Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Ο Μάρκος και η Άννα...

Ο Μάρκος μπήκε στο σπίτι κουρασμένος, σχεδόν εξουθενωμένος από τη δουλειά. Πήγε στην τουαλέτα χωρίς να ψάξει την Άννα στα λιγοστά δωμάτια του σπιτιού. Πέταξε τα παπούτσια του σε μια άκρη, σε μια άλλη παράτησε τις κάλτσες του και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Η Άννα άκουσε τα βήματά του, αλλά δεν έκανε καν τον κόπο να τον αναζητήσει. Εδώ και καιρό, οι δυό τους, είχαν απολέσει το ενδιαφέρον τους. Ο Μάρκος δούλευε για να συντηρεί την Άννα, η Άννα μαγείρευε για να συντηρεί το Μάρκο. Δυο ξένοι στο ίδιο σπίτι, δυο ξένοι μοιράζονταν την ίδια κρεβατοκάμαρα. Πότε πότε ο Μάρκος ξεχνούσε την ακούσια ασκητική ζωή και άγγιζε (ας πούμε) ερωτικά την Άννα. Εκείνη δεχόταν τα χάδια του, ελλείψει άλλου, καλύτερου ερωτικού παρτενέρ. Μια ψυχή που ήταν να βγει, θα έβγαινε είτε εκείνη το ήθελε είτε όχι.

Παιδιά δεν έκαναν. Κάποιος από τους δύο θα ήταν σίγουρα ανίκανος, αλλά ούτε ο Μάρκος ούτε η Άννα ήθελαν να το ψάξουν. Και οι δύο το θεώρησαν ως δώρο. Φαντάσου αυτοί οι δύο ξένοι να έπρεπε να μεγαλώνουν ένα παιδί. Μεγαλύτερη ασχήμια δε θα μπορούσε να τους συμβεί. Έτσι βολεύτηκαν με τα δεδομένα τους, αμφότεροι. Ο Μάρκος πήγαινε στο καφενείο που και που και η Άννα, για να ξεχνιέται, έβγαινε τα πρωινά βόλτα στα μαγαζιά και χάζευε τις βιτρίνες. Ποτέ δεν αγόρασε κάτι, άφηνε πάντα τον Μάρκο να της κάνει εκείνος ένα «δώρο» και φυσικά, ήξερε, ότι το βράδυ θα ζητούσε το αντάλλαγμα.

Ο Μάρκος, έφυγε από την τουαλέτα και κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Προηγουμένως είχε αφήσει το μπλουζάκι του πάνω στο κρεβάτι. Η Άννα του είχε βγάλει φαγητό, φακές, του είχε κόψει μια σαλάτα κι είχε αφήσει κι ένα ποτήρι κρασί στο τραπέζι. Συναντήθηκαν στο διάδρομο, κοιτάχτηκαν χωρίς να μιλήσουν. Εκείνος πήγαινε να φάει, εκείνη να μαζέψει τα ρούχα του. Έβαλε τα βρώμικα στα άπλυτα και του έβγαλε καθαρά εσώρουχα. Εκείνος έτρωγε τις φακές βουτώντας λίγο ψωμί στη σαλάτα. Του άφησε καθαρά ρούχα στην καρέκλα για το επόμενο πρωί. Εκείνος ήπιε σχεδόν μονορούφι όλο το κρασί. Η Άννα πήγε στην κουζίνα να μαζέψει τα πιάτα, ενώ ο Μάρκος πήγε στην τουαλέτα να κάνει μπάνιο.  Καθώς εκείνη έπλενε το λερωμένο σερβίτσιο, εκείνος καθάριζε το σώμα του από τη βρώμα του εργοστασίου. Η Άννα σκούπισε το πιάτο, ο Μάρκος το πρόσωπό του, η Άννα το ποτήρι, ο Μάρκος το σώμα του, η Άννα τα μαχαιροπίρουνα, ο Μάρκος τα μαλλιά του.

Ξανασυναντήθηκαν στο διάδρομο. Ο Μάρκος πήγαινε στο σαλόνι κι η Άννα στην κρεβατοκάμαρα. Άνοιξαν και οι δύο την τηλεόραση και αποκοιμήθηκαν χωριστά, σχεδόν μαζί. Δυο ώρες αργότερα ο Μάρκος ετοιμαζόταν στο δωμάτιο να πάει μια βόλτα στο καφενείο, ενώ η Άννα έκανε ότι κοιμόταν. Υπήρχαν μέρες που ο ένας σιχαινόταν τον άλλο και μέρες που απλώς ανέχονταν τα χνώτα τους. Μέρες λατρείας δεν υπήρχαν ούτε κατά διάνοια. Αυτή η πολυτέλεια είχε χαθεί από τη ζωή τους. Πότε πότε ο Μάρκος ήταν καλός, της έπιανε συζήτηση για το πώς γνωρίστηκαν, τι σκέφτονταν. Η Άννα χαμογελούσε σα να το απολάμβανε. Σα να το απολάμβανε...

Το βράδυ ο Μάρκος γύρισε σπίτι ελαφρώς μεθυσμένος. Η Άννα τον είχε συνηθίσει. Τον κοίταξε και τον σιχάθηκε λίγο πιο πολύ απόψε. Ο Μάρκος είδε το βλέμμα της αηδίας στα μάτια της. Την κοίταξε σα να της έλεγε συγγνώμη κι εκείνη τον σιχάθηκε πιο πολύ. Κάθισε στην καρέκλα της κουζίνας και τον κοίταξε να απομακρύνεται. Εκείνος λίγο πριν φτάσει στην κρεβατοκάμαρα στηρίχτηκε στην πόρτα και γύρισε και την κοίταξε. Η Άννα προσπάθησε να χαμηλώσει το βλέμμα της, αλλά κάτι μέσα της την παρότρυνε να μείνει στάσιμη. Ο Μάρκος προχώρησε στο δωμάτιο και έβαλε τα πράγματά του σε μια βαλίτσα. Η Άννα πήγε μέσα και τον είδε να ετοιμάζεται. Δεν είπε τίποτα για ακόμα μία φορά. Απλώς τον κοιτούσε. Παραμέρισε λιγάκι για να του δώσει χώρο να περάσει όταν εκείνος έφυγε από το δωμάτιο. Τον ακολούθησε ως την εξώπορτα. Ο Μάρκος κάλεσε το ασανσέρ και η Άννα τον κοιτούσε. Αυτά τα δευτερόλεπτα ήταν τα χειρότερα της κοινής τους ζωής. Ο Μάρκος άνοιξε την πόρτα του ασανσέρ, πριν μπει μέσα την κοίταξε. «Ξέρεις, αν μου ζητήσεις να μείνω, θα μείνω», της είπε. Η Άννα απλώς τον κοιτούσε. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και έφυγε. Έκλεισε την πόρτα πίσω της και έφυγε...

Τετάρτη, 18 Μαΐου 2011

Kill everything you love...

Μπήκε μέσα στο σπίτι και κάθισε κατευθείαν στη γραφομηχανή του. Εραστής του ρετρό αρνούταν πεισματικά να αποκτήσει ηλεκτρονικό υπολογιστή και υπερμοντέρνο αυτοκίνητο. Το 2CV του τον είχε βγάλει πολλές φορές ασπροπρόσωπο και δεν ήταν και του στυλ του οι φανταχτερές αλλαγές. Προτιμούσε να κάνει τη ζωή του εύκολη ως προς τα αντικείμενα χρήσης, αφού σε όλα τα άλλα ήταν τόσο δύσκολη. Ορφάνεψε από μικρός, έκανε έναν αποτυχημένο γάμο κι όσες φορές αποφάσισε να δουλέψει ως υπάλληλος απολύθηκε σχεδόν στον πρώτο μήνα. Όλα έδειχναν ότι η ζωή του είχε καταστραφεί. Μέχρι που κάποια στιγμή αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο και κατάφερε να το δει να πουλιέται στα βιβλιοπωλεία. Τώρα πια ζούσε από αυτό, ήταν ένας ευυπόληπτος συγγραφέας. Κάθε που έβγαζε ένα βιβλίο εκείνο έκανε πάταγο κι ο κόσμος περίμενε το επόμενό του. Καιρό τώρα όμως είχε βαλτώσει και έπνιγε τις μικρές χαριτωμένες ιδέες στα ουίσκια και τις μπύρες. Σήμερα όμως έκατσε στη γραφομηχανή κι άρχισε να γράφει χωρίς σταματημό, κάτι σαν αυτόματη γραφή. Μόνο, που για πρώτη φορά, ένιωθε το τακ-τακ της μηχανής να του τρυπάει τα αυτιά. Δεν πτοήθηκε, προς το παρόν, απλά συνέχισε να γράφει:

«Η ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΝΗ
Δε γνώρισα πολλές Ελένες στη ζωή μου, δυο-τρεις μόνο, αλλά ήταν πανέμορφες. Τόσο υπέροχες που πλέον έχω τη βαθιά πεποίθηση ότι μια Ελένη δε γίνεται να μην είναι Ωραία. Καμία Ελένη δε μπορεί να μοιάζει σε κάποια Μαρία. Οι Μαρίες είναι γεννημένες να φέρνουν Χριστούς στον κόσμο. Φυσικά δε μπορούν να μοιάζουν και σε καμία Περσεφόνη. Οι Περσεφόνες είναι σχεδόν καταραμένες να κάνουν ένα αέναο πάνω-κάτω, να πεθαίνουν και να ανασταίνονται κάθε έξι μήνες. Ούτε λόγος για Δήμητρες βέβαια, είναι διαφορετικές. Οι Δήμητρες ξέρουν να αποχαιρετούν τα παιδιά τους, όταν αυτά θέλουν να φύγουν και να τα αναζητούν όταν τα χάνουν. Οι Ελένες όμως, πάντα θα βρίσκονται ανάμεσα σε έναν Πάρη και σε έναν Μενέλαο. Πάντα με το νικητή. Οι Ελένες είναι Ωραίες και το ξέρουν.»

Άλλαξε παράγραφο και το κοίταξε λίγο. Στο νου του δεν υπήρχε καμία Ελένη, καμία Μαρία, καμία Δήμητρα και φυσικά καμία Περσεφόνη. Μια Νικολέτα μόνο είχε στρογγυλοκαθίσει κι εκείνος δεν ήξερε πώς να τη βγάλει. Την έκρυψε λοιπόν πίσω από Ελένες, Μαρίες, Περσεφόνες και Δήμητρες. Δεν είχε άλλη επιλογή άλλωστε. Έπρεπε να την κρύψει, αν αποκάλυπτε το όνομά της ήταν χαμένος. Ο πόθος του έπρεπε να παραμείνει κρυφός. Άλλωστε, ήταν μόνο δικός του πόθος. Εκείνη ίσως να το είχε καταλάβει, αλλά δεν έδειξε ποτέ να τον θέλει, τουλάχιστον όχι όσο την ήθελε κι εκείνος. Κοίταξε λίγο τα σχεδόν γοτθικά γράμματα πάνω στο χαρτί και συνέχισε, όπως και το τακ-τακ που του τρυπούσε τα αυτιά.

«Η δική μου Ελένη δε με έβαλε σε κανένα πόλεμο. Ωραία καθώς είναι, αποφάσισε να διατηρήσει τις αποστάσεις της, κλείνοντας τις πόρτες που εγώ άνοιγα. Κάθε που έβρισκα μια χαραμάδα να τρυπώσω, εκείνη έτρεχε πρώτα να την καλύψει και μετά με πετούσε έξω από την πόρτα, σχεδόν με κλωτσιές. Τι πάθος ήταν αυτό που με έκανε να επιστρέφω συνεχώς κοντά της και τι λάθος συγχρόνως?»

Δεν έλεγε ψέματα. Η Νικολέτα δεν τον έβαλε ποτέ σε κανένα πόλεμο. Μόνος του είχε μπει, μόνος του πολεμούσε με τον εαυτό του να τη βγάλει από το μυαλό του, αλλά εκείνη παρέμενε σταθερά εκεί. Κόντευε να χάσει το μυαλό του. Μα να την πατήσει αυτός έτσι? Μετά το διαζύγιο δεν είχε αφεθεί. Το θεωρούσε άσχημο να αφήνεται κι όποτε ένιωθε την ανάγκη να αφεθεί καθόταν στη γραφομηχανή του και άφηνε ελεύθερη τη φαντασία του. Τι κρυφός πόθος τον κυρίεψε αυτή τη φορά? Ξεκίνησε πάλι να γράφει και το τακ-τακ έμπαινε όλο και πιο βαθιά μέσα του, τρύπησε τη μικρή μεμβράνη του τυμπάνου κι εισχώρησε βαθύτερα.

«Όσες φορές κι αν προσπάθησα να την ξεχάσω, εκείνη μου θύμιζε –με τον τρόπο της- το λόγο που δεν ήθελα να την ξεχάσω. Κι εγώ ανίκανος να της αντισταθώ την άφηνα να κόβει βόλτες μέσα στο μυαλό μου. Πώς να την ξεριζώσω? Το συνήθισα κι αφέθηκα στη μαγεία της. Δε βρήκα Δούρειους Ίππους να κρύψω τους στρατιώτες μου και να καταστρέψουν την Τροία. Κι ο δικός μου Αχιλλέας δε βγήκε ποτέ από τη σκηνή του, όσες φορές κι αν σκότωσε εκείνη τον Πάτροκλο. Η δική μου Ωραία Ελένη είναι καλά διαβασμένη. Μελέτησε την Ιλιάδα και πλέον είμαι ανίκανος να κυριέψω την πόλη της.»

Το τακ-τακ έμπαινε βαθύτερα στο μυαλό του. Σιγά σιγά κατέστρεφε τη φαιά ουσία του. Την ένιωθε να χύνεται μέσα στον εγκέφαλό του κι ήταν περισσότερο ανήμπορος από ποτέ. Αρχικά νόμισε ότι ήταν χτύπος της Νικολέτας, η οποία είχε καθίσει στο σαλόνι του μυαλού του και χτυπούσε ανυπόμονα τα δάχτυλά της στο ξύλο περιμένοντάς τον να τελειώσει. Γρήγορα κατάλαβε όμως ότι ο ήχος αυτός, έμοιαζε περισσότερο με τον ήχο ενός σφυριού όταν χτυπάει το καρφί κι ο πόνος που ένιωθε στο μυαλό του ήταν όμοιος. Σταμάτησε για λίγο. Κοίταξε τις λίγες λέξεις που κοσμούσαν το χαρτί και μόνο τότε παρατήρησε ότι το κεφαλαίο ωμέγα στεκόταν λίγο πιο χαμηλά από τα άλλα γράμματα. Σα να ήθελε να πέσει κάτω, σα να ήθελε να γίνει όμικρον, είχε φύγει από τον κόσμο των κεφαλαίων κι είχε κατσικωθεί στον κόσμο των μικρών. Οι δυο οριζόντιες γραμμούλες που το στήριζαν –η μία δεξιά κι η άλλη αριστερά- στέκονταν δίπλα στην κάθετή γραμμούλα του μικρού ρο. Το κοίταζε για ώρα κι άρχισε να το χτυπάει συνεχώς.

Γέμισε τη σελίδα με κεφαλαία ωμέγα, έπειτα κι άλλη κι άλλη κι άλλη. Τέσσερεις, πέντε, δέκα σελίδες μόνο κεφαλαία ωμέγα. Συνέχισε, το χτυπούσε πιο γρήγορα, πιο γρήγορα. Δεν υπήρχε ρυθμός. Το δωμάτιο αντηχούσε από το τακ της μηχανής, το χαρτί πληγωνόταν από το ωμέγα κι εκείνο το αναθεματισμένο γράμμα δεν έλεγε να ανέβει πιο ψηλά, δεν ήθελε με τίποτα να πάρει τη θέση του. Τακ-τακ-τακ-τακ. Μόνο το ωμέγα. Κάθισε πίσω, κουρασμένος. Κοίταξε το δάχτυλό του. Ούτε μία πληγή. Σηκώθηκε κι άναψε ένα τσιγάρο, πλησίασε στον καθρέπτη, κοιτάχτηκε για δευτερόλεπτα κι έπειτα έφυγε, πήγε πάνω από τη γραφομηχανή, ξανακοίταξε το ωμέγα. Κάθισε και αφού έκανε μια τζούρα ακόμα από το τσιγάρο του, το έσβησε πάνω στο ωμέγα. Το χαρτί κάηκε ελάχιστα κι έπειτα έσβησε κι εκείνο. Κοίταξε τα ωμέγα του. Πήρε την πρώτη σελίδα στο χέρι του και ξαναδιάβασε όσα είχε γράψει. Τότε μόνο κατάλαβε. Δεν υπήρχε πια Ωραία Ελένη ούτε Νικολέτα. Το τακ-τακ της μηχανής είχε σκοτώσει ό,τι ένιωθε για εκείνη. Όσο κι αν έψαξε μέσα του να τη βρει, δεν υπήρχε πια. Είχε εξαφανιστεί. Το καρφί είχε βρει το δωματιάκι όπου εκείνη κρυβόταν κι η φαιά του ουσία είχε ξεχυθεί εκεί μέσα και την είχε πνίξει. Ανακουφισμένος πέταξε όλες τις σελίδες στα σκουπίδια και έβαλε μια καινούρια στη μηχανή. Έγραψε κατευθείαν τον τίτλο στα αγγλικά:

«KILL EVERYTHING YOU LOVE»

Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Να 'ρθεις να με βρεις γιατί δεν αντέχω ακόμα μιαν ώρα...

Έξω έβρεχε. Εκείνος εντελώς ξαφνικά αποφάσισε να περπατήσει στη βροχή, μήπως έτσι ξεπλύνει το νου του και καθαρίσει από τις σκέψεις. Ντύθηκε στα γρήγορα. Φόρεσε ό,τι βρήκε μπροστά του. Ένα παλιό σκισμένο τζιν που το είχε για να βάφει, μια γκρι μπλούζα, το πράσινο στρατιωτικό τζάκετ του πατέρα. Βγήκε έτσι έξω στη βροχή. Μπήκε στο ψιλικατζίδικο της γωνίας κι αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρα. Συνήθως έκανε καπνό, έστριβε τσιγάρα γιατί του άρεσε η χαρά της δημιουργίας. Ήθελε κι εκείνος να νιώσει το θεό. Τώρα όμως οι σκέψεις ήταν καταρρακτώδεις, σαν τη βροχή, και το στρίψιμο δεν θα τον γέμιζε χαρά. Τα έτοιμα τσιγάρα ήταν η εύκολη λύση, όπως ήταν όλες του οι λύσεις τον τελευταίο καιρό. Δεν είχε διάθεση να κόψει τις γέφυρες. Όχι τώρα τουλάχιστον.

Προχώρησε έτσι στη βροχή. Με αυτές τις σκέψεις να τον πλημμυρίζουν. Ξάφνου αναδύθηκαν κι άλλες. Η βροχή δεν κατάφερε να ξεπλύνει. Η σημερινή του λύση, γύρισε μπούμερανγκ. Αναδύθηκαν κι άλλες, σκέψεις που νόμισε ότι είχε αφήσει πίσω, ότι τις είχε προσπεράσει. Αντί να ξεπλυθούν, σα φελλοί ανέβηκαν στην επιφάνεια. Κοίταξε τους ανθρώπους γύρω του, τα αυτοκίνητα που περνούσαν χωρίς να νοιάζονται αν βρέχουν κάποιους ανθρώπους. Τις μηχανές που έτρεχαν στους βρεγμένους δρόμους. Μια ζητιάνα μόνο έστεκε στη θέση της. Ένιωσε τόσο κοντά της. Σήμερα δεν ήταν θεός, σήμερα ήταν κι εκείνος ένας ζητιάνος. Σταμάτησε μπροστά σε μια βιτρίνα. Κοίταξε για λίγο την αντανάκλασή του στο τζάμι, μετά κοίταξε το παντελόνι του και το τζάκετ του πατέρα. Συνέχισε να περπατάει.

Έφτασε σε ένα σταυροδρόμι. Η καταρρακτώδης βροχή είχε δημιουργήσει μια τεράστια λίμνη. Ένας πεζός ήταν αδύνατο να τη διασχίσει. Δεν τον ένοιαξε. Μπήκε μέσα. Τα παπούτσια του χάθηκαν στα νερά. Πέρασε απέναντι νιώθοντας υγρά τα πόδια του. Ο νους του γύρευε να ξεπλυθεί. Εκείνος γύρευε να ξεκαθαρίσει τα πάντα. Στάθηκε κάτω από ένα υπόστεγο, έβγαλε το πακέτο με τα τσιγάρα, άναψε ένα και το ρούφηξε δυο-τρεις απανωτές φορές. Τώρα ένοιωθε φυσιολογικός σαν τους άλλους. Ένας καθημερινός άνθρωπος που περιμένει να τελειώσει η βροχή, σαν τόσους άλλους. Δίπλα του ήρθε ένα κορίτσι. Στάθηκε κοντά του, τον κοίταξε για ένα δευτερόλεπτο κι έπειτα κοίταξε μπροστά, σα να περίμενε τη σειρά της σε μια ανύπαρκτη ουρά. Γύρισε και την κοίταξε. Τα μαλλιά της κόκκινα, βρεγμένα, τα νύχια της βαμμένα μαύρα, τα μάτια της είχαν ένα λαμπερό πράσινο χρώμα. Γύρισε κι εκείνη και τον κοίταξε. Έμειναν έτσι να κοιτάζονται. Τα βλέμμα τους συναντήθηκαν εκεί, κάτω από ένα υπόστεγο. Κανείς δε μιλούσε, απλά κοιτάζονταν.

«Κατερίνα», του είπε και πρόταξε το χέρι της για μια τυπική χειραψία. «Αλέκος», απάντησε κι εκείνος σφίγγωντας το χέρι της. «Να σου πάρω ένα τσιγάρο», τον ρώτησε, «τα δικά μου βράχηκαν». Έβγαλε το πακέτο και της το έδωσε. Με αργές κινήσεις έβγαλε το τσιγάρο, το έφρε στο στόμα της, το άναψε και του επέστρεψε το πακέτο. Έμειναν να κοιτάζουν τη βροχή. Πρώτη εκείνη κάθισε στο πεζουλάκι. Χτύπησε απαλά το χέρι της στο μάρμαρο χαμογελώντας του, «κάθισε», του είπε, «έχουμε πολλά να πούμε νομίζω». Κάθισε δίπλα της και έβγαλε ένα ακόμα τσιγάρο από το πακέτο του. «Ναι, η υπόθεση σηκώνει τσιγάρο», του είπε και τον έπιασε αγκαζέ. «Μίλα μου λοιπόν, πες μου τι σε έκανε να βγεις έτσι στη βροχή. Εκτός κι αν είσαι ντροπαλός και θες να μιλήσω πρώτα εγώ», συνέχισε. Από το μυαλό του πέρασαν όλες οι γέφυρες που ήθελε να γκρεμίσει, όλες οι πόρτες που ήθελε να κλειδώσει, όλες οι σκέψεις που αναδύθηκαν ξαφνικά, τα χρέη στις τράπεζες, οι δόσεις.

«Νιώθω βουτηγμένος σε μια λάσπη από σκέψεις. Έχω ναυαγήσει εδώ μέσα. Νιώθω να ζω μια παρατεταμένη εφηβεία, σα να μην έλυσα ποτέ μου τίποτα». Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στα χείλη του. Εκείνος την κίταζε στα μάτια. «Το ξέρεις ότι έχεις υπέροχα χείλη», του είπε. Εκείνος παραξενεύτηκε. «Ναι, είμει απότομη, το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να κρατάω τις σκέψεις μου, αν δεν τις εξωτερικεύσω θα τρελαθώ». «Εγώ θαρρώ ότι τρελάθηκα», της απάντησε. «Όχι καλέ μου, αλλά να ξέρεις ότι είσαι σε καλό δρόμο, αν αυτό ζητάς», του είπε χαμογελώντας. «Κι εγώ για να βραχώ βγήκα, να ξεπλύνω τις σκέψεις μου, τον εαυτό μου, αυτή τη βρομιά που ζω καθημερινά», του είπε και συνέχισε, «δεν ψάχνω λύσεις πια. Μου αρκούν οι σκέψεις μου, να μαζεύω τα προβλήματά μου σε ένα καλάθι και να μην τα λύνω».

Την κοίταζε. Το μυαλό του έμεινε στις λέξεις της. Πιο πέρα έβρεχε, πιο δυνατά, χωρίς ρυθμό, χωρίς μουσική. «Νιώθω σα να είμαι σε ένα τρένο με έναν άγνωστο συνεπιβάτη. Σε ένα τρένο που κόλλησε μέρες τώρα εδώ, σε ένα τρένο που έμεινε σφηνωμένο στις ράγες και περιμένουμε κάποιον να το ξεσφηνώσει. Μα δε με νοιάζει κι αν δε φύγω ποτέ. Μου αρκεί αυτή η αναμονή. Μου αρέσει αυτή η αναμονή. Σα να περιμένω να έρθει η σειρά μου σε κάτι μεγάλο, αληθινό και γεμάτο. Σε κάτι που θα με κάνει διάσημη». Ξανακοίταξε μπροστά της και δε συνέχισε. Κοίταξε κι εκείνος μπροστά του. Το απέναντι πεζοδρόμιο είχε πλημμυρίσει. Τα μάτια του έκλεισαν κι έγειρε το κεφάλι του στα τζάμι. Εκείνη τον κοίταξε και πέρασε το χέρι της στο χέρι του, εκείνος έβαλε τα χέρια στις τσέπες του. Ακούμπησε πάνω του, στους ώμους του, έκλεισε τα μάτια της κι έμειναν έτσι.

Εκείνος άρχισε να σφυρίζει ένα σκοπό κι εκείνη τραγουδούσε «να ρθείς να με βρεις γιατί δεν αντέχω ακόμα μιαν ώρα». Άρχισαν να τραγουδούν μαζί. Ό,τι εκείνη ξεχνούσε το συμπλήρωνε αυτός και συνέχιζε. Όταν κουραζόταν αναλάμβανε εκείνη. Τελείωσαν και κοιτάχτηκαν. «Μου αρέσεις», της είπε. Του χαμογέλασε και κοίταξε μπροστά ακουμπώντας πάλι στον ώμο του. Εκείνος δε σάλεψε, έμεινε να την κοιτάζει. Νιώθοντας τα μάτια του πάνω της έκανε να τον αφήσει, της άρπαξε το χέρι, να την κρατήσει κοντά του. Τον κοίταξε. Τα μάτια του έλαμπαν. Εκείνος έσκυψε, εκείνη ανασηκώθηκε. Πλησίασαν τα χείλη τους χωρίς να ενωθούν, άφησαν μόνο τις ανάσες τους να μπλεχτούν. Σφραγισμένα μάτια, σφραγισμένα χείλη και μπλεγμένες ανάσες. Δε μίλησαν, έμειναν έτσι. Έβαλε τα χέρια της στις τσέπες του, εκείνος της τα έσφιξε, ένιωσε τους χτύπους της, εκείνη τους δικούς του. Ξαφνικά τα χείλη τους ενώθηκαν και άρχισαν να φιλιούνται.

Δυο λεπτά μετά σταμάτησαν. Τον κοίταξε χαμογελώντας του. Την κοίταξε κι εκείνος. «Ακόμα περιμένεις να σε ξεπλύνει η βροχή», τον ρώτησε. «Ακόμα περιμένεις να περάσεις απέναντι», της απάντησε. «Πέρασα και κάτι μου λέει ότι η βροχή σε ξέπλυνε κι εσένα». Της χαμογέλασε. Χαμογέλασε κι εκείνη. «Ωραία», του είπε, «τώρα πρέπει να περάσουμε πραγματικά απέναντι και να ξεπλύνουμε τις σκέψεις σου». Σηκώθηκαν έτσι αγκαζέ και πέρασαν απέναντι. «Έλα να μοιραστούμε τα πάντα», της είπε, «τις αναμονές σου, τις σκέψεις μου, τα άπλυτά μας». «Και τις δόσεις μας», του είπε και του χαμογέλασε. «Κάτι μου λέει ότι απόψε θα κοιμηθείς όμορφα», του είπε λίγο αργότερα ενώ περπατούσαν στον δρόμο κι ο ήλιος έσκαγε μύτη μέσα από τα σύννεφα. «Όχι», της είπε, «δε θα κοιμηθώ όμορφα, αλλά αν μη τι άλλο, έχω λόγους να κάνω όμορφες σκέψεις»!

Και που να φανταστεί κάποιος ότι αυτοί οι δύο βγήκαν για να νιώσουν μόνοι. Ίσως πιο μόνοι...

Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010

Which side are you on boys?

Δυστυχώς (ή ευτυχώς) οι επιλογές μας είναι αυτές που καθορίζουν την υπόλοιπη ζωή μας. Όταν επιλέγεις να θάψεις όνειρα και να κάνεις συμβάσεις για το μέλλον της οικογένειας που έχεις σκοπό να δημιουργήσεις, χάνεις την ουσία του ίδιου σου του εαυτού. Όταν προσπαθείς να αλλάξεις το είναι σου, καταφέρνεις να μπερδευτείς μέσα σε ιδέες και δεδομένα που ανακυκλώνονται από πάππου προς πάππου. Το αποτέλεσμα είναι πάντα καταστροφικό. Αυτή η καταστροφή όμως οδηγεί σε νέους δρόμους, οι οποίοι, αρκετές φορές, είναι πλέον ευκολοδιάβατοι, γιατί τώρα έμαθες τρόπους να αποφεύγεις τα δύσκολα. Όλες τις αλλαγές πρέπει να τις δεχόμαστε με χαρά, γιατί οι αλλαγές είναι που δίνουν νέα ουσία και νόημα στην ζωή μας.

(Οι γονείς είναι σαν τα κρεμμύδια: Αν τους ξεφλουδίσεις θα βρεις πολλά στρώματα, αν τους φας καίνε και μετά μυρίζεις από μακριά, αν τους τηγανίσεις γλυκαίνουν κι όταν τους καθαρίζεις κλαις...)

Υπάρχουν φορές που βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σταυροδρόμι, στο γνωστό σταυροδρόμι που βρέθηκε κι ο Ηρακλής με την Αρετή και την Κακία. Εκεί λοιπόν είναι που πρέπει να διαλέξουμε τον δρόμο που θα μας οδηγήσει στην ευτυχία, αυτό που οι βουδιστές ονομάζουν νιρβάνα και οι χριστιανοί παράδεισο. Μετά λύπης μου θα σας ενημερώσω πως δεν υπάρχει κανένα από τα δύο. Όχι μόνο δεν υπάρχει παράδεισος, κόλαση και νιρβάνα, αλλά δεν υπάρχει ούτε καν το σταυροδρόμι. Η Αρετή και η Κακία μας εγκατέλειψαν χρόνια τώρα και εμείς ποτίζουμε με ψαυδαισθήσεις τους εαυτούς μας ότι υπάρχει το σταυροδρόμι. Κύριοι, κυρίες μου, όποιον δρόμο κι αν διαλέξετε, κωλόδρομος θα είναι, γεμάτος στροφές, πολύ στενός, έτσι που δεν θα περνάει άλλο αυτοκίνητο και θα πρέπει ο ένας από τους δύο να κάνει στην άκρη. Και μη νομίζετε ότι μετά θα ανοίξει. Όχι, απλά θα τον έχετε συνηθίσει. Συγγνώμη, θα τον έχουμε συνηθίσει...

(Όλα έρχονται όταν δεν είσαι εκεί. Το πρόβλημα είναι πάντα το σωστό timing...)

Bαρέθηκα την κριτική σας. Τα "γιατί" σας, τα "πως" και τα "έτσι" σας. Βαρέθηκα το τίποτα που νοιώθετε κάθε που θυμάστε τον άμοιρο εαυτό σας. Βαρέθηκα τα "εγώ ήμουν" κι "εγώ έκανα". Βαρέθηκα την κάθε άσχετη προϊστορία που κουβαλάτε πίσω σας νομίζοντας ότι γίνατε αυτοί που γίνατε επειδή το αξίζατε. Βαρέθηκα να σας βλέπω να κοιτάτε στον καθρέφτη και να χαμογελάτε όταν εκείνος σας μουτζώνει. Βαρέθηκα να δικαιολογώ τις μίζερες, κομπλεξικές αντριδράσεις σας. Βαρέθηκα να οπισθοχωρώ για το δικό σας βήμα. Βαρέθηκα να σας βλέπω να ξερογλύφετε αποφάγια που άλλοι πέταξαν στο πιάτο σας για να σας δώσουν την ψευδαίσθηση ότι κάτι σας χάρισαν κι εσείς να τους ευγνωμονείτε εφ' όρου ζωής. Βαρέθηκα τα "γιατί αυτός κι όχι εσύ", γιατί απλούστατα αυτός δεν είχε κάποιον μαλάκα πάνω από το κεφάλι του να του ζαλίζει τ' αυτιά με τα δικά του "πως" και "γιατί". Βαρέθηκα, γι αυτό GET THE FUCK OUT OF HERE...

(Μου γαμάτε που μου γαμάτε την μέρα, δεν το κάνετε και λίγο δημιουργικά?)

Μην μου πατάτε την ψυχή μου. Πάρτε τα πόδια σας από κει. Μην αλωνίζετε σα να 'ταν το λιβάδι σας. Εδώ γεννιέται και πεθαίνει το εγώ μου, μην το βρωμίζετε. Μην μου γαμάτε την κραυγή μου, μην τρυπώνετε στα αποκαΐδια μου και μην παίρνετε εκείνα που φύλαξα θυσαυρό στην ζωή μου. Μην κόβετε το νήμα της σκέψης και των συναισθημάτων μου σα να σας ανήκει. Τίποτα δεν σας ανήκει, τίποτα δεν μας ανήκει. Δεν ήρθαμε εδώ για να έχουμε, ήρθαμε για να είμαστε...

(Συγγνώμη που δεν άκουγα τις κραυγές σου...)

Κάποιοι αποφάσισαν πως πρέπει να συμπεριφερόμαστε με συγκεκριμένο τρόπο. Να σκύβουμε το κεφάλι, να λέμε "ναι" στην μαλακία που τους δέρνει, να είμαστε έτσι όπως αυτοί θέλουν για τον απλούστατο λόγο ότι χθες η γυναίκα τους δεν τους έκατσε ή γιατί όταν μικροί είχε πεθάνει το λαγουδάκι του ξαδερφού του μπάρμπα του μπατζανάκι τους και τους δημιούργησε ψυχολογικό τραύμα. Πρέπει με λίγα λόγια λοιπόν, να συμπεριφερόμαστε όπως αυτοί γουστάρουν, γιατί στα μάτια σου βλέπουν το παιδί που θα ήθελαν να έχουν. Ρε σκατοκαριόλες, αυτός είμαι και αν σας αρέσω, αν δεν σας αρέσω GOODBYE LENIN...

(A, ρε γαμημένη ελευθερία. Στο όνομά σου σκλαβωνόμαστε οι υπόλοιποι...)

Το χειρότερο πράγμα στην ζωή είναι να μην έχεις δέκα γαμημένα λεπτά την ημέρα για να χαλαρώσεις και να ηρεμήσεις από την ένταση της ημέρας. Που θα μου πας ρε κόσμε, θα σε αλλάξω είτε το θες είτε όχι. Πολλά λόγια λέμε, τα περισσότερα ψεύτικα. Τα πιο αληθινά τα λένε τα τραγούδια. Κι είναι εκείνες οι ώρες που νιώθεις ένα μαχαίρι να βγαίνει βίαια από την πληγή. Και τότε σε πονάει περισσότερο. Γαμημένη ζωή. Γαμημένε θάνατε. Εσύ που αποφασίζεις άδικα ποιον θα πάρεις μαζί σου και ποιον θα αφήσεις. Γαμημένο νήμα, που κόβεσαι μεμιάς κι αφήνεις άφωνους και άναυδους τους λοιπούς, όχι συγγενείς, μα φίλους και μαθητές. Γαμημένη Άτροπος, με το δικό σου ψαλίδι θα κόψω το δικό σου νήμα και τότε θα δούμε ποιος είναι πιο μάγκας. Γαμημένες αναμνήσεις.

(Format ή reset? Reset ή format?)

Όταν ξεφτυλίζουμε κάποιον το κάνουμε δημόσια, μπροστά σε όλους, για να δουν τι ωραία που τον ξεμπροστιάζουμε. Όταν του ζητάμε συγγνώμη τον πηγαίνουμε απόμερα, να μην μας βλέπουν που χαμηλώνουμε το βλέμμα μας, να μην μας βλέπουν την ώρα της ντροπής.

(Όταν σε ένα μέρος της γης χτίζεται μια φιλία σε ένα άλλο πεθαίνουν άλλες πέντε. Άδικη ανταλλαγή...)

Μου την δίνει όταν μερικοί άνθρωποι προσπαθούν να σε πείσουν ότι το ποτήρι δεν είναι ποτήρι. Όχι ρε φίλε, δεν είναι. Είναι μια στιγμή έμπνευσης του υαλοπώλη, του υαλοποιού, του επιχειρηματία και του καπιταλιστικού συστήματος εν γένει. Άντε μου στο διάολο βραδιάτικα, μην ακούσεις κανένα μαρξιστικό υπονοούμενο, παπάρα...

(Ουφ, ξεθύμανα, σαν προχθεσινή κοκα κολα!)

Σάββατο, 2 Οκτωβρίου 2010

Προπαντός μη δειλιάσεις...


Από τη μια ένας κόσμος μίζερος, βρεγμένος, ξεθωριασμένος. Τρέχει να προλάβει τους πάντες και τα πάντα, το στόμα του ανοιγοκλείνει ακατάπαυστα, μιλάει λες και ουρλιάζει. Κόρνες μπλεγμένες με ήχους φρένων συνήθως, αλλά κάποιες φορές υπερκαλύπτονται από τα beat της νέας hip-hop-μόδας, αναταράζουν την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Όχι βέβαια αυτή των νεοελλήνων, αλλά εκείνη των απελευθερωτών. Η πλατεία μόνο Σύνταγμα δε φέρνει. Εγώ στο παράθυρο των MacDonalds καταναλώνομαι καταναλώνοντας ένα chickenburger και προσπαθώ να θυμηθώ πότε πέρασα τη νοητή γραμμή μου, πότε άλλαξα τα όρια, πότε άνοιξα την πόρτα.

Από την άλλη, ένας κόσμος λαμπερός, χάνεται σε συναυλίες, σε τσιπουράδικα, ροκάδικα, μεταλάδικα και όλα τα εις άδικα. Το έντεχνο αναμοχλεύεται με το τζαζ υπό τις μυρωδιές του γλυκάνισου. Το άδικο παρέα με το άνισο. Ο ουρανός παραμένει μπλε, τα σύννεφα βαράνε υπερωρίες και ο ήλιος πηγαινοέρχεται από τη μια μαυρίλα στην άλλη. Η μάνα κοιμάται στο δωμάτιο, ο Ρίκο τρώει τα σποράκια του, εγώ στον υπολογιστή, αναμοχλεύω και πάλι το πάθος, το λάθος και το βάθος. Μόνο η Σκιάθος μένει ξεκρέμαστη στη νοητή ευθεία του Άθου.

Ο πατέρας έγινε μια φιγούρα σε κουρνίζα, με ένα χαμόγελο που στέκει σα βαλτωμένος στρατιώτης. Η ίδια φωτογραφία σε κάθε σημείο, λες και οι αναμνήσεις είναι μόνο αυτό το χαμόγελο. Το σπίτι θυμίζει βομβαρδισμένο τοπίο. Η γιαγιά ανάβει το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο. Λέω να βγω, να αλλάξω παραστάσεις. Μα η πόλη είναι ίδια τα τελευταία τρία χρόνια. Χαζεύω το παρελθόν μου. Ευτυχώς που τα γραπτά μένουν, γιατί αλλιώς...

Η Αγγελική παζαρεύει το μυαλό της. Το χιούμορ της είναι το όπλο της. Μικρές δόσεις κακίας διανθίζουν το κείμενό της. Τόσο μικρές, που ο άλλος πρέπει να είναι γατόνι για να τις ξεθάψει. Έμαθε να ξεχνάει κι ας ισχυρίζεται ότι ξέχασε όσα έμαθε. Φεύγει κι επιστρέφει. Γράφει και σβήνει. Ο Άλεξ γέμισε κοτσιδάκια, ενώ μπροστά μου ένας πίνακας με φρούτα έχει την υπογραφή του. Ο ήλιος τρυπωνει απ’ όπου βρει. Δε θυμάται, δε θέλει να θυμάται. Τα όνειρα επέστρεψαν. Σε λιγό θα φανούν κι οι εφιάλτες. Προπαντώς μην τους ξορκίσεις. Γράφτους, μην τους ξεχνάς. Τι κι αν πονούν. Ο πόνος πάντα θα βρίσκει μια χαραμάδα να τρυπώσει, το ίδιο κι η κατάθλιψη. Κι αν σου κατσικωθεί την έκατσες. Θα γίνεις φίλος της χωρίς να το καταλάβεις.

Η Ελένη διωγμένη. Η σκιά του κακού παραμονεύει. Δε θέλει πολύ για να ξετρυπώσει. Ένα τσακ και θα εμφανιστεί. Προπαντός μη δειλιάσεις. Παρηγοριά στον άρρωστο. Η ρίζα του κακού. Όταν θα θέλω κάποιον να κατηγορήσω –πέρα από εμένα- θα τη φωνάζω. Δε θα ακούει, αλλά δε με νοιάζει. Ξέρω ποιος φταίει. Τι κι αν δεν το λέω. Τουλάχιστον το δέχομαι. Το τηλέφωνο σωπαίνει. Πρώτα τους διώχνεις και μετά τους καλείς. Το χειρότερο είναι ότι περιμένεις να είναι παρόντες όποτε εσύ το θες. Λες κι είναι ρομποτάκια. Ναι, αλλά εσύ γιατί είσαι? Μη μου πεις ότι είσαι ο μαλάκας της υπόθεσης! Έχω δει πολλούς μαλάκες στην υπόθεση κι εσύ απέχεις παρασάγγας.

Δε μας χέζεις ρε Νταλάρα? Πόσες φορές ακόμα θα τριβελλίζεις το μυαλουδάκι σου? Πάνε, τελειώσαν αυτά. Το ξέρεις εδώ και καιρό. Άηντε παρακάτω λοιπόν και μη μας τα κάνεις ζέππελιν. Ερωτεύεσαι δήθεν σε μια νύχτα και περιμένεις ο άλλος να το δεχτεί. Τι λε ρε φίλε? Πως την είδες πάλι? Τα όρισες όπως ήθελες και τώρα περιμένεις να σε ακούσουν? Αλήθεια? Κι ο άλλος τι είναι? Σε ξαναρώτησα, ε? Μάλλον δε θα μου έδωσες απάντηση. Αλλά γιατί να τη δώσεις? Σάμπως ξέρεις κι εσύ?

-Δε γαμιέται, θα πάω για καφέ...
~Εμ, δε γαμιέται, γι αυτό θα πας για καφέ...

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010

Στα παλιά βιβλία του πατέρα...

Δεν έχω πολλά να σου δώσω. Τα χρόνια μου μοιάζουν σα να τα έζησε κάποιος άλλος. Άλλος διεκδικούσε και ζητούσε, άλλος έψαχνε, ένιωθε, δεχόταν κι έδιωχνε. Εγώ έστεκα απόμερα και τον παρατηρούσα ή κάποιες άλλες φορές έπαιζα σαν παιδί με τα παιχνίδια μου σε μιαν άκρη. Οι μέρες κύλησαν έτσι, που πλέον, δεν αναγνωρίζω ούτε εκείνον που είχε τη δύναμη να δεχτεί ούτε εκείνον που είχε την αφέλεια να παίζει. Δυο ξένοι στην ίδια πατρίδα, δυο άγνωστοι στο ίδιο σώμα. Και τώρα πρέπει να τους συμφιλιώσω με τέτοιο τρόπο, που να μπορέσουν να δεχτούν κι άλλους ξένους. Ξένους που δεν τους διάλεξαν, αλλά τους κατσικώθηκαν, όπως μας κατσικώνεται η κατάθλιψη ή η ανασφάλεια. Δεν έχω λοιπόν πολλά να σου δώσω και πλέον, είμαι σίγουρος, ότι κι εσύ δεν μπορείς να δεχτείς το δικό μου τίποτα.

Μη με ρωτήσεις πότε το συνειδητοποίησα όλο αυτό. Μπορεί να ήταν πριν ένα μήνα, μπορεί να ήταν πριν ένα χρόνο. Δε θυμάμαι. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι το δέχτηκα σε μια στιγμή. Όταν φτάνοντας στο σπίτι σε είδα να χάνεσαι. Πολλά δεν ήθελα να δεχτώ στη ζωή μου και προσπαθούσα πεισματικά να χωθώ σε εκείνα που με απέρριπταν. Λες κι έτσι θα κέρδιζα το μερίδιο που μου άρμοζε. Κέρδισα άλλα πράγματα, αλλά όχι αυτό. Κέρδισα στιγμές, μνήμες. Κέρδισα συναισθήματα που μετατράπηκαν σε λέξεις, έστω και την τελευταία ημέρα. Κέρδισα ένα «σ’ αγαπάω» που δε θα ξεχάσω. Αυτό το «σ’ αγαπάω» που αναζητούσα όλα αυτά τα χρόνια δίπλα σου, το έβλεπα στα μάτια σου, το ένιωθα όταν μου έφερνες τσιγάρα ή πλήρωνες τις δόσεις του αυτοκινήτου, αλλά δεν το άκουσα από τα χείλη σου, παρά μόνο την τελευταία στιγμή.

Συνειδητοποιώ ότι όλα είναι στιγμές. Μικρές στιγμές που περνούν και χάνονται κι εμείς οφείλουμε να τις κάνουμε πάντα καλύτερες. Στιγμές που τις αναζητούμε, αλλά μερικοί είμαστε τόσο βλάκες που δεν τις αναγνωρίζουμε όταν εκείνες έρχονται. Στιγμές που τις ξαναζώ ζωντανεύοντάς τις είτε μέσω της μνήμης είτε μέσω μιας άλλης παροδικής στιγμής. Σταματώ για τσιγάρο εκεί που μείναμε όταν ήμουν δύο χρονών, λίγο πριν τον Υψηλάντη. Σκέφτομαι όλες τις φορές που περνούσαμε χρόνια μετά και το φώναζα σα χαρούμενο παιδί. Αυτή η στιγμή, του σήμερα, διαρκεί όσο ένα τσιγάρο. Διαρκεί όσο διαρκούσε και το όραμά σου, τότε που γεννήθηκε η Αρετή. Αυτή η φαντασίωση, που τότε αρνήθηκα να αποκωδικοποιήσω και σήμερα τρελαίνομαι να την ακούω από τη μάνα μου.

Όλα στιγμές είναι πατέρα. Στιγμές που αφήσαμε να φύγουν και άλλες που τις δεχτήκαμε απλόχερα. Στιγμές ήταν. Όπως η στιγμή που έφυγες. Μια στιγμή στο τίποτα. Όπως η στιγμή που έζησες. Μια στιγμή στο τίποτα. Όπως τα ταξίδια που κάναμε. Μια στιγμή στο τίποτα. Όπως τα καλοκαίρια στο τροχόσπιτο, στην Κύμη, στη Λειβαδιά, στο Λόγγο, στα Καμένα Βούρλα. Όλα μια στιγμή στο τίποτα είναι. Κι εμείς, μέσα σε αυτό το τίποτα προσπαθούμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Να αξιοποιήσουμε το τίποτα. Άλλοι δεν ενδιαφέρονται, κάποιοι πιο ρομαντικοί τα καταφέρνουν. Είμαι σίγουρος ότι εσύ ανήκες στους δεύτερους. Κατάφερες μέσα σε αυτό το τίποτα να κάνεις οικογένεια, να μεγαλώσεις παιδιά, να φτιάξεις σπίτια. Μα πάνω απ’ όλα κατάφερες να είσαι αγαπητός, ακόμα κι όταν σε πιάνανε τα στραβά σου.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να δεχτώ τον χαρακτήρα σου. Δεν ξέρω αν θα τον δεχτώ τα επόμενα χρόνια. Δεν ξέρω αν θα αφήσω να περάσουν οι μέρες και οι μήνες μέχρι να σου ξαναμιλήσω. Με ξέρεις. Αφήνω τη ζωή μου να εξελίσσεται σα φτερό στον άνεμο. Πάντα είχες μια σιγουριά για μένα, αλλά στο τέλος στα ανέτρεπα όλα. Είτε ήταν καλά είτε κακά τα αποτελέσματα. Όσο ζούσες ήθελα να σε κατηγορώ. Έδινες στους άλλους απλόχερα και σε μένα τίποτα. Πλήρωνα τα σπασμένα άλλων. Να βγάλω το φίδι από την τρύπα. Και το μόνο που ήθελα ως αντάλλαγμα ήταν να παίξω λίγο με αυτό το φίδι, να το γνωρίσω ρε γαμώτο. Αλλά ούτε αυτό δεν κατάφερνα. Το ταλέντο μου ήταν να ξελασπώνω άλλους ή να την πληρώνω γι άλλους.

Καμάρωνες, αλλά δεν το έβλεπα πάντα. Η απληστία με έκανε να ζητώ περισσότερα. Κι αντί να τα διεκδικώ, νευρίαζα σε σένα που δεν τα έδινες. Τώρα σε κοιτάζω, στέκεσαι δίπλα από ένα τριαντάφυλλο και φορώντας το δερμάτινο μπουφάν σου και το αγαπημένο σου καπέλο. Χαίρομαι που όταν έπρεπε να με εμπιστευθείς το έκανες, χαίρομαι που αφέθηκες σε μένα τη μέρα που έπρεπε. Χαίρομαι που δεν πνίγηκες από το συναίσθημά σου. Λυπάμαι που σε έφαγε αυτή η γαμημένη αρρώστια τόσο γρήγορα. Λυπάμαι που δεν καταλάβαμε τίποτα νωρίτερα. Λυπάμαι που κι εγώ σου είπα ότι σε αγαπάω την τελευταία στιγμή, που άφησα εσένα να κάνεις το πρώτο βήμα. Κλείνοντας θέλω να σου ζητήσω μια χάρη: εκεί που θα ‘σαι, ψάξε να βρεις τον Ανδρέα, θα τον γνωρίσεις, είχε μουστάκι κι αυτός, όπως είχες κι εσύ κάποτε, μόνο που σε εκείνον πήγαινε. Θα κρατήσω όλες αυτές τις στιγμές και όλα όσα μου έμαθες. Καληνύχτα πατέρα!

Σάββατο, 12 Ιουνίου 2010

Στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών...


Αναζητώ. Σημαίνει ψάχνω. Σημαίνει ψάχνομαι. Σημαίνει έψαξα. Σημαίνει θα ψάξω. Δεν παίζει ρόλο αν βρήκα κάτι και τι είναι αυτό. Σημασία έχει τι κάνω. Ενεργητικό ρήμα δηλαδή. Δεν είναι σαν το σκοτώνω. Το σκοτώνω δηλώνει αποτέλεσμα. Ότι δηλαδή, αφαιρώ μια ζωή. Άρα, το δικό μου ενεργητικό ρήμα, μετατρέπεται αυτόματα σε παθητικό. Δηλαδή, εγώ σκοτώνω, σημαίνει ότι κάποιος σκοτώθηκε. Όμως, δεν μπορείς να πεις σκοτώθηκα και να το εννοείς κυριολεκτικά. Γιατί η παθητική ερμηνεία του ρήματος, δε γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Κι όμως, το ρήμα υπάρχει κι αν θέλουμε να το κλίνουμε οφείλουμε να ξεκινήσουμε από το πρώτο πρόσωπο. Η αντίθεση αυτών των δύο ρημάτων είναι εμφανής. Όμοια είναι και η αντίθεση του ερωτεύομαι και του αγαπώ. Εδώ όμως, οι διαφορές τους είναι σαφώς δυσδιάκριτες.

Όταν λες ερωτεύομαι, εκφράζεις ένα συναίσθημα. Ένα συναίσθημα που σε οδηγεί στις πιο παράλογες πράξεις. Δε διαλέγεις ποιον θα ερωτευθείς. Απλώς τον ερωτεύεσαι. Μπορεί να έχει επάνω του κάποια στοιχεία που να είναι αυτά που ποθείς στον κάθε ένα, αλλά αν ψάξεις τη σύνδεση με το παρελθόν, δεν είναι εκείνα που θα σε οδηγήσουν στο γιατί είσαι ερωτευμένος με τον ένα ή με τον άλλο. Ερωτεύεσαι λοιπόν, αυτό το ακαθόριστο, αυτό το αχανές μυστήριο, που θα καταλήξει είτε σε ένα καλό κρεβάτι και τίποτα παραπάνω είτε σε ένα πολύ καλό κρεβάτι και πάρα πολλά παραπάνω. Το θέμα όμως, δεν είναι τι θα επακολουθήσει. Το θέμα είναι ότι ο έρωτας είναι μια φούσκα, έτοιμη να σκάσει ανά πάσα στιγμή. Σαν τον ακροβάτη που ισορροπεί στις ταράτσες ετοιμόρροπων σπιτιών. Κι όπως κάθε ακροβάτης σε εκείνο το σκοινί –ή την ταράτσα εν προκειμένω- είναι μόνος του. Ο ερωτευμένος μόνος του παλεύει, μόνος του κερδίζει και μόνος του χάνει. Συνοδοιπόρος ουδείς. Τραυματιοφορείς, δύο. Ιατρός ένας. Το μόνο που κάνει είναι να τον ανακάμψει ή να διαπιστώσει απλώς το θάνατο του ακροβάτη.

Αυτός ο έρωτας σε αναζωογονεί. Όταν είσαι υπό την επήρειά του νομίζεις ότι μπορείς να πετύχεις τα πάντα. Τα πάντα ή τίποτα. Δεν έχει σημασία το αποτέλεσμα όμως. Σημασία έχουν τα γεγονότα. Μπορείς να προσπαθήσεις να κερδίσεις τα πάντα με άδικους τρόπους, καταπατώντας ελευθερίες, φυλακίζοντας συναισθήματα. Μπορείς να είσαι δίκαιος, να ανοιχτείς, να ρισκάρεις. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ίδιο και στις δύο περιπτώσεις ή –ακόμα χειρότερα- οξύμωρο και στις δύο περιπτώσεις. Μέσα από την αδικία δηλαδή, μπορεί να κερδίσεις πολλά, ενώ μέσα από τον δίκαιο δρόμο να τα χάσεις όλα. Οι ερωτευμένοι, ζουν σε ένα κύκλωμα ψευδαισθήσεων. Ένα τηλέφωνο την ώρα που σκέφτεσαι το αντικείμενο του πόθου σου και η τρέλα της φαντασίωσης επιβιώνει. Ένα δώρο απλό για το εν λόγω αντικείμενο –ή υποκείμενο- και αναγεννάσαι. Ο έρωτας, είναι η κινητήριος δύναμη των πάντων. Άλλοι τον νιώθουν, άλλοι όχι. Τον επιζητούν όλοι και ελάχιστοι είναι οι τυχεροί που θα τον κερδίσουν άπαξ και διαπαντός. Κι αυτοί οι τελευταίοι, οι τυχεροί, κερδίζουν μαζί και την δύναμη της αγάπης. Εκείνης της αγάπης που μας κάνει να νιώθουμε πλήρεις, ασφαλείς.

Η αγάπη είναι ο αντίποδας του έρωτα. Ένα συναίσθημα που κρύβει πάμπολλες δυνάμεις. Όταν σε αγαπούν μπορείς να κινηθείς εύκολα μπροστά, να κάνεις βήματα ή άλματα. Η αγάπη σε οδηγεί σε εκείνο το συναίσθημα όπου η ζωή είναι μια εύκολη περιδιάβαση. Σου σκάνε δυσκολίες, αλλά δε νοιάζεσαι. Τις ξεπερνάς εν μία νυκτί σχεδόν. Γιατί ο άλλος, έχει τη δύναμη και την αντοχή να σε αγαπάει γι αυτό που είσαι. Και μερικές φορές, αν είσαι πάρα πολύ τυχερός, να σε αγαπάει παρότι είσαι αυτό που είσαι. Αυτό το τελευταίο δεν είναι μόνο σπάνιο, αλλά συγκρίνεται μόνο με την αγάπη της μάνας. Και σε αυτό το τελευταίο εξηγούνται πολλά οιδιπόδεια συμπλέγματα, αλλά δεν είναι του παρόντος. Η αγάπη λοιπόν, είναι μια κατάσταση ενεργοπαθητική. Αγαπώ, σημαίνει ότι εκφράζω ένα συναίσθημα δυνατό. Η αγάπη κρύβει χίλιους θανάτους. Αγαπάς και σκοτώνεσαι. Ερωτεύεσαι και ανασταίνεσαι. Οι ερωτευμένοι ή όσοι έχουν περάσει από μία ερωτική απογοήτευση ανασταίνονται μόνο μέσω άλλων ερώτων. Αυτή που χάνουν αγαπημένους, ζουν έναν αιώνιο θάνατο. Κοιμούνται και ξυπνούν με το φάντασμα μέσα τους. Δεν ξεχνούν, ποτέ. Δεν γιατρεύονται. Ο αγαπημένος βρίσκεται κάπου αλλού, ακόμα κι αν είναι εν ζωή. Και μερικές φορές, όταν είναι εν ζωή δηλαδή, πρέπει μέσα τους να τον θάψουν για να μπορέσουν να προχωρήσουν. Πρέπει να βιώσουν τις μικρές συνθήκες θανάτου, ενός εικονικού θανάτου, αν θέλουν να μπορούν να αγαπήσουν. Κι όταν στον δρόμο συναντήσουν τον άλλο, θα τον προσπεράσουν, κοιτάζοντας το απέναντι πεζοδρόμιο ή κάνοντας ότι δένουν τα κορδόνια τους.

Αγαπώ ή αγαπάω, όπως είναι πιο όμορφο ηχητικά, σημαίνει ανέχομαι, σιωπηρά και χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθώ. Ανέχομαι, γιατί το γουστάρω, όπως γουστάρω εσένα κι εσύ εμένα. Ανέχομαι, γιατί το σημείο καμπής της ζωής μου, είσαι εσύ. Με σένα όλα αρχίζουν και τελειώνουν όταν εσύ φεύγεις. Αν εσύ φύγεις, θα κλείσει ο κύκλος μου. Δε θα μπορώ να συνεχίσω να ζω με όσα σε θυμίζουν και δε θα μπορείς να συνεχίσεις να ζεις με όσα με θυμίζουν. Χωρίζουμε τους δρόμους μας και επιβιώνουμε ο ένας χωρίς τον άλλο. Μαθαίνουμε να επιβιώνουμε. Και μάλιστα χωρίς να το θέλουμε. Γιατί κάποια στιγμή, καταλαβαίνουμε, πως όλα όσα μάθαμε, είναι δυναμικές κατασκευές, που κάποια στιγμή μπορεί να αλλάξουν και το οικοδόμημα αυτό να μετατραπεί σε κάτι άλλο, χωρίς την άδεια του σχεδιαστή.

Αν ο έρωτας είναι το αναζητώ, τότε η αγάπη δεν μπορεί να είναι το σκοτώνω. Αν όμως η αγάπη είναι το αναζητώ, τότε μόνο ο έρωτας μπορεί να είναι το σκοτώνω. Όποιος ερωτεύεται έχει σκοτώσει πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό και την αναζήτηση της αγάπης. Μόνο όταν αγαπάς μπορείς να βρεις και μόνο όσοι αγάπησαν κατάφεραν να βρουν. Δε θα βγεις αλώβητος, όλη αυτή η αναζήτηση θα σου αφήσει κάποιο κουσούρι, που τώρα αδυνατείς να δεις ή να κατανοήσεις, μα στο μέλλον θα το αναγνωρίσεις χωρίς καν να χρειαστεί να το ψάξεις. Κι αυτοί που τότε σε φτύνανε, σήμερα θα σε καλοδεχτούν, γιατί εσύ κατάλαβες ότι το τίποτα υπάρχει, ακόμα κι όταν κάποιοι άλλοι δεν το είδαν ποτέ, γιατί δε θέλησαν ή γιατί δεν μπόρεσαν. Σημασία έχει ότι εσύ το κατάλαβες. Κι αφού κατάφερες να το καταλάβεις, καλό κουράγιο!