Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

Η αλήθεια καθενός είναι το ψέμα του, που το έφτιαξε να μοιάζει αληθινό…


Ποιοι είμαστε? Τι θέλουμε? Τι ζητάμε? Για ποιο λόγο υπάρχουμε? Για ποιο λόγο συνεχίζουμε να ζούμε? Προχωράμε πράγματι μπροστά ή μήπως μαθαίνουμε κάποια πράγματα στην αρχή και επαναπαυόμαστε σ’ αυτά μέχρι κάτι να μας ταρακουνήσει και να αναθεωρήσουμε ξανά τον κόσμο μας? Δεχόμαστε το καινούριο? Δεχόμαστε τις αλλαγές? Αφήνουμε τον εαυτό μας να νιώσει ή μήπως φοβόμαστε να πάμε παρακάτω διατηρώντας έτσι στη ζωή ο,τιδήποτε έχει πεθάνει? Βιώνουμε τις αλλαγές? Αναζητούμε κάτι καλύτερο, κάτι που θα μας εξυψώσει, κάτι που θα μας κάνει να προχωρήσουμε χωρίς το φόβο να αφήσουμε πίσω ό,τι είχαμε ζήσει μέχρι σήμερα? Τι είναι αυτό που μας κάνει να πολεμάμε? Είναι το μυαλό μας, είναι η καρδιά μας ή μήπως είναι η μνήμη, που αδυνατεί να ξεχάσει και μερικές φορές αδυνατεί να θυμηθεί? Είναι τα όνειρα που πραγματοποιούν τις αλλαγές? Είναι ο φόβος που μας κρατάει πίσω? Και τα κεκτημένα μας? Πόσο φοβόμαστε να χάσουμε ό,τι με κόπο κερδίσαμε έτσι ώστε να φτιάξουμε κάτι νέο, κάτι καινούριο? Όταν τα όνειρα πραγματοποιούνται το αντιλαμβανόμαστε? Τα ακολουθούμε ή μένουμε πίσω? Ζούμε το παρόν με προσδοκίες μέλλοντος ή τελικά προτιμάμε να ακολουθούμε την πεπατημένη?

Γινόμαστε εξουσιαστές της ζωής μας, νομίζοντας ότι ελέγχουμε την κάθε μας κίνηση, έχουμε έτσι την ψευδαίσθηση ότι φτιάχνουμε το μέλλον μας κατά πως θέλουμε. Κι αν το παρόν που ζούμε μας νευριάζει, αν μας απογοητεύει, ποιος ευθύνεται? Εμείς που το φτιάξαμε έτσι ή οι διάττοντες αστέρες της ζωής μας που μας έβγαλαν από το δρόμο που θέλαμε να ακολουθήσουμε? Ξέρουμε τι θέλουμε? Ξέρουμε τι ψάχνουμε? Ξέρουμε τι ποθούμε? Κι αν ναι, όταν ο πόθος γίνεται πραγματικότητα, έχουμε τη διαύγεια πνεύματος να το αντιληφθούμε? Ή μήπως θα χαθούμε μέσα στον κυκεώνα των σκέψεών μας, αν ήταν πράγματι αυτό που θέλαμε ή η ψευδαίσθηση της προβολής των πόθων μας? Ποιος φταίει όταν όλα πάνε στραβά, αν όχι εμείς? Κι αν το αντιληφθούμε έχουμε την ικανότητα να αλλάξουμε το παρόν ή το θυσιάζουμε κι αυτό στο βωμό του μέλλοντος και του παρελθόντος? Αν το παρελθόν δεν είναι στυλοβάτης για το μέλλον τότε γιατί υπάρχει? Και το παρόν που είναι? Πόσο άμεσο είναι το τώρα?

Ζούμε για να ζήσουμε, για να αγαπήσουμε, για να βιώσουμε την ελευθερία μας, για να ανοίξουμε τα φτερά μας, να πετάξουμε ψηλά ελεύθεροι και αναγεννημένοι. Ανερχόμαστε τα σκαλιά των προσωπικών μας φιλοδοξιών, μικρών και μεγάλων, σκαρφαλώνουμε στα βουνά και στα όρη της επιτυχίας, της υποκειμενικής επιτυχίας και τελικά τι μένει? Ποιοι είμαστε? Πόσο ψηλά θέλουμε να φτάσουμε? Κι αν τελικά φτάσουμε, θα κοιτάξουμε με νοσταλγία πίσω ή θα κοιτάξουμε ακόμα ψηλότερα? Και η εξέλιξη? Η προσωπική εξέλιξη, πότε και που βιώνεται? Και κυρίως, πως? Με ποιους ανθρώπους? Ποιοι είναι δίπλα μας να μοιραστούν τις χαρές μας, να μοιραστούν τους φόβους μας, να μοιραστούν τις αλλαγές που θα βιώσουμε? Κι όταν έρθουν αυτές οι αλλαγές ποιοι θα φύγουν από κοντά μας? Ποιοι είναι εκείνοι που θα χάσουν ό,τι χάνουμε κι εμείς? Ποιος θα πονέσει περισσότερο? Ή μήπως αυτό τελικά δεν παίζει και τόσο μεγάλο ρόλο? Μήπως η αλλαγή αυτή είναι παροδική και χάνουμε μόνο τα κομμάτια που δεν μας ανήκουν, αλλά προστέθηκαν στη διαδρομή για να επιβιώσουμε απλώς? Ή τελικά είμαστε τόσο δειλοί ώστε να διώχνουμε μακριά μας ο,τιδήποτε μπορεί να μας εξυψώσει μόνο και μόνο επειδή φοβόμαστε μη φανεί ο κώλος μας περισσότερο καθώς θα σκαρφαλώνουμε?

Μπορεί να υπάρξει σύνδεση με το παρελθόν? Μπορεί το πριν να συμβαδίσει με το μετά και μπορεί το τώρα να γίνει ξεκάθαρα αντιληπτό? Αν η στενωπός της μήτρας ήταν μεγαλύτερη, θα κλαίγαμε ή μήπως θα βιώναμε την αλλαγή της γέννησης χωρίς καν να το αντιληφθούμε? Κι όταν ο ομφάλιος λώρος κόβεται, πονάμε? Το καταλαβαίνουμε? Ή μήπως είναι ανεπαίσθητη αυτή η αλλαγή? Και τελικά ποιες είναι οι μεγάλες αλλαγές? Αυτές που πιέζουμε τον εαυτό μας να τις δεχθεί ή εκείνες που συμβαίνουν και δεν το παίρνουμε χαμπάρι παρά μόνο κάποιο χρονικό διάστημα αργότερα? Αλλάζουμε επειδή το θέλουμε ή κάποια μαγική δύναμη μας το επιβάλλει κι εμείς απλώς ακολουθούμε σαν υπνωτισμένοι? Ζούμε αυτό που κυνηγάμε ή κυνηγάμε αυτό που ζούμε? Ποιος προχωράει και ποιος μας ακολουθεί? Θα συναντήσουμε κι άλλους σ’ αυτό το μονοπάτι κι αν ναι πότε? Θα τους αντιληφθούμε ή θα χαθούμε στην πορεία? Ο δρόμος για την προσωπική ευτυχία και την εξύψωσή μας είναι μοναχικός? Κι αν ναι, πως μπορούμε να απαλύνουμε τον πόνο της μοναξιάς? Κι αυτοί που κάποτε έμοιαζαν συνοδοιπόροι ήταν πράγματι δίπλα μας ή μήπως βλέπαμε τη σκιά του μπροστινού μας?

Τι είναι αυτή η λάμψη? Τι είναι αυτό που γυαλίζει? Είναι κάποιο φως? Είναι αντανάκλαση? Τι φωτίζει το δρόμο μας? Τα όνειρα? Οι προσδοκίες? Σίγουρα δεν είναι οι φόβοι. Αυτοί ζουν στη σκιά, αυτοί μας κάνουν να πονάμε για ό,τι αφηνόμαστε να ζήσουμε. Το ζούμε, χαιρόμαστε για το απροσδόκητο νέο και συγχρόνως πονάμε μήπως ζήσουμε ό,τι μας πλήγωνε στο παρελθόν. Φοβόμαστε μήπως ζήσουμε ένα remake κακογυρισμένο, μήπως δούμε μια ταινία σε επανάληψη. Φοβόμαστε μήπως το παρελθόν ξυπνήσει και κατασπαράξει το τώρα. Διασχίζουμε ωκεανούς χρόνου για να συναντήσουμε το όνειρο και λίγο πριν το τέλος χάνουμε το δρόμο μας. Αλλάζουμε διαδρομή γιατί τελικά δεν θέλουμε να συναντήσουμε αυτό που διακαώς επιθυμούσαμε, αυτό που μια ζωή αναζητούσαμε. Και μένουμε όμηροι των επιθυμιών μας, καταστρέφοντας ό,τι πραγματικά ποθούσαμε να ζήσουμε, βιώνουμε για λίγο την θλίψη μας και μετά πέφτουμε με τα μούτρα να το ξαναχτίσουμε από την αρχή, να το ανακατασκευάσουμε. Δεν βλέπουμε όμως ότι το κτίσμα είχε ολοκληρωθεί κι ότι το μόνο που έμενε για να τελειώσει ήταν το όνομα στο κουδούνι. Κι αντί να το προσθέσουμε, το γκρεμίζουμε, γιατί στην πορεία αλλάξανε τα θέλω μας, προστέθηκαν νέα και το τώρα δεν μας ικανοποιεί. Θα κάνουμε σχέδια για το μέλλον, θα θέσουμε νέες βάσεις και λίγο πριν την ολοκλήρωση των σχεδίων θα υποβάλλουμε παραίτηση και θα φύγουμε νομίζοντας ότι έχουμε το κεφάλι ψηλά, μα το μόνο που θα έχουμε θα είναι η ουρά στα σκέλια και μερικές αναμνήσεις από το παρελθόν, που θα μας δείχνουν πόσα λάθη κάναμε, πόσο διαφορετικό θα ήταν το σήμερα αν τολμούσαμε να πάμε μπροστά ή να πούμε πραγματικά ό,τι αισθανόμασταν.

Αλλάζουμε κι ας μην το καταλαβαίνουμε. Αλλάζουμε σιγά σιγά, ώρα με την ώρα, μέρα με τη μέρα. Αλλάζουμε για να είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε το απροσδόκητο νέο, για να είμαστε έτοιμοι να πάμε μπροστά. Κι όταν το μέλλον γίνεται πραγματικότητα, όταν μεταμορφώνεται σε παρόν στέκουμε και το κοιτάζουμε, το αναιρούμε. Δεν είναι αυτό που τελικά θελήσαμε. Μήπως φτιάξαμε ένα παραμύθι για να κρύβουμε τα πραγματικά θέλω μας? Η αλήθεια καθενός είναι το ψέμα του, που το έφτιαξε να μοιάζει αληθινό. Γι αυτό και όσοι έρχονται δίπλα μας, χάνονται, εξαφανίζονται σε μια νύχτα, χωρίς εμείς να μπορούμε να αντιληφθούμε τα πως και τα γιατί. Χωρίς εμείς να καταλάβουμε καν το που πήγαν. Το αστείο όμως, είναι πως πάντα, όλοι εκείνοι που χάσαμε, είναι δίπλα μας. Ήταν δίπλα μας πριν καν τους συναντήσουμε. Ακόμα και τώρα, που νομίζουμε ότι είμαστε πολύ μακριά ο ένας από τον άλλο, εκείνοι παραμένουν δίπλα μας κι εμείς δίπλα τους. Και δεν φταίει ο χρόνος, δεν φταίει η ζωή, δεν φταίει το παρελθόν ή το μέλλον, δεν φταίει καν το παρόν, που τους νιώθουμε απόμακρους και διαφορετικούς. Φταίει εκείνος ο τοίχος που στέκεται ορθός μπροστά μας και κρύβει τον ήλιο που μας φωτίζει, που φωτίζει τα πάντα γύρω μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: