Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Παρασκευή, 17 Απριλίου 2009

Δεν είναι αργά για θαύματα...


-Την είδες την βροχή? Ήρθε πάλι ο χειμώνας. Κι εμείς μείναμε στην σιωπή να χαϊδεύουμε τα αυτιά μας και να αφουγκραζόμαστε την άνοιξη. Την άνοιξη που ακόμα και τώρα, που ο Απρίλης χάνεται στο φως των κεριών της ανάστασης, εκείνη δεν λέει να έρθει. Και παραμένεις άμοιρος και άγνωστος περιπατητής του μοναδικού σου φόβου. Ακούς τις καμπάνες; Νιώθω σαν το σήμαντρο. Έτσι, να χτυπιέμαι πάνω στο κρύο μέταλλο και να με ζεσταίνει με τους ήχους του. Εκείνο όμως κρύο και άψυχο, σαν μέταλλο. Βλέπεις τα φώτα στο δάσος; Αυτοκίνητα πηγαινοέρχονται. Ψάχνουν να βρουν τον Ιούδα. Μα εκείνος φέτος δεν θα προδώσει τον Χριστό. Βαρέθηκε τόσα χρόνια να είναι ο προδότης. Έτσι λοιπόν δεν στοιχειοθετείται κατηγορία εναντίον του. Λες να βρεθεί άλλος προδότης; Αλίμονο. Ο κόσμος διψάει για προδοσία αλλά απεχθάνεται τους προδότες. Ακούς τις φωνές των παιδιών? Χαίρονται τον λίγο ήλιο που πηγάζει από μέσα τους. Παίζουν και νιώθουν την χαρά. Είναι παιδιά μα σε κάποια άλλη μεριά του κόσμου τα ίδια παιδιά θα μπορούσαν να είναι άντρες.

~Τα τελευταία χρόνια ο χειμώνας διαδέχεται τον ίδιο του τον εαυτό. Μόλις τέλειωσε και μπήκε ένας νέος, πιο βαρύς. Έβγαλες τις κουβέρτες από τη ναφθαλίνη; Τα χαλιά τα έστρωσες; Τα χειμωνιάτικα ρούχα να βγάλεις από το μπαούλο. Μην ξεχάσεις να πλέξεις και αρκετά πουλόβερ για τα παιδιά. Τα περσινά τα έσκισαν στο παιχνίδι τους. Πλέξε κι ένα για μένα. Εδώ πάνω στο καμπαναριό κάνει πολύ κρύο. Και οι φλόγες των κεριών δεν με φτάνουν. Έχω αγωνία. Πες μου, τι γίνεται με τον Ιούδα? Θα τον προδώσει τον Χριστό?

-Κοίτα κάτω στα χωράφια. Τα παιδιά μαζεύουν άχερα. Θα γεμίσουν τον Ιούδα και μετά θα τον κάψουν. Κάτι μου λέει ότι φέτος δεν θα παίξουν. Δεν έχει κάψιμο του Ιούδα φέτος στο χωριό. Άκουσα ότι ο παπάς το έμαθε και δεν θα την κάνει την ανάσταση φέτος. Άσχημο πράγμα να σου γκρεμίζουν τον θεό. Γκρεμίζονται όσα πιστεύεις. Μα ο παπάς του χωριού δεν πίστευε πουθενά. Ένας κερδοσκόπος ήταν. Ένας μέθυσος που όταν έμπαινε στην εκκλησία θυμόταν ότι κάποτε έκαιγε κι εκείνος τον Ιούδα και τώρα σταυρώνει τον Χριστό για να τον αναστήσει.

~Έχω άσχημα νέα γέρο μου. Έμαθα ότι ο Χριστός έδωσε τριάντα αργύρια στον Ιούδα για να μην τον προδώσει. Φοβούνται οι θεοί. Χάνουν την θέση τους στον ουρανό. Σειέται ο θρόνος τους. Θα πέσουν και θ’ ανέβουν άλλοι θεοί. Κι εκείνοι μετά δύο χιλιάδες χρόνια θα πέσουν.

-Η εκκλησία γέμισε κόσμο. Μεγάλη Πέμπτη και ο Χριστός απόψε πρέπει να σταυρωθεί. Αλλιώς εγώ θα γίνω ένα παλιοσίδερο που θα το πετάξουν και θα το στοιβάξουν μαζί με άλλα να σκουριάσει. Κι όταν πλέον αποφασιστεί ότι είμαι παντελώς άχρηστο θα με λιώσουν και θα μου δώσουν άλλη μορφή. Δεν θα βγάζω πια ήχο. Δεν θα έχω μέσα μου την μουσική. Θα είμαι ένα μπρίκι για τον καφέ εκείνου που δεν πρόδωσε τον Χριστό. Τα παιδιά μάζεψαν τα άχερα και ετοίμασαν τον Ιούδα. Λες εκείνος να προδώσει τελικά τον Χριστό? Λες τα παιδιά να χαρούν και φέτος το παιχνίδι τους? Ο χειμώνας δεν λέει να φύγει. Κάθομαι εδώ πάνω και κουρνιάζω στην αγκαλιά του σκοινιού. Μα εκείνο με απεχθάνεται γιατί, λέει, είμαι άγγελος κακών ειδήσεων. Κι εγώ που είχα την εντύπωση ότι είμαι ο άγγελος της αλήθειας? Γκρεμίζουν ακόμα και τον δικό μου θεό. Κατάλαβα. Φέτος δεν θα γίνει η σταύρωση. Φέτος τα παιδιά δεν θα τον κάψουν τον Ιούδα.

~Ξύπνα. Ώρα για δουλειά. Τον σταύρωσαν τον Χριστό. Ο Ιούδας πληρώθηκε από τον ίδιο τον Χριστό για να τον προδώσει. Τα παιδιά καίνε τον Ιούδα. Οι θεοί δεν έπεσαν. Νίκησαν. Κι εγώ; Γιατί νιώθω νικημένος? Όλοι είναι χαρούμενοι. Ο Χριστός σταυρώθηκε. Σε τρεις ημέρες θα αναστηθεί. Ο Ιούδας δεν έγινε προδότης. Θα έχει ψηλά το κεφάλι. Οι θεοί παραμένουν θεοί. Τα παιδιά καίνε τον Ιούδα. Ο παπάς είναι πλέον περισσότερο σεβάσμιος στο χωριό. Ήρθε και η άνοιξη. Και το σκοινί να με κοιτάζει με οίκτο και να μου λέει ότι είμαι πολύ συναισθηματικός. Γιατί νομίζω ότι ο δικός μου θεός έχει γκρεμιστεί; Γιατί κανείς δεν με έπεισε ότι ο Χριστός σταυρώθηκε, ότι ο Ιούδας τον πρόδωσε, ότι δίκαια θα τον κάψουν τα παιδιά? Γιατί η μουσική που βγάζω μου μοιάζει ψεύτικη? Είμαι κρεμασμένος και δεν πεθαίνω. Χίλια πεντακόσια χρόνια κρεμιέμαι και ζω. Δεν είμαι άνθρωπος? Τι είμαι? Τι? Η καμπάνα? Και γιατί σου μιλάω? Γιατί οι αλήθειες μου μοιάζουν ψεύτικες?

Δεν υπάρχουν σχόλια: