είχε πάρει όλο στο στόμα και τον έκανε να τελειώσει. “Σειρά σου τώρα”, του είπε και την ώρα που εκσπερμάτωνε πλησίασε το στόμα του, του έβγαλε τα πανιά και τον γέμισε με τα υγρά του. Ο μεγάλος ήταν δεκαπέντε χρόνων κι εκτός από αυτό ήταν βιαστής, παιδεραστής και αιμομίκτης. Ο μικρός ήταν μόλις έντεκα.

Προτού φύγει, τον είχε σκουπίσει, του είχε βάλει αλοιφή για τα σημάδια στα χέρια και τον είχε σκεπάσει. Δεν μίλησε ποτέ του σε κανέναν. Δεν είπε λέξη. Το ίδιο βράδυ προσπάθησε να κοιμηθεί, αλλά στα αυτιά του ηχούσε η απειλή: “θα ξανάρθω, να με περιμένεις”. Το επόμενο πρωί ντύθηκε και φεύγοντας δε χαιρέτησε κανέναν. Δε μίλησε ποτέ του, δεν υπήρχε λόγος. Έτσι κι αλλιώς κανείς δεν θα καταλάβαινε. Εκείνος έμαθε να υπομένει, έμαθε να ανέχεται, έμαθε να ζει μ’ αυτό. Εκείνο που δεν έμαθε, είναι ότι κέρδισε στο παιχνίδι του εγωισμού, αλλά έχασε ολοκληρωτικά το μυαλό του, γιατί εκείνος μόνο ήξερε, οι άλλοι όχι...