Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Κόπιασε κόρη μες στου ονείρου μου τ’ αλώνι...


Τι είναι αυτό που μας κάνει να πονάμε? Τι είναι εκείνο που μας ρίχνει πιο βαθιά και από την άβυσσο? Γιατί αφήνουμε τον εαυτό μας ελεύθερο στα θηρία? Γιατί δεχόμαστε τόσο εύκολα να κατασπαραχτούμε από ύαινες και λύκους και μαχόμαστε δυναμικά τα λιοντάρια? Χιλιάδες οι ερωτήσεις μέσα μου και μπορώ να δώσω αμέτρητες απαντήσεις, μπορώ να βρω δισεκατομμύρια απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα, μα ξέρω πως σε κάθε μία απάντηση θα μου γεννιέται ένα καινούριο ερώτημα. Και ο κυκεώνας δεν θα έχει τέλος, οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις θα πηγαινοέρχονται κι εγώ εις μάτην θα προσπαθώ να βρω τέλος μέσα στην άβυσσο και μέσα στον κυκλώνα του νου μου. Μα να, ξεπηδά από μέσα μου ένα παιδί, ένας μικρός κρατώντας στο χέρι του ένα κοριτσάκι και προχωρούν, περπατάνε ήρεμα, βαδίζουν χωρίς να λένε πολλά, απλώς τους βλέπω να έρχονται. Δεν μπορώ να διακρίνω πρόσωπα, αδυνατώ. Η απόσταση είναι τεράστια και προτιμώ να κάτσω εδώ στον βράχο μου, προτιμώ να τους ακούσω όταν θα πλησιάσουν. Τους βλέπω όμως και τους χαίρομαι. Είναι τόσο μικροί, τόσο απαίδευτοι, δεν ξέρουν γιατί κρατιούνται από το χέρι, δεν ξέρουν γιατί μαζί βαδίζουν, μα είναι εκστατικό να τους βλέπεις.

Φτάνουν κοντά μου, κάθονται κάτω, αδιαφορούν για την ύπαρξή μου. Τώρα μπορώ να διακρίνω τα πρόσωπά τους. Εκείνος είναι μελαχρινός, κάπως αδύνατος, αγύμναστος. Το πρόσωπό του δεν έχει σημάδια, παρά μόνο ένα στο κούτελο. Ο λαιμός του είναι κανονικός, τα χέρια του μακριά και τα δάχτυλά του κανονικά. Τα νύχια του κάπως περίεργα, αντιαισθητικά θα τα έλεγα, μα δεν δείχνει να τον ενοχλεί. Φοράει ένα πορτοκαλί πουλόβερ και ένα ανοιχτό μπλε τζιν παντελόνι. Τα μάτια του είναι συνηθισμένα, καστανά, αλλά πλήρως μελαγχολικά. Το στόμα του κανονικό και τα χείλη του λίγο σαρκώδη. Δεν δείχνει διαφορετικός, μάλλον συνηθισμένο θα τον έλεγα. Θα μπορούσε να είναι ο οποιοσδήποτε. Η κοπέλα είναι εκθαμβωτική. Έχουν το ίδιο ύψος περίπου, καστανόξανθη με καρέ μαλλιά, μάτια ανοιχτά, αδύνατο σώμα, χέρια κανονικά και νύχια μακριά. Έχει ψηλό λαιμό και είναι ντυμένη απλά αλλά ταυτόχρονα σου τραβάει την προσοχή. Είναι από τους ανθρώπους που είτε το θες είτε όχι τους παρατηρείς.

Δεν μιλάνε. Είναι σιωπηλοί. Κοιτάζονται. Εκείνος σηκώνει το χέρι του, την χαϊδεύει στο πρόσωπο, πιάνει το χέρι της και χαϊδεύει το εσωτερικό της παλάμης της. Την αγγίζει ήρεμα, σα να περιεργάζεται το δέρμα της. Εκείνη τον κοιτάζει και μετά κοιτάζει κάτω, χαμογελάει αινιγματικά. Προσπαθώ να μαντέψω την σκέψη της, αλλά συγχρόνως φοβάμαι ότι δεν θέλω να ξέρω τι σκέφτεται. Δεν μιλάνε, δεν φιλιούνται, απλώς αγγίζουν ο ένας τον άλλο. Κοιτιούνται στα μάτια, ώρα ολόκληρη. Χαμογελάνε ο ένας στον άλλο, μιλάνε περισσότερο με τα μάτια. Τα λόγια τούτη τη στιγμή μοιάζουν φτωχά. Εκείνος σηκώνεται, πλησιάζει προς το μέρος μου. Νιώθω αμήχανα. “Μήπως έχετε ένα μολύβι κι ένα χαρτί?” Βγάζω και του δίνω το ημερολόγιό μου και το στυλό. Το κοιτάει, το περιεργάζεται, σκίζει δύο φύλα και μου το επιστρέφει. “Σε λίγο θα σας φέρω και το στυλό”, μου λέει κι επιστρέφει στην κοπέλα. Αρχίζει να γράφει. Γράφει ασταμάτητα. Αναρωτιέμαι τι μπορεί να γράψει ετούτος ο πιτσιρικάς, πως μπορεί να θαμπώσει αυτή την κοπέλα. Θα έχει ακούσει χιλιάδες λόγια και θα έπαψε να πιστεύει έτσι απλά τους ανθρώπους. Τελειώνει το γράψιμο, της δίνει το χαρτί και επιστρέφει σε μένα. Μου δίνει το στυλό και φεύγει. Επιστρέφει πάλι στην κοπέλα. Την αγκαλιάζει, τη σηκώνει και φεύγουν.

Τους κοιτάζω να απομακρύνονται, να χάνονται στο βάθος. Ο ορίζοντας μου απαγορεύει να δω το περπάτημά τους και τελικά εξαφανίζονται από το οπτικό μου πεδίο. Αφού σιγουρεύτηκα ότι χάθηκαν, αφού σιγουρεύτηκα ότι δεν θα επιστρέψουν σηκώνομαι και πλησιάζω το σημείο που καθόντουσαν. Βρίσκω κάτω τα δυο φύλα που εκείνος της έδωσε. Τα σηκώνω, κοιτάζω γύρω μου μήπως επέστρεψαν και τα αναζητούν. Δεν θέλω να φανώ αδιάκριτος. Δεν βλέπω κανέναν και αρχίζω να τα διαβάζω. Δεν έχω τίποτα να χάσω. Ας δανειστώ λίγες στιγμές ευτυχίας από κάποιον άλλο, ας δανειστώ λίγη ψευδαίσθηση, δεν με πειράζει. Νομίζω ότι κι εκείνος που το έγραψε θα χαιρόταν αν έδινε χαρά σε κάποιον άλλο εκτός του αποδέκτη. Σε κάποιον τυχαίο.

“Πολλές φορές αναρωτήθηκα τι είναι εκείνο που με κάνει να σε αναζητώ. Πολλές φορές απόρησα γιατί ενώ τσακωνόμαστε συνέχεια, γιατί ενώ μαλώνουμε αδιάκοπα κι αδιάλειπτα μένουμε ο ένας κοντά στον άλλο. Πολλές φορές σκέφτηκα ότι μόνο μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε. Απαντήσεις ανύπαρκτες κι ερωτήσεις χιλιάδες. Ξέρω μόνο πως όταν μένω μόνος μου στο σκοτάδι σε αναζητώ, αναζητώ μια σου λέξη, μια αγκαλιά σου, έναν από εκείνους τους λόγους σου που με κάνουν να ορθοποδώ και να προχωρώ μπροστά. Δεν θέλω να είμαι ο κλέφτης της ψυχής σου, θέλω να είμαι εκείνος που σου κρατάει το χέρι όταν πας να πέσεις. Λατρεύω τον τρόπο που μου μιλάς, που με αγγίζεις, που με αναζητάς. Λατρεύω όταν σε ακούω να με αποκαλείς μικρό, όταν εκεί που καταλαβαίνω πόσο μόνος είμαι έρχεσαι δίπλα μου και μου επιβεβαιώνεις ότι η μοναξιά είναι πάντα μέσα στο μυαλό μου.

Θυμάμαι τη μέρα που σε γνώρισα, τη μέρα που σου μίλησα. Σε είχα στήσει απέναντι και ετοιμαζόμουν να σε λιθοβολήσω. Αργότερα αρχίσαμε να μιλάμε περισσότερο, να καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο, να νιώθουμε τις αδυναμίες του. Μου ζήτησες να σε αγαπάω τώρα που είμαστε νέοι και μπορούμε να κάνουμε θαύματα, σου ζητάω να με αγαπάς μέχρι να γεράσουμε και τα θαύματα θα τα βλέπουμε σαν στιγμές στο παρελθόν. Δεν είναι ότι φοβάμαι εσένα, φοβάμαι όμως τα σημάδια μου πάνω σου. Όσες φορές κι αν σε χάσω, όσες φορές κι αν σε διώξω, άλλες τόσες θα σε κυνηγήσω, θα σε ψάξω, θα κινήσω γη και ουρανό για να σε βρω. Κοίτα πίσω σου, κοίτα το παρελθόν μας, άσε το νου σου ελεύθερο από σκέψεις και θυμήσου πόσες φορές σε έψαξα, σε αναζήτησα, σε ακολούθησα. Κοίτα πίσω μας και θα δεις όλη την αλήθεια που τα λόγια μου και οι πράξεις μου κρύβουν. Πίστεψέ με και αν με πιστεύεις πραγματικά, άσε τούτα εδώ τα χαρτιά κάτω, άστα να τα πάρει ο αέρας και να τα βρει κάποιος άλλος, που θα καταλάβει ότι στον κόσμο μπορείς να αγαπάς ή να φοβάσαι. Αν αγαπάς θα διώξεις κάθε φόβο, αν φοβάσαι θα κρυφτείς από την αγάπη. Ακολούθησέ με και άσε τούτες τις σκέψεις να τις βρει κάποιος άλλος και να καταλάβει ότι όταν θέλουμε κάτι, το μπορούμε.”

Τα αφήνω κι εγώ κάτω. Τρομάζω στην σκέψη ότι κάποιος μπορεί με τόση δύναμη και τόση απλότητα να ακολουθήσει κάποιον άλλο. Προχωρώ μακριά, σκέφτομαι αν έπρεπε να πάρω μαζί μου τούτα τα χαρτιά, να τα δείξω σε σένα, να στα χαρίσω. Ένας μικρός είπε όσα εγώ δεν μπορώ να σου δείξω. Ένας μικρός αποδείχτηκε μεγαλύτερος από μένα. Ένας μικρός με έκανε να νιώσω μικρότερος κι από βρέφος. Γιατί τόσοι φόβοι θεέ μου? Γιατί τόσος τρόμος να με περικλείει? Κρατάω μόνο την τελευταία πρόταση που εκείνος ο πιτσιρίκας έγραψε: “Κόπιασε κόρη μες στου ονείρου μου τ’ αλώνι”...

Δεν υπάρχουν σχόλια: