Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2009

You can run, but you cannot hide...


Το μυαλό είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου. Κι όσο πιο έξυπνοι είναι μερικοί άνθρωποι τόσο πιο κοντά βρίσκονται στην παράνοια. Θέλει δύναμη και γερές αντοχές ώστε να μην περάσεις στην άλλη πλευρά, στη σκοτεινή πλευρά. Και δυστυχώς, δεν είναι όλοι οι άνθρωποι δυνατοί. Τουλάχιστον όχι όσο νομίζουμε. Απόψε το μυαλό μου γέμισε πάλι αναμνήσεις. Βρήκαν την Κερκόπορτα και μπήκαν μέσα, επιθετικά, προσπαθούν να λεηλατήσουν. Μα δεν ξέρουν ότι εγώ τώρα πια βρήκα τον τρόπο να τις υπομείνω. Και λέω να τις υπομείνω, γιατί την ανάμνηση δεν μπορείς να την πολεμήσεις, δεν μπορείς να την κάνεις να την καταλαγιάσεις, θα σε λεηλατήσει, θα σου αρπάξει όλα τα τιμαλφή, θα σε αφήσει γυμνό στην Αλεξάνδρας κι εσύ θα ψάχνεις τρόπο να κρυφτείς. Όμως όσο θα προσπαθείς να καλυφτείς τόσο πιο φανερός θα γίνεσαι. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να υπομένεις, να αντέχεις, μέρα και νύχτα, κάθε ώρα που περνάει. Έτσι κι απόψε λοιπόν, το μυαλό μου γέμισε από σένα. Το όνομά σου ουρλιάζει μέσα μου κι όσο καιρό προσπαθούσα να σε θάψω τόσο έβγαινες στην επιφάνεια να μου θυμίζεις ότι μπορώ απ’ όλους να ξεφύγω, αλλά όχι από τον εαυτό μου. Έτσι λοιπόν απόψε θα σου μιλήσω με τον δικό μου τρόπο κι αν με ακούσεις, αν με νιώσεις, αν τελικά με ονειρευτείς, τότε ίσως αυτό να σημαίνει ότι μίλησα δυνατά, ότι είπα αλήθειες, ότι σε φώναξα με όλη τη δύναμη της ψυχής μου.

Θυμάμαι εκείνη τη νύχτα, τότε που επέστρεψες από το Πήλιο. Είχες πιει, είχες σχεδόν μεθύσει και δεν έβλεπες ότι σου φώναζα απεγνωσμένα πόσο πολύ θέλω να υπάρχεις στη ζωή μου. Μα κι εγώ, δεν σε άκουγα όταν μου έλεγες πόσο με αγαπάς. Υπήρξαμε κι οι δυο κουφοί. Και οι δύο αρκεστήκαμε στην πρώτη εντύπωση και στα «νομίσματα» που απλόχερα μοιράσαμε ο ένας στον άλλο. Δεν είδαμε την πραγματικότητα, αλλά τους φόβους μας, δεν είδαμε την αλήθεια, αλλά εκείνα που νομίσαμε ότι θέλουμε να είναι αλήθεια. Δεν πιστέψαμε τις λέξεις που ξεστομίζαμε μέσα στη γαλήνη και στην ηρεμία μας, πιστέψαμε τις λέξεις που τα νεύρα και τα ξεσπάσματα έβαλαν στα χείλη μας. Και δολοφονήσαμε ο ένας τον άλλο, αυτοκτονήσαμε, πεθάναμε δίπλα δίπλα και δεν το καταλάβαμε. Αντί να κάνουμε τη σιωπή σύμμαχό μας, την κάναμε εχθρό, την έκανα εχθρό. Κι έτσι χαθήκαμε, το ίδιο ξαφνικά όπως μπήκαμε ο ένας στη ζωή του άλλου. Υπήρξαμε μια γροθιά και δεν μείναμε ενωμένοι, αλλά τη στρέψαμε στον εαυτό μας. Αφήσαμε την ενέργεια να μας κατασπαράξει. Δεν δείξαμε στους άλλους πως είναι α αγαπάς, αλλά τους αφήσαμε να μας μάθουν πως είναι να μισείς, να σιχαίνεσαι, να φοβάσαι, να μην ζεις, αλλά απλώς να υπάρχεις. Ξέφυγα πάλι, συγγνώμη…

Θυμάμαι λοιπόν, εκείνη τη νύχτα, που κοιμόσουν στην αγκαλιά μου και είχες έναν απεριόριστο φόβο μην τυχόν και με χάσεις, μήπως σε ξεχάσω, μήπως τα λόγια μου βρουν άλλον αποδέκτη. Παραμιλούσες στον ύπνο σου κι εγώ νόμιζα ότι το ποτό μιλούσε, νόμιζα πως αντί για σένα μιλούσε το μεθύσι σου. Τι μικρός που υπήρξα! Είχα ξεχάσει πως το μεθύσι σε έκανε να πεις αλήθειες. Αν και τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι ότι το είχα ξεχάσει, ίσως να είναι πως δεν ήθελα να το πιστέψω. Κι έτσι φοβήθηκα να σε πιστέψω. Εκείνο το βράδυ λοιπόν, σε κρατούσα αγκαλιά και θυμάμαι πόσο πολύ το ζητούσες, πόσο πολύ το ήθελες. Δεν σε φίλησα όσο κι αν το ήθελα, δεν σε άγγιξα σεξουαλικά ούτε καν ερωτικά. Απλώς σε γέμιζα με όση αγάπη είχα μέσα μου για σένα. Κι ας άδειαζα… Δε φοβήθηκα μην μείνω κενός, ίσα ίσα, που νόμιζα πως θα γεμίσει όλο μου το είναι από σένα. Κι ας μιλούσε το αλκοόλ κι ας φοβόμουν να σε ακούσω κι ας μην ήθελα να σε πιστέψω. Κι έτσι μας πήρε ο ύπνος, αγκαλιασμένους με εσένα να παραμιλάς κι εμένα να σε ακούω, να θαυμάζω τα λόγια και τις λέξεις που χρησιμοποιούσες, να τα νιώθω μέσα μου, όχι σαν σουβλιές, αλλά σαν το ομορφότερο άγγιγμα του ανθρώπου.

Κι ήρθε το επόμενο πρωί, ξημέρωσε Κυριακή και ξυπνήσαμε μαζί, έτσι όπως είχαμε κοιμηθεί, αγκαλιασμένοι και πάλι, κουρνιασμένοι ο ένας μέσα στον άλλο. Ακόμα σαν τώρα θυμάμαι που σου έφτιαξα καφέ στη ροζ κούπα, εγώ έβαλα στη μπλε και καθίσαμε μαζί στην κουζίνα. Δεν μιλούσε κανείς, απλώς κοιταζόμασταν και καπνίζαμε που και που. Χανόμασταν στον καπνό και στη μυρωδιά του καφέ. Κι εκείνη τη στιγμή ήταν που ένιωσα που δεν είμαστε δύο, αλλά ένας. Δεν χαθήκαμε όταν γεννηθήκαμε, αλλά γεννηθήκαμε για να βρεθούμε. Κι έβλεπα στα μάτια σου, έβλεπα σε εκείνο το υπέροχο και πελώριο βλέμμα σου πως κι εσύ το ένιωθες. Δεν το έλεγες, δεν το είπες, μα βαθιά μέσα σου το ένιωθες. Κι ήταν υπέροχο το πώς καθρεφτιζόταν στα μάτια σου. Λες και έβλεπα όχι την προηγούμενη, αλλά την επόμενη ζωή μας. Δεν έβλεπα όσα ζήσαμε, αλλά αυτά που θα ζήσουμε. Μικρός προφήτης έγινα και δεν το κατάλαβα. Παρά μόνο απόψε, που οι σκέψεις μου σε κάνουν να τριγυρίζεις στο δωμάτιο, στην κουζίνα, στο σαλόνι, στο μπαλκόνι.

Θυμάσαι? Μετά βγήκαμε στο μπαλκόνι. Εγώ φορούσα μια βερμούδα, εσύ σχεδόν γυμνή, μόνο το εσώρουχο σου και μια δική μου μπλούζα, που έκανα καιρό να πλύνω για να σε μυρίζω, να έχω το άρωμά σου, να σε αισθάνομαι πάλι δίπλα μου, ακόμα κι όταν θα λείπεις. Θυμάμαι καλά τη σιωπή μας, σε φίλησα, σε φιλούσα για ώρα. Αισθανόμουν τη γλώσσα σου να γεμίζει το στόμα μου, ένιωθα τα χείλη σου στα δικά μου. Χάιδεψα το πόδι σου και ενοχλήθηκες. Μου ζήτησες να σταματήσω γιατί αισθανόσουν άσχημα, είχε ήδη αρχίσει να τσιμπάει το πόδι σου και αισθανόσουν άβολα. Σου είπα πόσο λατρεύω αυτή την αίσθηση κι έσκυψα και φίλησα μία μία τις μικρές μαύρες σου κουκίδες, τις χάιδεψα με τη γλώσσα μου, τις ένιωσα. Έπειτα σε κοίταξα και σου είπα πόσο όμορφα νιώθω. Σου είπα ότι πρώτη φορά αφουγκραζόμουν τόσο πολύ τη σιωπή. Θεέ μου, πόσα πράγματα έμαθα μαζί σου. Ακόμα αδυνατώ να το πιστέψω, ακόμα σαν ψέμα μου φαίνεται. «Δεν είναι όμορφη η σιωπή», μου είπες και με κοίταξες χαμογελώντας, σχεδόν ευτυχισμένη. Σε φίλησα πάλι και την ώρα που σε φιλούσα έβαλα το δάχτυλό μου μέσα σου, δε με σταμάτησες, με άφησες να συνεχίσω. Ήταν η πρώτη φορά που με άφηνες. Κι εγώ έπιασα το χέρι σου, το κατέβασα χαμηλά και έβαλα ένα σου δάχτυλο να κάνει «παρέα» στο δικό μου. Συνεχίσαμε έτσι για ώρα. Μέχρι που κάποια στιγμή πήγαμε στο σαλόνι, δεν θυμάμαι πως, δεν ξέρω πως βρεθήκαμε ξαπλωμένοι στον καναπέ. Μπήκα μέσα σου, ολόκληρος, σε ένιωσα και κάποια στιγμή μου ζήτησες να σταματήσω και σε άκουσα…

Πήγα στο άλλο δωμάτιο, ξάπλωσα στο κρεβάτι, εσύ βγήκες στο μπαλκόνι κι έκανες τσιγάρο. Βγήκα έξω μετά από λίγο και σε αγκάλιασα. «Πόσο τρελός είσαι», μου είπες και σε ξαναφίλησα. Τώρα, σχεδόν ένα χρόνο μετά, που σκέφτομαι εκείνο το σαββατοκύριακο, δεν σκέφτομαι τη στιγμή που ήμουν ολόκληρος μέσα σου, δεν σκέφτομαι τη στιγμή που σε άγγιζα ή που σε φιλούσα. Δε σκέφτομαι ούτε τον καφέ που ήπιαμε το πρωινό της Κυριακής. Σκέφτομαι μόνο το βράδυ που κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι, το βράδυ που ο φόβος της απώλειας γέννησε την ανάγκη να βγουν νέες λέξεις, την ανάγκη της αλήθειας. Σκέφτομαι τα λόγια, την αγκαλιά που μας βύθισε στον ύπνο, τα σώματα που έγιναν ένα, τις λέξεις που δεν ειπώθηκαν, τα βλέμματα που δεν διασταυρώθηκαν. Σκέφτομαι ότι ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα πόσο γεμάτος είμαι από σένα. Σκέφτομαι πως είτε υπάρχεις στη ζωή μου είτε όχι, εγώ σε νιώθω, σε ζω και σε ανακαλώ όποτε θέλω. Σκέφτομαι ότι είσαι εδώ, δίπλα μου, ότι το μόνο που έχω να κάνω είναι να ανοίξω το μπουκάλι με το άρωμά σου και να σε φέρω δίπλα μου, να φέρω τη μυρωδιά σου μέσα μου. Σκέφτομαι πως δεν χρειάζομαι ιστοσελίδες, δρόμους, πεζοδρόμια και δήθεν τυχαίες συναντήσεις για να σε αναζητήσω και να σε δω. Σκέφτομαι πως οι αναμνήσεις δεν είναι θάνατος ούτε προκαλούν πόνο. Σκέφτομαι πως είναι ένας τρόπος να ζεις όσα δεν θες να χάσεις. Σκέφτομαι εσένα και δεν πονάω. Απλά χαμογελώ, γιατί σε ζω. Σε ζω, ακόμα κι όταν εσύ κοιμάσαι…

Δεν υπάρχουν σχόλια: