Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Παρασκευή, 16 Ιανουαρίου 2009

Παραμύθι…


Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, γεμάτη πολυκατοικίες, αυτοκίνητα, ανθρώπους να πηγαινοέρχονται βιαστικά στη δουλειά τους, δάση να καίγονται κάθε καλοκαίρι και πολιτικούς να αποκαλύπτουν σκάνδαλα που έπραξαν κατά το παρελθόν, ζούσαν κάποιοι άνθρωποι, που μόνο τους μέλημα ήταν να ερωτεύονται, να αγαπούν, να ψάχνουν να βρουν έναν άνθρωπο να τους νιώθει, να τους αισθάνεται. Σε αυτή τη χώρα, την όχι και τόσο πολύ μακρινή, ο χρόνος και η καθημερινότητα ήταν ο αδυσώπητος εχθρός. Κρύβονταν πίσω από γραφεία, μελέτες, εξώδικα, πίσω από πωλήσεις, από χρηματιστήρια, από τους πάγκους της αγοράς. Οι πλανόδιοι πωλητές κρύβονταν πίσω από την πραμάτεια τους και ο κόσμος συνέχιζε να πηγαινοέρχεται. Που και που, κάποιος σταματούσε, κοιτούσε γύρω του, συνειδητοποιούσε το χάος και την παράνοια και συνέχιζε να περπατάει, μην τυχόν και καταλάβει πράγματα που οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν και περνούσε μια ζωή στο ψυχιατρείο. Φόβος του κάθε ανθρώπου αποτελούσε η γνώμη των άλλων για εκείνον. Κανείς όμως δεν έλεγε τη γνώμη του στον καθένα. Μην τυχόν και την μάθουν περισσότεροι από ένας. Έτσι, σε αυτή την πόλη, έγιναν όλοι οι άνθρωποι ίδιοι, όχι όμοιοι, μα ίδιοι. Ο ένας καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του άλλου. Ένα τρελό κι ανούσιο copy – paste.

Σε αυτή τη χώρα, την τόσο κοινή με πολλές άλλες, ο χρόνος περνούσε όχι αργά, μα τόσο βασανιστικά, που νόμιζες ότι μια δεκαετία ήταν ένας αιώνας. Οι άνθρωποι έψαχναν λόγους να ερωτευθούν, να αγγίξουν ο ένας τον άλλο, να βρεθούν ο ένας δίπλα στον άλλο και να υπάρξουν μαζί, έτσι όπως τους έλεγε η γιαγιά στα παραμύθια. μα όταν το έβρισκαν, το έδιωχναν, γιατί η ζωή έτρεχε πολύ γρήγορα για να μπορέσουν να κρατήσουν ένα όνειρο ζωντανό. Άλλαζαν τα όνειρα πιο γρήγορα κι απ’ όσο άλλαζαν τα ρούχα τους και έχαναν την ηρεμία τους. Λίγοι αγαπούσαν παντοτινά, λίγοι ερωτεύονταν πραγματικά και ακόμα λιγότεροι προσπαθούσαν με νύχια και με δόντια να κρατήσουν αυτό που πραγματικά επιθυμούσαν. Μα μιλάμε για ανθρώπους και ο ένας δεν εξαρτάται πάντα από τον άλλο, γιατί θεωρεί αδυναμία την εξάρτηση, γιατί κάποτε, όταν αφέθηκε κι εξαρτήθηκε κατάφερε αυτό που δεν ήθελε ποτέ: Εξαπατήθηκε, απογοητεύτηκε, πληγώθηκε, πόνεσε, έκλαψε. Το να αγαπάς, στη χώρα αυτή, ισοδυναμεί με την ψυχική σου καταστροφή, ισοδυναμεί με αφανισμό του κάθε σου συναισθήματος.

Τα ξέρω όλα αυτά, γιατί κάποτε έζησα κι εγώ σ’ αυτή τη χώρα, συνάντησα κι εγώ αυτούς τους ανθρώπους, γνώρισα καλά μερικούς απ’ αυτούς και με συντρόφεψαν για κάποιο διάστημα, περπάτησα μαζί τους σε κάποιον αχανή δρόμο, γεμάτο φανάρια και αυτοκίνητα που έτρεχαν να προλάβουν το πορτοκαλί. Τους θυμάμαι όλους εκείνους που με συντρόφεψαν, μα πιο καθαρά θυμάμαι έναν άντρα και μια γυναίκα, που με έκαναν να γελάω και να κλαίω, να τρέχω και να περπατάω. Ήταν τόσο όμοιοι μεταξύ τους μα και τόσο διαφορετικοί, που το ήξεραν κι οι ίδιοι. Εκείνα που τους ένωναν συγχρόνως τους χώριζαν. Δεν μπορούσαν να είναι ποτέ μαζί, μα δεν μπορούσαν να είναι και χώρια. Καταδικασμένοι να ζουν ο ένας δίπλα στον άλλο. Καταδικασμένοι να ζουν χωριστά. Αγαπούσαν και μισούσαν τον άλλο, όπως αγαπούσαν και μισούσαν τον εαυτό τους. Φεύγανε μακριά και αναζητούσαν πάντα ο ένας την αγκαλιά του άλλου. Χώριζαν για να μπορούν να είναι ευτυχισμένοι όταν έσμιγαν και πάλι. Αυτούς τους ανθρώπους τους σκέφτομαι μέχρι και σήμερα, χωρίς να προσπαθώ να καταλάβω τις βαθύτερες αιτίες τους. Απλά ελπίζω να είναι καλά και να είναι μαζί.

Εκείνος ήταν μελαχρινός, σχετικά ψηλός, σχετικά αδύνατος και σχετικά έξυπνος. Εκείνη ήταν ψηλή, ανοιχτών χρωμάτων και το ίδιο έξυπνη. Γνωρίστηκαν σε μια παρέα, μίσησαν ο ένας τον άλλο, ξανασυναντήθηκαν καιρό μετά, αγαπήθηκαν, μοιράστηκαν σκέψεις, συναισθήματα, βίωσαν ο ένας του παρελθόν του άλλου και πριν προλάβουν να ζήσουν το παρόν και να φτιάξουν κοινό μέλλον, χώρισαν. Χώρισαν, όπως χωρίζουν εκείνοι που ξέρουν ότι θα ξανασυναντηθούν. Και πράγματι, δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που ειδωθήκαν και πάλι. Τα σώματα έσμιξαν ξανά, θυμήθηκε ο ένας το άρωμα του άλλου, τα χέρια σεργιάνισαν πάνω στα σώματα, οι ανάσες ενώθηκαν, και οι σκέψεις μπλέχτηκαν και πάλι, τόσο δυνατά, που ήρθε η στιγμή να χωρίσουν πολύ σύντομα. Επέστρεψε ο καθένας στην πρότερη ζωή τους, στην καθημερινότητά του, στις ίδιες συνήθειες, στις μεγάλες αλλαγές τους και στις ανατροπές τους. Κι οι δυο τους ήταν πνεύματα ανήσυχα, ελεύθερα, ασύνταχτα. Κι οι δυο προσπαθούσαν να υπάρχουν, να ανέχονται και να συμβιώνουν με τους άλλους. Και οι δυο δεν τα κατάφερναν και πάντα επέστρεφαν ο ένας στον άλλο.

Τους σκέφτομαι κάθε που επιστρέφω σ’ εκείνη την πόλη. Τους αναζητώ στα μέρη που σύχναζαν, που περνούσαν, μα έχουν χαθεί πια από μένα, όπως χαθήκαν μεταξύ τους. Η πόλη αυτή κατέστρεψε κάθε τους ελπίδα, έπαψαν να πιστεύουν, έπαψαν να αισθάνονται. Έπαψαν να ζούνε ο ένας για τον άλλο και γίνανε σαν εκείνους τους πολίτες που τους βλέπω να περπατάνε, να τρέχουν και να χάνονται τόσο γρήγορα, που ξεχνάνε γιατί γεννήθηκαν, τι ψάχνουν και πως κατέληξαν εδώ. Φοβάμαι γι αυτούς τους πολίτες, φοβάμαι τη μέρα που θα ξυπνήσουν και θα αντικρίσουν άδειες κρεβατοκάμαρες, άδεια δωμάτια, άδεια σπίτια και άδειους δρόμους. Αυτοί οι άνθρωποι έμαθαν να φεύγουν για διακοπές όλοι μαζί, να επιστρέφουν όλοι μαζί. Αυτοί οι άνθρωποι έμαθαν να κάνουν τόσα όλοι μαζί, που τώρα πια ο καθένας θέλει χρόνο για να κάνει πράγματα μόνος του. Κι έτσι κλείνονται τόσο πολύ μέσα τους, που δεν υπάρχει τρόπος να ξεκλειδώσουν ο ένας τον άλλο. Φοβούνται να ζήσουν στα παραμύθια, φοβούνται να δουν τον πρίγκιπα και την πριγκίπισσα που κρύβουν μέσα τους κι αντ’ αυτού βλέπουν το λύκο και ουρλιάζουν ο ένας στον άλλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: