Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας - Ο Μάρκος και η Άννα

Loading...

Τρίτη, 10 Αυγούστου 2010

Στα παλιά βιβλία του πατέρα...

Δεν έχω πολλά να σου δώσω. Τα χρόνια μου μοιάζουν σα να τα έζησε κάποιος άλλος. Άλλος διεκδικούσε και ζητούσε, άλλος έψαχνε, ένιωθε, δεχόταν κι έδιωχνε. Εγώ έστεκα απόμερα και τον παρατηρούσα ή κάποιες άλλες φορές έπαιζα σαν παιδί με τα παιχνίδια μου σε μιαν άκρη. Οι μέρες κύλησαν έτσι, που πλέον, δεν αναγνωρίζω ούτε εκείνον που είχε τη δύναμη να δεχτεί ούτε εκείνον που είχε την αφέλεια να παίζει. Δυο ξένοι στην ίδια πατρίδα, δυο άγνωστοι στο ίδιο σώμα. Και τώρα πρέπει να τους συμφιλιώσω με τέτοιο τρόπο, που να μπορέσουν να δεχτούν κι άλλους ξένους. Ξένους που δεν τους διάλεξαν, αλλά τους κατσικώθηκαν, όπως μας κατσικώνεται η κατάθλιψη ή η ανασφάλεια. Δεν έχω λοιπόν πολλά να σου δώσω και πλέον, είμαι σίγουρος, ότι κι εσύ δεν μπορείς να δεχτείς το δικό μου τίποτα.

Μη με ρωτήσεις πότε το συνειδητοποίησα όλο αυτό. Μπορεί να ήταν πριν ένα μήνα, μπορεί να ήταν πριν ένα χρόνο. Δε θυμάμαι. Αυτό που θυμάμαι είναι ότι το δέχτηκα σε μια στιγμή. Όταν φτάνοντας στο σπίτι σε είδα να χάνεσαι. Πολλά δεν ήθελα να δεχτώ στη ζωή μου και προσπαθούσα πεισματικά να χωθώ σε εκείνα που με απέρριπταν. Λες κι έτσι θα κέρδιζα το μερίδιο που μου άρμοζε. Κέρδισα άλλα πράγματα, αλλά όχι αυτό. Κέρδισα στιγμές, μνήμες. Κέρδισα συναισθήματα που μετατράπηκαν σε λέξεις, έστω και την τελευταία ημέρα. Κέρδισα ένα «σ’ αγαπάω» που δε θα ξεχάσω. Αυτό το «σ’ αγαπάω» που αναζητούσα όλα αυτά τα χρόνια δίπλα σου, το έβλεπα στα μάτια σου, το ένιωθα όταν μου έφερνες τσιγάρα ή πλήρωνες τις δόσεις του αυτοκινήτου, αλλά δεν το άκουσα από τα χείλη σου, παρά μόνο την τελευταία στιγμή.

Συνειδητοποιώ ότι όλα είναι στιγμές. Μικρές στιγμές που περνούν και χάνονται κι εμείς οφείλουμε να τις κάνουμε πάντα καλύτερες. Στιγμές που τις αναζητούμε, αλλά μερικοί είμαστε τόσο βλάκες που δεν τις αναγνωρίζουμε όταν εκείνες έρχονται. Στιγμές που τις ξαναζώ ζωντανεύοντάς τις είτε μέσω της μνήμης είτε μέσω μιας άλλης παροδικής στιγμής. Σταματώ για τσιγάρο εκεί που μείναμε όταν ήμουν δύο χρονών, λίγο πριν τον Υψηλάντη. Σκέφτομαι όλες τις φορές που περνούσαμε χρόνια μετά και το φώναζα σα χαρούμενο παιδί. Αυτή η στιγμή, του σήμερα, διαρκεί όσο ένα τσιγάρο. Διαρκεί όσο διαρκούσε και το όραμά σου, τότε που γεννήθηκε η Αρετή. Αυτή η φαντασίωση, που τότε αρνήθηκα να αποκωδικοποιήσω και σήμερα τρελαίνομαι να την ακούω από τη μάνα μου.

Όλα στιγμές είναι πατέρα. Στιγμές που αφήσαμε να φύγουν και άλλες που τις δεχτήκαμε απλόχερα. Στιγμές ήταν. Όπως η στιγμή που έφυγες. Μια στιγμή στο τίποτα. Όπως η στιγμή που έζησες. Μια στιγμή στο τίποτα. Όπως τα ταξίδια που κάναμε. Μια στιγμή στο τίποτα. Όπως τα καλοκαίρια στο τροχόσπιτο, στην Κύμη, στη Λειβαδιά, στο Λόγγο, στα Καμένα Βούρλα. Όλα μια στιγμή στο τίποτα είναι. Κι εμείς, μέσα σε αυτό το τίποτα προσπαθούμε να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε. Να αξιοποιήσουμε το τίποτα. Άλλοι δεν ενδιαφέρονται, κάποιοι πιο ρομαντικοί τα καταφέρνουν. Είμαι σίγουρος ότι εσύ ανήκες στους δεύτερους. Κατάφερες μέσα σε αυτό το τίποτα να κάνεις οικογένεια, να μεγαλώσεις παιδιά, να φτιάξεις σπίτια. Μα πάνω απ’ όλα κατάφερες να είσαι αγαπητός, ακόμα κι όταν σε πιάνανε τα στραβά σου.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να δεχτώ τον χαρακτήρα σου. Δεν ξέρω αν θα τον δεχτώ τα επόμενα χρόνια. Δεν ξέρω αν θα αφήσω να περάσουν οι μέρες και οι μήνες μέχρι να σου ξαναμιλήσω. Με ξέρεις. Αφήνω τη ζωή μου να εξελίσσεται σα φτερό στον άνεμο. Πάντα είχες μια σιγουριά για μένα, αλλά στο τέλος στα ανέτρεπα όλα. Είτε ήταν καλά είτε κακά τα αποτελέσματα. Όσο ζούσες ήθελα να σε κατηγορώ. Έδινες στους άλλους απλόχερα και σε μένα τίποτα. Πλήρωνα τα σπασμένα άλλων. Να βγάλω το φίδι από την τρύπα. Και το μόνο που ήθελα ως αντάλλαγμα ήταν να παίξω λίγο με αυτό το φίδι, να το γνωρίσω ρε γαμώτο. Αλλά ούτε αυτό δεν κατάφερνα. Το ταλέντο μου ήταν να ξελασπώνω άλλους ή να την πληρώνω γι άλλους.

Καμάρωνες, αλλά δεν το έβλεπα πάντα. Η απληστία με έκανε να ζητώ περισσότερα. Κι αντί να τα διεκδικώ, νευρίαζα σε σένα που δεν τα έδινες. Τώρα σε κοιτάζω, στέκεσαι δίπλα από ένα τριαντάφυλλο και φορώντας το δερμάτινο μπουφάν σου και το αγαπημένο σου καπέλο. Χαίρομαι που όταν έπρεπε να με εμπιστευθείς το έκανες, χαίρομαι που αφέθηκες σε μένα τη μέρα που έπρεπε. Χαίρομαι που δεν πνίγηκες από το συναίσθημά σου. Λυπάμαι που σε έφαγε αυτή η γαμημένη αρρώστια τόσο γρήγορα. Λυπάμαι που δεν καταλάβαμε τίποτα νωρίτερα. Λυπάμαι που κι εγώ σου είπα ότι σε αγαπάω την τελευταία στιγμή, που άφησα εσένα να κάνεις το πρώτο βήμα. Κλείνοντας θέλω να σου ζητήσω μια χάρη: εκεί που θα ‘σαι, ψάξε να βρεις τον Ανδρέα, θα τον γνωρίσεις, είχε μουστάκι κι αυτός, όπως είχες κι εσύ κάποτε, μόνο που σε εκείνον πήγαινε. Θα κρατήσω όλες αυτές τις στιγμές και όλα όσα μου έμαθες. Καληνύχτα πατέρα!

Δεν υπάρχουν σχόλια: