Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Της φωτιάς οι μάγοι...


Από τη μέρα που γεννήθηκα μέσα μου καίει μια φωτιά και συγχρόνως υπάρχει και λίγο νερό να με γαληνέψει. Η φωτιά άλλες φορές φουντώνει και καίει τα δάση μου και άλλες μένει σαν κερί αναμμένη να μου φωτίζει τις νύχτες. Από την άλλη, το νερό, μία με γαληνεύει και μία σαν άγρια θάλασσα ξεσπάει σε κύματα που στο πέρασμά τους καταστρέφουν τα πάντα. Ποτέ η θάλασσά μου δεν κατάφερε να σβήσει τις φωτιές μου και ποτέ οι φωτιές δεν έκαναν το νερό να εξατμιστεί. Το μόνο που κατάφερνα πάντα ήταν μια σειρά από εκρήξεις με παράπλευρες απώλειες και μερικές φορές, με ουσιαστικές απώλειες. Έτσι, γύρω στα δέκα μου έχασα την παιδική μου ηλικία, γύρω στα δεκαπέντε άρχισα να ανάβω φωτιές και κάπου στα δεκαοχτώ τις έσβησα. Μέχρι που έφτασα τα είκοσι και κύματα ανέβηκαν ως πάνω, έτοιμα να με πνίξουν. Η λύση πρόχειρη: Φυγή. Και από τότε μου έγινε συνήθεια.

Στους περισσότερους ανθρώπους η ζωή καθορίζεται από γεγονότα, εγώ ακόμα και σ' αυτό διαφέρω. Την δική μου τη ζωή την καθορίζουν ονόματα. Κυρίως γυναικεία, αν και υπάρχει κι ένα αντρικό που εδώ δεν θέλω να το αναφέρω. Θα ξεκινήσω από τότε που αποφάσισα να σβήσω τις φωτιές, στα δεκαοχτώ. Όνομα περιόδου: Δέσποινα. Άφησα χιλιάδες ελπίδες πάνω της. Νόμιζα ότι είχε έρθει η γαλήνη στη ζωή μου, νόμιζα ότι επιτέλους είχα ηρεμήσει. Μέγα σφάλμα. Ήταν η αρχή γι αυτό που θα ακολουθούσε. Στα είκοσι ήρθε το τέλος και η άμεση φυγή μου στο εξωτερικό, "το παιδί έπρεπε να ξεχάσει". Έτσι δεν έμαθα να διεκδικώ τίποτα. Δεν πρόλαβα να επιστρέψω και να συνηθίσω την άνοιξη της Ελλάδας και η πατρίδα με κάλεσε να την υπηρετήσω μέσα από τα κύματα. Φορτώθηκα τις ενοχές και τις ανασφάλειές μου, πήρα και τον Καββαδία να με συντροφεύει στα ατέλειωτα ταξίδια στο Αιγαίο και έφυγα για να ηρεμήσω τις δικές μου θάλασσες.

Αλλαγή πλεύσης και αλλαγή ονόματος. Όνομα περιόδου: Μαρία. Εγώ στην Κρήτη, αυτή Αθήνα. Το τηλέφωνο στα ύψη και τα σαββατοκύριακα να τρέχω να προλάβω πλοία, τρένα κι αεροπλάνα. Ηρεμία, ασφάλεια, σιγουριά, πρόοδος. Ανακάλυψα ότι μπορώ να γράφω τις σκέψεις μου. Ανακάλυψε ότι μπορεί να ξεφεύγει. Ένα χρόνο αργότερα το οικοδόμημα έπεσε, σωριάστηκε κάτω σαν τη Ρικομεξ και έμεινα να το χαζεύω στην αρχή. Άρχισαν τα τηλέφωνα από τους συγγενείς, "πως είναι το παιδί?". Όλοι μιλούσαν ψιθυριστά, μήπως και τους ακούσω. Ας είναι καλά τα ντούμπλεξ. Οι φίλοι έβαλαν μπροστά τα ψέματα: "Την ημέρα του γάμου την έπεσε στον Άρη." Άρχισαν κι οι δικές μου απειλές. Οι φίλοι διαγράφηκαν, εγώ διαγράφηκα από εκείνη. Ακόμα και σήμερα το όνομά μου είναι κόκκινο πανί. Κάποιους μήνες αργότερα "ανακάλυψε" ότι υπήρχαν "ψέματα". Ποτέ δεν ανακάλυψε ότι μόνο εκείνη ήξερε την αλήθεια.

Η θάλασσα άρχισε να γαληνεύει, οι φωτιές έσβησαν κι έξι μήνες μετά ήρθε κάτι καινούριο. Όνομα περιόδου: Βάσω. Από τα μεγαλύτερά μου λάθη. Ίδιες ιδέες με μένα, τουλάχιστον φαινομενικά, όταν το κατάλαβα ήταν νωρίς, αλλά έπεισα τον εαυτό μου ότι είχε δει λάθος. Κι έτσι προχώρησα. Μέσα από την Γεωργία και από μια εγχείρηση που με κράτησε μακριά απ' όλους κι απ' όλα κατάλαβα το μέγιστον του λάθους κι έτσι έληξε. Οι παράπλευρες απώλειες ήταν πολλές. Παρέες έσπασαν στα δύο, φίλοι σταμάτησαν να μιλάνε, φίλες μαλλιοτραβήχτηκαν. Τώρα πια οι μεν μας βλέπουν στο δρόμο και δεν μας μιλάνε και εμείς απλά περιμένουμε την ευκαιρία να πούμε ένα γεια χωρίς κακία. Ίσως σε καμιά κηδεία ή σε καμιά συνάντηση μετά από χρόνια.

Μετά έγιναν όλα πολύ γρήγορα. Όνομα περιόδου: Μαρία και Δέσποινα. Δύο παρελθόντα ονόματα επέστρεψαν στο προσκήνιο. Τα ονόματα ήταν ίδια, τα πρόσωπα διαφορετικά. Από την μία η Μαρία, που αγκομαχούσα να την καταλάβω και αφού δεν τα κατάφερα, η Δέσποινα που πάλευε να καταλάβει εμένα. Τώρα πια νομίζω ότι η Δέσποινα με κατάλαβε κι ότι εγώ κατάλαβα τη Μαρία. Έπρεπε να συναντήσω κι άλλους ανθρώπους για να δω τι πραγματικά συνέβαινε. Μόνο που το ποτάμι πίσω δε γυρνάει κι έτσι πήγα λίγο παρακάτω, χωρίς απώλειες, τουλάχιστον για μένα. Η Μαρία βρήκε τη λύση, ευτυχώς, η Δέσποινα έσβησε τα ίχνη της.

Και ήρθε η στιγμή όπου άρχισε το τέλος να φαίνεται από μακριά, πίσω από έναν γκισέ κάποιας τράπεζας. Όνομα περιόδου: Βαρβάρα. Λένε πως όταν ερωτεύεσαι μέσα στο καλοκαίρι είναι λάθος. Μεγάλη αλήθεια. Τον χειμώνα φαίνεται η ουσία. Στην αρχή ήταν όλα καλά. Καλοκαιρινές βόλτες, φθινοπωρινοί περίπατοι και ούτω καθεξής. Και μπήκε ο χειμώνας από το παράθυρο και από την πόρτα έφυγε ο έρωτας. Χαιρέτησε επίσημα, μας είπε ότι το απόλαυσε και μας άφησε να τρώμε τα μουστάκια μας, τα δικά μου δηλαδή γιατί εκείνη δεν είχε, ευτυχώς. Μέχρι που την πρωτοχρονιά το αμάξι έφερε καμιά δεκαπενταριά σβούρες και μαζί με αυτό έφεραν και τα νεύρα μου. Πλήρης διαγραφή, οριστικό τέλος. Αλλαγή χρόνου και επαναφορά στην ηρεμία. Οι φωτιές έσβησαν μόνες τους, δεν υπήρχε τίποτε άλλο για κάψιμο τώρα πια.

Και πλησιάζουμε στο τέλος. Όνομα περιόδου: Αγγελική. Προσπάθεια ανάτασης, ταξίδια στη Θεσσαλονίκη και νέες γνωριμίες με νέους ανθρώπους. Έρωτας στο φουλ, χαρά στα ύψη, ζωή χαρισάμενη. Μέχρι που η Αναστασία μου έδειξε ότι έχει έρθει το τέλος. Εγώ όμως, ως γνησιότατος εγωιστής το τράβηξα πιο πέρα και προσπάθησα κι άλλο. Η Κατερίνα ήρθε κι αυτή να μου δείξει το τέλος κι έτσι έγινε. Η ιστορία τελείωσε, εγώ όμως πάντα σε εκείνη έτρεχα όταν κάτι πήγαινε σκατά. Και τότε, όλα πήγαιναν σκατά. Τον επόμενο χρόνο επέστρεψε και πάλι η Αγγελική κι εγώ πρόσθεσα άλλη μία περίοδο μέσα στην ήδη υπάρχουσα. Όνομα υποπεριόδου: Χριστίνα. Φύγαμε κι οι δύο ταυτόχρονα, γυρίσαμε επίσης ταυτόχρονα. Ο καθένας είχε άλλες βλέψεις. Τώρα πια χωρίσαμε τους δρόμους, ολοκληρωτικά θέλω να πιστεύω. Τέλειωσε και η κυρίαρχη περίοδος.

Συμπέρασμα: Κάθε περίοδος της ζωής μου, κάθε γυναικείο όνομα, σηματοδοτεί και μία απόρριψη. Είτε ερωτική είτε συναισθηματική είτε σε επίπεδο συνεννόησης. Αποφάσισα να κυνηγήσω κι έφαγα τα μούτρα μου. Η περίοδος που διανύω είναι ανώνυμη κατ' επιλογήν. Αν της δώσω όνομα θα με καταστρέψει και το χειρότερο είναι ότι θα αφεθώ ακόμα περισσότερο στην αυτοκαταστροφή μου. Μικρή μου ανώνυμη περίοδε, σε καλωσορίζω. Έλα να μου τα πάρεις όλα και όταν δεις να έρχονται της φωτιάς οι μάγοι βάλτους να κάτσουν κι άστους να ανάψουν φωτιές όπου γουστάρουν, άστους να κάψουν τα πάντα και πες τους ότι καιρό τους περίμενα. Ίσως έτσι πάψω να νιώθω τόσο δυνατά συναισθήματα και να φοβίζω τόσο τους ανθρώπους. Έλα να σε κεράσω μια μπύρα μικρή μου κι αν μεθύσεις εύκολα δεν πειράζει, έμαθα να κρατιέμαι τώρα πια.

Δεν υπάρχουν σχόλια: