Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τρίτη, 27 Ιανουαρίου 2009

Που να ‘σαι τώρα, που γυρνάς?


Να ‘μαι πάλι εδώ. Γνώριμος χώρος για μένα, να μιλάω για το τέλος. Αυτό το τέλος που τόσο απεχθάνομαι να βιώνω. Να νιώθω τους ανθρώπους να χάνονται. Easy comes, easy goes, λένε οι άγγλοι. Δεν έχουν κι άδικο. Μερικές καταστάσεις δεν πρέπει να τις πιέζεις. Τις αφήνεις να τελειώσουν και προχωράς. Κρατάς εκείνα που θες να θυμάσαι και συνεχίζεις. Δεν κοιτάς πίσω, όχι τόσο γιατί πονάει, αλλά γιατί η ανάμνηση μπορεί να σε μπερδέψει. Κοιτάζεις μπροστά, προσπαθείς να σιγουρέψεις το κάθε σου βήμα. Προχωράς μόνος και συνεχίζεις. Δε θα είσαι πάντα μόνος. Θα υπάρξουν νύχτες που στο μυαλό θα στροβιλίζονται οι αναμνήσεις, θα προσπαθείς να τις αποβάλλεις, να τις διώξεις, αλλά εκείνες θα μένουν εκεί βασανιστικά σκληρές. Ώσπου να ξημερώσει η επόμενη μέρα κι έπειτα η μεθεπόμενη. Θα αφήνεις το μυαλό να βασανίζεται, μέχρι που ένα βράδυ, το ίδιο βασανιστικό με τα προηγούμενα, θα σηκώσεις το κεφάλι σου και θα πεις «ως εδώ». Και θα το εννοείς. Ένα «ως εδώ» τόσο δυνατό που θα το ακούσουν όλοι κι ας το λες εσύ από μέσα σου, για να το ακούσεις εσύ μόνο.

Πάλι φτάσαμε στο τέλος. Πόσο το σιχαίνομαι αυτό το τέλος, πόσο το απεχθάνομαι. Πάντα αυτό ήταν το πρόβλημα με εμάς. Πριν προλάβει κάτι να αρχίσει εμείς το σταματούσαμε. Αρχικά φοβόμασταν μη χάσουμε ο ένας τον άλλο. Και τελικά τι πετύχαμε? Χαθήκαμε. Χαθήκαμε έτσι απλά, χωρίς πια οι λέξεις να εννοούν τίποτα, χωρίς κρυφά νοήματα, χωρίς την έλλειψη. Μόνο εκλείψεις τώρα πια. Πρέπει κι οι δυο να προχωρήσουμε. Ή μάλλον, πρέπει εγώ να προχωρήσω, γιατί εσύ τα έκανες τα βήματά σου, πας μπροστά τώρα πια. Δε θα σε συναντήσω στο μέλλον, το ξέρω. Οι δρόμοι μας δεν έπρεπε να πάνε πιο μακριά από όσο εμείς νομίζαμε. Από όσο εγώ νόμιζα. Μέχρι εδώ. Πάντα, κάθε χρόνο από τη μέρα που σε γνώρισα, όταν τελειώνει ο Γενάρης, εμείς πρέπει να διαλέξουμε. Και διαλέγουμε και πάλι την φυγή. Ο ένας να πάει πιο μακριά από τον άλλο. Δεν αντέχουμε να είμαστε δίπλα. Μόνο που εγώ, δεν αντέχω να είμαι μακριά σου. Πρώτη φορά έχω δεθεί τόσο πολύ και πρέπει να το υπομένω.

Λέξεις. Τις κοιτάζω μία μία. Αυτό ήταν το πρόβλημα μου. Έχω εμπιστοσύνη μόνο στις λέξεις. Σε τίποτε άλλο πέρα από αυτές. Μόνο στα λόγια και στις λέξεις. πρέπει πάλι να επικοινωνώ από εδώ μαζί σου. Και δεν το θέλω, δεν είναι αυτό που ζητάω. Ζητάω κάτι διαφορετικό, πιο απλό, πιο αληθινό. Και δεν το έχω. Λάθος μου? Λάθος σου? Δεν ξέρω. Δε με νοιάζει άλλωστε. Αυτό που με νοιάζει είναι να ξεκολλήσω από τούτη τη δίνη που θέλει να με παρασύρει πάλι στα σκοτάδια. Να πάω λίγο παρακάτω. Έστω ένα τετράγωνο. Δε θέλω να φεύγουν οι άνθρωποι που αγαπάω. Και επειδή αυτό το φοβάμαι τόσο, πάντα εκείνοι φεύγουν. Πάντα τους διώχνω. Και μένω πίσω με τις αναμνήσεις και με μερικά ερωτηματικά. Άραγε με σκέφτεσαι? Σου λείπω όπως μου λείπεις? Υπάρχουν στιγμές που θες να με πάρεις απεγνωσμένα τηλέφωνο γιατί νιώθεις τα συναισθήματά σου να σε κατακλύζουν? Που να ‘σαι τώρα, που γυρνάς? Ποιος σε αγκαλιάζει? Σε αγαπάει?

Υπάρχουν αντικείμενα συνηφασμένα με στιγμές: Πόρτες που κλείνουν, μία κασέτα που άκουγες συχνά, ακόμα κι ένα αυτοκόλλητο. Πάντα κάτι θα σου θυμίζει λάθη, ανασφάλειες, λόγια και πράξεις. Και τότε αρχίζουν τα αν: Τι θα γινόταν αν φερόσουν αλλιώς, αν είχες πει κάτι άλλο, αν δεν μίλαγες, αν μίλαγες. Ποτέ όμως δεν αναρωτιέσαι για το τι θα γινόσουν αν δεν την γνώριζες. Αν δεν πήγαινες σε κείνο το μέρος, αν δεν χαμογελούσες, αν δεν την κοίταζες. Όχι, εκεί δεν υπάρχουν αν, εκεί δεν υπάρχει κανένα αν. Εκεί είναι πιο στέρεα τα πράγματα, την γνώρισες, της μίλησες, την φίλησες, την έκανες να αισθάνεται σίγουρη. Ούτε θα πεις ποτέ, γιατί: Γιατί να την φιλήσω? Γιατί να πάω? Γιατί να ξαναπάω? Γιατί, γιατί, γιατί? Δεν θα δώσεις φταίξιμο σε κανέναν: Αυτή έφυγε για να κάνει το σωστό, εσύ την οδήγησες να φύγει. Και? Μετά? Τι είναι αυτά τα τηλέφωνα? Τα μηνύματα? Στην αρχή είναι η συνήθεια: Σε ποιον θα λέω καλημέρα? Μετά έρχεται η αμφιβολία: Μ' αγάπησε? Κι αργότερα, πολύ αργότερα, όταν πια όλα τα συνήθισες, έρχεται αυτό το ενδιαφέρον: Που να 'σαι τώρα? Που γυρνάς? Κι αν εκείνη σου πει να γυρίσει, εσύ τι θα κάνεις? Θα ανοίξεις τις αγκάλες σου? Ή θα κάνεις ένα βήμα πιο πίσω? Θα κλείσεις κι άλλο την πόρτα. Ναι, μόνο που εκείνη έχει τρόπους να τρυπώσει. Κι εσύ θα την αφήνεις να αλονίζει, δεν θα κλείσεις τις χαραμάδες ούτε θα της πεις να φύγει. Θα την αφήσεις εκεί, να γυρνάει, γιατί κι εκείνη σ' αφήνει να γυρνάς. Και κάθε που θα μπαίνει, θα της κάνεις τις ίδιες ερωτήσεις: Που να 'σαι τώρα? Που γυρνάς?

(Ανασφάλειές μου, όσο σας ταΐζω, τόσο θα με τρώτε...)

Δεν υπάρχουν σχόλια: