Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Αυτός ο κόσμος που αλλάζει...


Πάντα του άρεσε να γράφει σε τρίτο πρόσωπο. Να μιλάει για τον εαυτό του σα να ήταν κάποιος άλλος. Καθόταν στον υπολογιστή του, αντίκριζε την λευκή οθόνη και ξεκινούσε το γράψιμο. Δημιουργούσε έναν τρίτο χαρακτήρα, όχι άμεμπτο, αλλά καθ’ όλα ανθρώπινο. Τον έφτιαχνε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του. Του έβαζε τις δικές του αδυναμίες, τον έντυνε με τα δικά του ρούχα, τον έκανε να καπνίζει τα ίδια τσιγάρα με κείνον. Δεν του άλλαζε τίποτα. Ακόμα κι όταν δεν ήθελε να μοιάζει με αυτόν, κάτι τον έκανε να τον δημιουργεί ολόιδιο. Όχι απλά όμοιο, αλλά ίδιο. Δεκαπέντε χρόνια τώρα, ακριβώς οι ίδιοι χαρακτήρες. Μέσα στον καιρό εξελίσσονταν, μερικές φοβίες έφευγαν, κάποιες αδυναμίες μετατρέπονταν σε δύναμη, οι ανασφάλειές του τον έκαναν πιο σίγουρο. Ποτέ όμως δεν διάβαζε τους χαρακτήρες των κειμένων του. Αυτό ακόμα δεν είχε καταφέρει να το πολεμήσει. Δεν άντεχε να βλέπει το παρελθόν του. Όχι γιατί δεν ήθελε να θυμάται πως ήταν ούτε γιατί δεν ήθελε να δει που έχει φτάσει. Φοβόταν μόνο μην τυχόν δεν έχει ξεπεράσει τίποτα από όλα αυτά και δεν κατάφερε να προχωρήσει. Δεκαπέντε χρόνια τώρα. Χιλιάδες χαρακτήρες. Άλλοι σε ποιήματα, άλλοι σε μικρά κείμενα, άλλοι σε νουβέλες, σε θεατρικά, σε σίριαλ. Τόσοι πολλοί.

Μια μέρα δεν άντεξε. Μπήκε μέσα στο σπίτι του, άναψε τα φώτα, κλείδωσε καλά, έβαλε διάφορα τραγούδια να παίζουν, έφτιαξε έναν καλό καφέ και κάθισε στον υπολογιστή του. Άνοιξε το συρτάρι του και έβγαλε έναν τεράστιο φάκελο. Τον κοίταξε για λίγο, σα να το σκεφτόταν. Ήξερε ότι έτσι θα αντιμετώπιζε όλη την αλήθεια. Θα έβλεπε το πριν, θα έβλεπε την εξέλιξη. Θα ήξερε αν άλλαξε, αν έμεινε ο ίδιος. Φοβόταν την στασιμότητα. Την απεχθανόταν. Ήθελε να αλλάζει τα πάντα γύρω του. Τους άλλους, τον εαυτό του, όλο τον κόσμο. Ήξερε όμως ότι κανείς δεν αλλάζει αν δεν το θέλει κι έτσι αποφάσισε να αλλάξει μόνο το δικό του κόσμο, να περιορίσει αυτό το τεράστιο εγώ του. Έβγαλε όλα τα κείμενα από τον φάκελο, όλες τις αναλύσεις, άνοιξε όλα τα word στον υπολογιστή του και άρχισε το διάβασμα. Τίποτα δεν ήταν σε χρονολογική σειρά. Είχε καλή μνήμη όμως. Θυμόταν τι ήταν παλιό και τι όχι.

Άρχισε το διάβασμα. Είδε όλες τις φοβίες του, τις ανασφάλειές του. Διάβασε για τους έρωτες που έχασε, για τα λάθη που έκανε όσο βρισκόταν μέσα σε αυτούς τους έρωτες. Αυτά που έχασε για να κρατήσει ανθρώπους δίπλα του. Αυτά που κέρδισε όταν έχασε κάποιους ανθρώπους. Συνέχισε το διάβασμα για ώρες. Δεν τόλμησε να κοιτάξει το ρολόι. Ο χρόνος δεν είχε σταματήσει, είχε γυρίσει πίσω. Θυμήθηκε, αλλά συνέχισε να διαβάζει. Οι λέξεις ήταν εκεί μπροστά του. Απλώνονταν γεμάτες, ήρεμες, ζωντανές όμως όσο ποτέ άλλοτε. Έβλεπε τι ήταν. Δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Αυτές οι λέξεις τον κατακεραύνωναν. Ξεφύλλιζε τις σελίδες μία μία. Προχωρούσε στην επόμενη μέρα, στον επόμενο μήνα, στον επόμενο χρόνο. Πήρε ένα στυλό και άρχισε να σημειώνει. Άρχισε να διαγράφει λέξεις, να σβήνει εκφράσεις ολόκληρες. Άρχισε να αλλάζει τους χαρακτήρες. Προχώρησε κι άλλο. Στα περιθώρια δίπλα σημείωνε σκέψεις. Άρχισε να διορθώνει τους χαρακτήρες.

Ώρες ολόκληρες σημείωνε τα πάντα. Διάβαζε και σημείωνε, έγραφε, ανέλυε. Ώρες ολόκληρες. Ανέλυε μια ζωή. Θυμήθηκε τη συναισθηματική φόρτιση όταν τα έγραφε. Συνέχισε να αλλάζει τα πάντα. Να πειράζει τις παλιές του σκέψεις. Μια ζωή μέσα σε λίγες ώρες. Την άλλαζε, τη διόρθωνε. Κουρασμένος πια, άνοιξε ένα καινούριο word, πήρε ένα από τα έτοιμα τσιγάρα του και ξεκίνησε το γράψιμο. Τα δαχτυλά του πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή ήταν σα να έπαιζαν πιάνο. Οι ήχοι των πλήκτρων δεν ήταν τόσο μονότονοι. Έγραφε, έγραφε, έγραφε. Σαν τρελός. Δεν σταματούσε να γράφει. Γέμισε σελίδες. Κάποια στιγμή τελείωσε. Έστριψε ένα τσιγάρο και κάθισε να το διαβάσει. Ξεκινούσε έτσι: "Είμαι ένας μικρός εγωιστής, ένας άνθρωπος που αρέσκεται να κλείνεται στον εαυτό του. Σας ζητώ συγγνώμη γι αυτό." Το διάβασε ολόκληρο. Το ρούφηξε μέσα σε μια μέρα. Τελείωνε κάπως έτσι: "Είμαστε αυτό που είμαστε. Καλοί, κακοί, ανάποδοι, σωστοί, λάθος, άνθρωποι, ζώα, κτήνη. Είμαστε αυτό που είμαστε. Αγαπάμε αυτούς που αγαπάμε. Είμαστε αυτό που είμαστε. Κι αν θέλουμε να αλλάξουμε ό,τι είμαστε, πρέπει πρώτα να αλλάξουμε αυτό που μας πηγαίνει πίσω. Είμαστε αυτό που είμαστε. Πάντα μου άρεσε να γράφω σε τρίτο πρόσωπο. Να μιλάω για τον εαυτό μου σα να ήμουν κάποιος άλλος. Είμαι αυτό που είμαι και δε φτάνει μόνο να θέλω εγώ να αλλάξω, πρέπει και να με πιστέψουν αυτοί που αγαπάω, αλλιώς δεν υπάρχει κανένας λόγος να βιώσω μόνος μου αθυτή την αλλαγή." Ήταν η πρώτη φορά που έγραψε σε πρώτο πρόσωπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: