Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τρίτη, 19 Μαΐου 2009

Θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα...


Ό,τι αρχίζει τελειώνει. Έρωτες, ζωές, σκέψεις, ταξίδια. Αυτό είναι αυταπόδεικτο, αναπάντεχο. Δεν έχει σημασία αν θα τελειώσει καλά ή όχι. Το σίγουρο είναι ότι τελειώνει. Αυτή είναι η φορά των πραγμάτων, αυτή είναι η κατάσταση. Δεν μπορούμε να πάμε αντίθετα σε κανένα ποτάμι, δεν μπορούμε να αλλάξουμε καμία ιστορία. Είναι de facto: ό,τι αρχίζει τελειώνει. Πολλές φορές προσπαθούμε να παρατείνουμε τη διάρκειά του, ζητούμε λίγο ακόμα, κάτι παραπάνω, κάτι περισσότερο από αυτό που οι άλλοι μπορούν να δώσουν. Και δεν έχει σημασία τι θα δώσουν και αν θα το δώσουν. Σημασία τελικά έχει ότι μέσα μας όλοι ξέρουμε για πόσο διαρκεί αυτό που ξεκινά. Δεν είναι αιώνιο. Τα παραδείγματα χιλιάδες, άσκοπο να αναφερθούν. Γυρνάς το κεφάλι σου και το βλέπεις. Ζευγάρια χωρίζουν, μαγαζιά κλείνουν, σπίτια πουλιούνται, φίλοι μαλώνουν.

Αυτό που μας δένει με το παρελθόν είναι η δύναμη της συνήθειας. Συνήθισες να ξυπνάς στις εφτά το πρωί, να δίνεις ένα φιλί στη γυναίκα σου, να φεύγεις από το όμορφο σπιτάκι σου για να είσαι στις οχτώ στη δουλειά. Η συνήθεια προκαλεί ασφάλεια, το αίσθημα της βεβαιότητας. Δε θα με χάσεις, δε θα σε χάσω, γιατί συνηθίσαμε να ξυπνάμε το πρωί δίπλα δίπλα, να κοιμόμαστε μαζί το βράδυ. Η συνήθεια καταστρέφει τα πάντα γύρω μας. Η μεγαλύτερη καταστροφή όμως, είναι η δύναμη της σκέψης μας. Το χειρότερο, δεν είναι να συνηθίζουμε τον άνθρωπο δίπλα μας ή την καθημερινότητά μας, αλλά να συνηθίζουμε σε έναν μαζικό τρόπο σκέψης. Είναι ωραίος ο Ρουβάς, γιατί συνηθίσαμε να το ακούμε. Δεν μας κάνει αίσθηση πια. Είναι χάλια η πολιτική μας γιατί συνηθίσαμε σε αυτή. Δε μετακινούμαστε στιγμή από αυτή, την κατά βάθος, μίζερη καθημερινότητά μας.

Κι όμως, αν κάνουμε το πρώτο βήμα βλέπουμε πάντα πόσο μακριά από τα θέλω μας ήταν το παρελθόν μας. Αποστασιοποιούμαστε από τα πράγματα, τις καταστάσεις, τις συνθήκες, την ίδια μας την πραγματικότητα. Βλέπουμε με λογική αυτό που έρχεται, ίσως και με κάποια δυσπιστία. Μα είναι λογικό, δεν είμαστε παιδιά ούτε καν έφηβοι. Μεγαλώνοντας, προσδιορίζουμε καλύτερα τις ανάγκες μας, αντιλαμβανόμαστε καλύτερα τον χώρο και το χρόνο στον οποίο ζούμε. Βλέπουμε, με βεβαιότητα πια, ότι όλη αυτή η αβεβαιότητα στην οποία χρόνια τώρα ζούσαμε, δεν ήταν αποκύημα της φαντασίας μας, αλλά μια σταλίδα διαίσθησης, που δεν αφήσαμε ποτέ να ευδοκιμήσει. Τι κι αν μερικές φορές την ακούσαμε ή την προσδιορίσαμε έστω, σε ένα γεγονός και μόνο? Αυτό που φοβόμασταν δεν ήταν το τέλος, αλλά η νέα αρχή. Ποιος δε φοβάται να ξεκινήσει από την αρχή? Ποιος είναι σίγουρος για τα βήματά του τότε? Ο Ρήγας δεν είχε καθόλου άδικο: Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία. Και δεν μιλάω για την έννοια ως αφηρημένο υποκείμενο, αλλά για τις μικρές δόσεις ελευθερίας που ο καθένας μας έχει ανάγκη.

Και πίσω από όλα αυτά, βρίσκεται εκείνη η αλήθεια, του πως ξεκινάς να κάνεις το πρώτο βήμα. Η στιγμή που αποφασίζεις να βάλεις τέλος, είναι η ίδια χρονική στιγμή, που αποφασίζεις να ξεκινήσεις κάτι νέο. Δες τους συγγραφείς, τελειώνουν ένα βιβλίο και την ίδια στιγμή έχει μέσα τους φυτευτεί ο σπόρος για κάποιο καινούριο. Οι καλλιτέχνες ξέρουν καλύτερα από τον καθένα τι πάει να πει τέλος. Και τίποτα τελικά δεν είναι θέμα timing ή τύχης. Θέμα σκληρής δουλειάς και υπομονής είναι. Να υπομένεις καθημερινά τη δίψα σου για ζωή και να δουλεύεις πάνω σε αυτό με όλο σου το είναι. Σα να πρόκειται για το έργο της ζωής σου. Την ίδια στιγμή που ξεκινάς κάτι, ξέρεις βαθιά μέσα σου ότι αυτό το κάτι έχει και ημερομηνία λήξης, ότι κάποια στιγμή θα τελειώσει, θα πεθάνει, θα εξατμιστεί. Συνήθως δεν το παραδέχεσαι. Μα τα σημάδια τα βλέπεις, τα ακολουθείς, τα διαβάζεις, τα αναγνωρίζεις. Κι η αναγνώριση που χρόνια γύρευες στα μάτια των άλλων, έρχεται από μέσα σου. δε σε νοιάζουν τα ευχαριστώ, τα συνηρημένα σ’ αγαπώ, οι αγκαλιές και τα λοιπά, σε νοιάζουν πράγματα που έχουν να κάνουν με το τώρα, με σένα, με την καθημερινότητα. Δε θες να είναι ίδια, δεν την αντέχεις όταν είναι ίδια.

Κι έτσι προχωράμε πάντα προς κάτι νέο, κάτι καινούριο, αδοκίμαστο. Καταλαβαίνεις περισσότερο τις ρήσεις των ποιητών όταν περπατάς, παρά όταν τις διαβάζεις στα βιβλία τους. Η σιωπή γίνεται σύμμαχός σου, η νύχτα σύντροφος, οι βροχές σου μιλάνε. Κι όταν τιθασεύσεις κάθε στοιχείο της φύσης, όταν αφήσεις στην άκρη όλα εκείνα που μέχρι σήμερα ήταν κραυγές στ’ αυτί σου, μικρέ φωνούλες συνειδήσεως, αντέχεις περισσότερο το καθετί που έρχεται. Χαίρεσαι με το τίποτα, λυπάσαι με το παραμικρό, εξοργίζεσαι, θες να το αλλάξεις. Δε σε χαροποιεί πλέον το ζάπινγκ, η ουσία τώρα πια είναι στην πραγματικότητα. Χαίρεσαι το πρωί που ο ήλιος ανατέλλει ακόμα, που δεν είσαι εσύ εκείνος που θα βιώσει την μετατροπή του σε ένα σουπερ νόβα. Όλες οι νύχτες πλέον φαντάζουν ερωτικές, γιατί είναι. Είτε έχεις κάποιον δίπλα σου είτε όχι. Δεν περιμένεις πανσελήνους και φεγγάρια να γεμίσουν. Τα κάνεις εσύ να φαίνονται γεμάτα, ακόμα κι όταν έχει έκλειψη.

Ό,τι αρχίζει τελειώνει. Είτε με το καλό είτε με το άγριο. Εκείνη που δεν το βλέπουν επιμένουν σαν ηλίθιοι να διεκδικούν κάτι από το χρώμα του ουρανού που φαντάστηκαν. Μα ο ουρανός είναι πάντα μπλε. Τι σημασία έχουν οι αποχρώσεις του. Το αστείο όμως είναι, ότι κατά βάθος, αν θέλαμε να αλλάξουμε αυτό το μπλε, πάλι μπλε θα διαλέγαμε. Γιατί ο ουρανός κι η θάλασσα μας ταξιδεύουν, μας γαληνεύουν. Είναι οι μόνες σταθερές, στη διεστραμμένη πραγματικότητά μας. Αν μου ζητούσαν να αλλάξω κάτι θα τα άλλαζα όλα: Τη σχέση μου με γονείς, φίλους, συγγενείς. Τον τρόπο οδήγησής μου. Τη συμπεριφορά μου. Τα όριά μου. Τα νεύρα μου. Τα μισοτελειωμένα μου θέματα. Θα άλλαζα τα πάντα γύρω μου. Όχι από θέμα εγωισμού, αλλά για λόγους αναγνώρισης των λαθών μου. Θα άλλαζα και τόπο κατοικίας. Όμως, άμα περνούσε από το χέρι μου, θα ξαναέβαφα γαλάζια τη θάλασσα, γιατί είναι το μόνο μπλε, που δεν αξίζει να λυπάσαι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: